Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

ΠΑΛΙΑ ΜΕ ΕΛΕΓΑΝ ΤΑΣΟ.


Είχα αποφασίσει να το πάρω εκείνο το δώρο για τον εαυτό μου. Τόσα χρόνια έκανα δώρα στους άλλους, καιρός ήταν να κάνω ένα και σε μένα τώρα που έβγαινα στη σύνταξη. Τόσα χρόνια καφετζής, είχα δικό μου καφενείο κι έτσι είχα αποκτήσει πολλούς φίλους, καλούς ,κακούς και άσχημους-άσχημος ήμουν κι εγω αλλά όχι τόσο. Τα μαλλιά μου ήταν ακόμα μαύρα και τα χτένιζα χωρίστρα δεξιά, έβαζα και ζελέ. Καμιά φορά, άφηνα κι ένα περιποιημένο μουσάκι και γενικά ήμουν ένας μοντέρνος καφετζής παρά τα εξήντα μου χρόνια. Χρόνια που δεν κατάφερα να παντρευτώ, γιατί, γυναίκες γνώρισα πολλές, αλλά μια μου ξίνιζε και μια δεν ήθελε να πάρει καφετζή, ήθελε να πάρει ταξιδιώτη, νιο, ταξιδευτή, κι έτσι εμεινα στο ράφι. Μια χαρά περνούσα κι αφού το είχα αποφασίσει για εκείνο το δώρο, πήγα μια μέρα, μια Δευτέρα μια Τρίτη στο κατάστημα. Ήταν ένα ιδιόμορφο κατάστημα, με είδη δώρων για παράξενους πελάτες με ιδιαίτερα γούστα, κάπου στο Κολωνάκι, αν και πάντα αναρωτιόμουν γιατι δεν γράφεται με ωμέγα το πρώτο. Μπήκα μέσα ευγενικός και κύριος. Ζήτησα το βαλιτσάκι που είχα διαλέξει. Η κυρία μου το έβγαλε απ τη βιτρίνα, λέγοντας πως τα προιόντα τους ήταν μοναδικά. Δεν υπήρχε δεύτερο για κανένα είδος τους. Πλήρωσα χίλια ευρώ αλλά τι με ένοιαζε, λεφτά είχα να φάνε και οι αρκούδες. Πήρα το βαλιτσάκι μου, χαρούμενος, με ένα στριφούτσικο γέλιο, πάντα μου άρεσε να γελάω έτσι. Βγήκα στην Σκουφά, κατηφόρισα στα Εξάρχεια και σκεφτόμουν τι καλά που είχα κάνει. Έφτασα στο σπίτι μου, τοποθέτησα το βαλιτσάκι σε περίοπτη θέση. Είπα να φτιάξω κάτι να φάω, μπήκα στην κουζίνα, που την είχα πάντα καθαρή, παρ΄ότι τόσα χρόνια εργένης. Α, ήμουν ένας περιποιημένος άνθρωπος με τάξη στη ζωή του. Δε μου άρεσαν οι τσαπατσουλιές. Τα πάντα έλαμπαν μέσα στο σπίτι μου, όπως και στη ζωή μου κι εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό. Το σήκωσα, ήταν η τελευταία γυναίκα μου η όμορφη Σούλα. Γύρισα στο σαλόνι, άναψα με τον πανάκριβο αναπτήρα μου ένα πούρο Αβάνας και βάλε. Κάθισα στον καναπέ να μιλήσω μαζί της, να την απολαύσω που είχε μια βελούδινη φωνή, όταν ήθελε να μου ζητήσει κάτι. Ευτυχώς αυτη τη φορά ήθελε μόνο να πάμε για φαγητό έξω. Κάπου στη Γλυφάδα θα προτιμούσε, συνέχισε κρυστάλλινα, στο διάφανο τύμπανο του αφτιού μου. Μεσημεράκι πλησίαζε, ωραία της είπα, πάμε εκεί για ψαράκι. Συμφωνήσαμε και σε λίγο, οδηγώντας την σπορ Μερσεντές, έπιασα την Συγγρού, ύστερα παραλιακή, με τον ήλιο να τσουρουφλίζει τις χρυσές ανταύγειες στα μαλλιά της Σούλας που άστραφτε κι αυτή μέσα σε μια μεγάλη ευτυχία, που ήταν μαζί μου κι εγώ μαζί της. Αράξαμε στη Λωξάνδρα, πάντα μας άρεσε αυτη η ταβέρνα. Παραγγείλαμε αστακό, ένα Γαλλικό, ροζέ κρασί κι όλα ήταν τόσο ωραία στην παράξενη ζωή μας.
 Απο εκείνη τη μέρα, πέρασαν άλλες τόσες, ώσπου να θελήσω να χρησιμοποιήσω το δώρο μου. Θυμάμαι ήταν Σάββατο πρωί, όχι πολύ νωρίς, γύρω στις δέκα και περιποιόμουν το μούσι μου. Ήταν μια δουλειά που την βαριόμουν και συνήθως πήγαινα στον μπαρμπέρη μου αλλά εκείνο το πρωί δεν πήγα. Σκεφτόμουν να πήγαινα κανένα ταξιδάκι αναψυχής ή όχι, γιατί τα ταξίδια αναψυχής που έμοιαζαν αγύριστα αλλά κι αυτό ήταν μια ιδέα. Τέλειωσα με το ξύρισμα, ντύθικα το καλύτερο κουστούμι μου, πήρα το βαλιτσάκι, βγήκα. Περπάτησα, δεν ήθελα να πάρω τη μερσεντές, εξάλλου κοντα θα πήγαινα. Έφτασα στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, κατηφόρησα προς την Πατησίων. Εκεί στην συνδρομή, πέρασα τα φανάρια και παρατήρησα το τοπίο να διαλέξω το μέρος που ήθελα. Εκεί στη μέση, ανάμεσα στις λουρίδες ήταν καλά, ομολόγησα. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήγα εκεί κι άνοιξα το βαλιτσάκι. Το είχα βέβαια ξαναανοίξει και ήξερα τη χρήση του. Εξάλλου γι αυτό τον σκοπό το είχα πληρώσει ένα χιλιάρικο. Έβγαλα με προσοχή, πρώτα το μικρό βελούδινο με επίχρυσα ποδαράκια, καθισματάκι, το άνοιξα και το στησα στην άσφαλτο. Κάθισα πάνω του με το βαλιτσάκι στα γόνατα κι άρχισα να βγάζω τα υπόλοιπα σύνεργα. Ένα τραπεζάκι με επίσης επίχρυσα πόδια που τοποθέτησα μπρος μου. Ύστερα, ξετύλιξα τον πιο ακριβό τζιβέ που είχα χρησιμοποιήσει ποτέ μου, είπαμε σαράντα χρόνια καφετζής ήμουν. Ένα γκαζάκι με αυτόματο άναμα, ,ενα χρυσό κουταλάκι, καφε Μεξικάνικο, απο τα βάθη της Γκουανταλαχάρας, ζάχαρη Μαδαγασκάρης, τα βαλα με προσοχή στο τραπέζι, ενώ ο κόσμος, και τα αυτοκίνητα άρχισαν ήδη να με περιεργάζονται. Αδιάφορος, εγώ, συνέχιζα τη δουλειά μου. Άναψα το αυτόματο γκαζάκι, έρριξα το νερό,τον καφέ, τη ζάχαρη. Ανακάτευα ευχαριστημένος κι ώσπου να γίνει ο καφές, ξετύλιξα του πούρο Αβάνας που λέγαμε, να το ανάψω μόλις πιω την πρώτη γουλιά. Πράγμα που έγινε σε τρία λεπτά. Άδειασα τον αχνιστό καφέ στο χρυσό φλυτζάνι απο ψηλά, για να κάνει πενήντα τρεις φουσκάλες,πάντα έτσι μου άρεσε  κι άναψα επιτέλους το πούρο Αβάνας, βάζοντας το πόδι μου πανητό. Περίμενα να κρυώσει λίγο ο καφες, τράβηξα μια προσεγμένη γουλιά να μην καώ, ρούφηξα και μια γερη τζούρα απο το πούρο Αβάνας και κοίταξα πέρα στον ουρανό σαν ευτυχισμένος μπέμπης. Γύρω μου, κόσμος πολύς είχε μαζευτεί κι έλεγαν διάφορα. Μπράβο ρε μεγάλε,έλεγε κάποιος, φτιάξε μου κι έναν βαρύ γλυκό ρε Τάσο-παλιά με λέγαν Τάσο- έλεγε ο άλλος. Τα αυτοκίνητα κορνάριζαν, γυναίκες τσίριζαν, τα παιδιά γέλαγαν, τα ζώα έκλαιγαν, γινόταν γενικά πανικός και στην παραζάλη, ένας φώναξε φύγε Τάσο, έρχονται οι μπάτσοι αλλά εμένα δε με ένοιαζε. Σταυροπόδι, με τη χρυσή αλυσσίδα να λάμπει στο πλάι του παντελονιού μου, απολάμβανα τον πιο ωραίο καφέ της ζωής μου. Τι ωραία ζωή! Σας έχω γραμμένους στ΄αρχίδια μου, σκέφτηκα μια στιγμή και δεν μετάνιωσα. Ώσπου σε λίγο ακούστηκε η σειρήνα του περιπολικού, να χαλάει το ωραίο σκηνικό, ουρλιάζοντας δαιμονισμένα, πάντα οι σειρήνες, ηχούν δαιμονισμένα όταν πρόκειται να συλλάβουν έναν παράνομο σαν εμένα, που παλιά με λέγαν Τάσο και που η εξουσία φτάνοντας, εισαγγελέας, μπάτσος, παππάς και τα λοιπά, με ήθελε ζωντανό για να απολογηθώ γι αυτήν μου την κακούργα πράξη και όχι μόνο αλλά και για όλα όσα είχα κάνει πριν, όσα θα έκανα αργότερα, όσα είχαν κάνει άλλοι, να τα φορτώσουν σε μένα τον αθώο καφετζή της πάνω γειτονιάς, που μέ πήραν παραμάσχαλα, με πέταξαν με όλα τα τζιμπράγκαλα μου στο πίσω κάθισμα, μου έβαλαν χειροπέδες, κατάσχεσαν το μοναδικό δώρο που είχα κάνει στον εαυτό μου, με τύλιξαν σε μια μαύρη κόλλα ,άσπρο χαρτί, μαύρισαν και το λευκό ποινικό μου μητρώο και απο τότε τυρραγνιέμαι στα σκοτάδια της ανθρώπινης εξουσίας.
ΤΕΛΟΣ




Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

2060, η περιφρόνηση των θεών.


ΜΗ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΡΟΤΟΥ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΕΣΥ.

 60547_117147768343939_1722857_n.jpg

Ανέβαινα με κόπο την Χαριλάου Τρικούπη, κάποιο μεσημέρι τον χειμώνα του 2060. Καταπληγωμένος που τόσα χρόνια ο κόσμος δε με καταλάβαινε, προσπαθούσα να τον καταλάβω εγώ.
Ο κόσμος έλεγα, είναι σπουδαίο πράγμα, ο κόσμος είναι ελεύθερος να κάνει ότι θέλει. Τώρα μάλιστα, που είχαν τελειώσει όλα τα θρησκευτικά δόγματα και είχαμε απελευθερωθεί από τις θρησκείες και τα καμώματα των παπάδων, η ζωή μας κυλούσε ανεξάρτητη, ελεύθερη. Εγώ βέβαια που πλησίαζα τα ενενήντα πέντε, παρά ήμουν παλιός αν και όλοι έλεγαν πως παρέμενα ένας διαχρονικός καφετζής και φαινόμουν πάραυτα ένας σαραντάρης της εποχής του μεγάλου πολέμου.

 [ Η σύλληψη: ένας άνθρωπος με γιούς, κοπέλες, δραστήριος, στο τέλος της εποχής ή μήπως, επειδή έχουν ασχοληθεί πολλοί, να πλεονάζει; Αλλά τότε θα ήταν θεατρικό, τώρα, στο διήγημα, η βασική αρχή θα είναι πάλι η επιβίωση των ηρώων λίγο πριν την καταστροφή και την περιστροφή των πόλων.
Οι εναπομείναντες στις Άνδεις και στην Ελλάδα ή μάλλον νοτιότερα του Μεσημβρινού, στον οποίο θα αναπτυχθεί ξανά, τα επόμενα δέκα χιλιάδες χρόνια, ο τέλειος πολιτισμός.
Σχετικά με την περιστροφή των πόλων που λένε πως γίνεται περίπου κάθε δέκα χιλιάδες χρόνια.Ο Νώε πιθανώς ήταν κάποιος μεγιστάνας που έζησε μια τέτοια ολική καταστροφή κι οπότε η εποχή των παγετώνων ξαναεμφανίζεται.
Δεν είναι θέμα ανάπτυξης της θεωρίας, μπορεί να συμβεί στον ήρωα μας. Η περιφρόνηση των θεών από έναν άνθρωπο σαν τον καφετζή-γιατί ο καφετζής είναι που επιστρατεύεται να γίνει ο επόμενος Νώε και η θαλαμηγός του προσαράζει σε ένα καινούριο βουνό, όχι στο Αραράτ, πάντως.]

 Καθώς προχωρούσα προς το μαγαζί μου, με αργά βήματα, σκεφτόμουν, πως είχαν περάσει ενενήντα πέντε χρόνια από τότε που είχα γεννηθεί. Αμυδρότατα θυμάμαι, εικόνες από τη γέννηση μου, στη γωνιά, στο τζάκι, όπως έλεγε η μητέρα μου, που με έφερε στον κόσμο, χωρίς γιατρούς και μαμή. Το 2060 όμως αυτό θα ήταν αδιανόητο, όπως αδιανόητες ήταν τότε, για μας, οι εποχές που ακολούθησαν μέχρι να φτάσουμε εδώ. Συνήθως, ήμουν από τους τελευταίους ανθρώπους που περπατούσαν ακόμη. Όλοι πετούσαν έχοντας στο στήθος, ένα τσιπάκι, που μετέφερε το ανθρώπινο σώμα, όπου κι όποτε ήθελε. Φανάρια στους δρόμους δεν υπήρχαν πια. Μόνο γιγάντιες οθόνες, πάνω από τα χτίρια κολοσσούς, κανόνιζαν την κίνηση, με αισθητήρες, πολύπλοκα αέρινα πλήκτρα-κουμπιά που τα πίεζαν αόρατα δάχτυλα.. Άναψα ένα τσιγάρο- οι άνθρωποι δεν καπνίζουν πια- αλλά εγώ, είπαμε ήμουν μια διαχρονική μαριονέτα, που πιθανώς κανείς δε με έβλεπε πια. Όλοι οι άνθρωποι, που πετούσαν, ήταν νέοι, μέχρι τριάντα ετών το πολύ. Κανείς δε μεγάλωνε περισσότερο. Η οριακή ηλικίατου ανθρώπου. Κάποιος Μαρξ, είχε πει πως οι άνθρωποι παλιά πέθαιναν τριάντα χρονών και τους έθαβαν εβδομήντα. Ίσως από αυτόν η επιστήμη να επικύρωσε την οριακή ηλικία του ανθρώπου, δηλαδή τριάντα χρόνια, ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Φυσικά, στις τεράστιες οθόνες μεταφερόταν; περιφερόταν; κάθε στιγμή η κίνηση στο σύμπαν. Οι ταχύτητεςπλησίαζαν το φως, η εξερεύνηση του γήινου κόσμου δεν είχε πια τόσο ενδιαφέρον, όσο στον Άρη, όπου προσπαθούσαν να μεταναστεύσουν οι άνθρωποι για ένα καλύτερο μέλλον. Στο φεγγάρι, τον ενδιάμεσο διαστημικό σταθμό, είχε δημιουργηθεί αδιαχώρητο.

Σταμάτησα μπροστά στο καφενείο μου που έγραφε ακόμα την επιγραφή και το έτος ίδρυσης. 1880. Το καφενείο το είχε πρωτοανοίξει κάποιος παππούς μου. Εγώ το κληρονόμησα από τον πατέρα μου. Είμαι μοναχογιός κι έζησα όλη μου τη ζωή εκεί μέσα. Το άφηνα επίτηδες έτσι, ασυντήρητο, αναπαλαίωτο, καθώς οι κυβερνήσεις είχαν θεσπίσει νόμους γι αυτά τα πατροπαράδοτα νεοκλασικά χτίρια. Σε όλους τους τοίχους, ήταν κρεμασμένοι οι παλιοί σταρ. Ο Γκρέκορυ Πεκ, ο Τζέιμς Ντιν, η Μερυλιν, η Τζένη Καρέζη, ο Κούρκουλος. Όλοι πεθαμένοι, σχεδόν έναν αιώνα πριν. Τώρα δεν υπάρχουν πια σταρ ούτε κινηματογράφος. Ο καθένας άνθρωπος φτιάχνει πανεύκολα το δικό του φιλμ, τους δικούς του ήρωες, σε όποια οθόνη θέλει.

ΤΕΛΟΣ


Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

ΛΥΠΑΜΑΙ


Λυπάμαι που θα φύγω ένα πρωί
σαν φύλλο στον άνεμο, 
χωρίς ν΄αφήσω τίποτα πίσω μου

Η προσπάθεια μου κενό χαρτί
δίχως νόημα.

Η ζωή μου πικρό κρασί στα χείλη
όσων αγάπησα.
Πιο πολύ, δε μίσησα τίποτα
Ούτε ήξερα γιατί έζησα
σε έναν κόσμο χωρίς καρδιά.


Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ.


Ποιος διάολος μας έφερε εδώ πέρα; να ζήσουμε αυτή την τρισάθλια πραγματικότητα! τα λόγια του ήταν τραχιά, δεν άντεχες ούτε να τον βλέπεις μηδέ να τον ακούς. Χαρίλαος Πλιάτσικας. Ο μεγαλύτερος αδερφός μου. Το δραματικό μέρος ανθρώπων που γνωρίσαμε κι έφυγαν από κοντά μας με έναν τρόπο που δε θέλαμε αλλά έτσι ήταν. Μισούσε κάθε τι ανθρώπινο, γυναίκες, άντρες, παιδιά, μισούσε τον εαυτό του, του άρεσε η γνώση, είχε μάθει πολλά, δυνατό μυαλό, ευφυής, πολλά βράδια είχαμε γίνει κομμάτια, τον χτύπησα και στο σώμα και στο μυαλό, με αγαπούσε πολύ, η τελευταία φορά που τον είδα, χωρίς συμπόνια για τον αδίσταχτο σαρκασμό προς κάθε τι ανθρώπινο, δε ήθελε τίποτε, έπινε πολύ, γινόταν χώμα, τον έσωσα ένα βράδυ που όπως πάντα ήθελε να φύγει απ τη ζωή, μέσα από ένα τσούρμο που δεν τον καταλάβαιναν, εκεί που σε ανέβασε στον ουρανό σε κατέβασε στη λάσπη, δεν είσαι τίποτα Κώστα Πλιάτσικα, ένα αρχίδι, ένα απόβρασμα της κοινωνίας, που παριστάνεις τον συγγραφέα και τον ζωγράφο αλλά δεν είσαι τίποτα! ένα σκουπίδι παραπάνω, ναι είσαι καλύτερος απ τον Καζαντζάκη, η πένα σου σκοτώνει τους ανθρώπους, τέτοιος είσαι ένα ρεμάλι και τον άκουγα να μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. Χαρίλαος Πλιάτσικας, έχω να πω πολλά για δαύτον, έλα όμως που όταν ζούσε μου σπαγε τα το στομάχι. Έξυπνος, διορατικός, αλλά πάντα έδινε μια κλωτσιά, μια απέχθεια για τη ζωή, δεν ήταν δυνατός στο σώμα, μάλλον ηττοπαθής κατ αυτόν τον τρόπο και πέθανε όπως πέθανε, σκοτωμένος ή από δολοφονία, ή έστω σαν αυτοκτονία, ένας άνθρωπος που ήθελε να ζήσει, αδύναμος, εγκεφαλικός. Το μέρος αυτό των ανθρώπων, τότε που έβλεπα τη ζωή επίπεδη, ενώ αυτός ήξερε παντα πως ήταν στρογγυλή, αλλά ο νόμος του άντρα περνούσε σαν σίφουνας απ το μυαλό μου, ήμασταν μόνο οι δυο μας και γνωρίζαμε τα πράγματα, όμως η ίδια η ζωή έδειχνε άλλα. Μια γυναίκα άσχημη, χωρισμένη με την ψεύτικη πραγματικότητα του, δυο παιδιά που δεν πήγαν ούτε στην κηδεία του, τι άσχημος τρόπος ια έναν τέτοιον φίλο κι έτσι ο Χαρίλαος Πλιάτσικας ζούσε μια δραματική ζωή, σου απαντούσε αναπάντεχα! σαν να ήταν πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, ήξερε και Σέκπηρ και Βολτέρο, μια ανοησία η ύπαρξη μου τόνιζε συνέχεια κι έβριζε θεούς και δαιμόνους, άθρησκος κατά βάση όπως οι περισσότεροι έξυπνοι άνθρωποι, δεν τον ένοιαζε αν κοιμόταν στο σκοτάδι ή αν ήταν πρωί και οι άλλοι νόμιζαν πως ήταν νύχτα, αυτός το βιολί του, δεν ξέρω αν τον αδίκησα ενόσω ζούσε, πιθανώς, ναι, αλλά τι λόγο έχει τώρα πια;
συνεχίζεται
Ο Μήτσος Πλιάτσικας, ο δεύτερος μεγάλος αδερφός μου, σκληρό κόκαλο, είναι τώρα κοντά στα εβδομήντα, ασιγούρευτος από μικρός, απ όταν φυλάγαμε οι δυο μας τα ζωντανά και φυτέγαμε ελιές στην Γκαστόρα, στον κάμπο και αλλού, ένα παιδί κατάξανθο με βελωνωτά φρύδια και μαλλιά, κατάλαβε τον κόσμο, αδιάβαστος εντελώς, τέλειωσε μετά βίας το Δημοτικό, παντρεύτηκε νωρίς, μια αρβανίτισσα, την Ανθούλα, έφυγε για τη Γερμανία, μετανάστης, γύρισε πίσω, πιστός στην πατρίδα, γενικά ψιλοδεξιός, έκανε το σκατό παξιμάδι δουλεύοντας στην Αγροτική συνομοσπονδία για να παντρέψει τις δυο κόρες του και τον γιο του, να τους προικίσει και να νιώθει περήφανος για όσα έφτιαχνε στη ζωή του, με το δόγμα πατρίς, θρησκεία,οικογένεια, αλλά και με όσο ποτό έπινε ο Χαρίλαος, που ποτέ δεν τον αγάπησε αλλά κάτι έκανε γι αυτόν όταν μπορούσε, παράξενη φυσιογνωμία, άργησε πολύ να με καταλάβει, συνήθως έλεγε πως εγώ και ο Αχιλλέας ειδικά, οι αλήτες των Αθηνών, τα μικρότερα αδέρφια του που μάλλον δεν έδινε δεκάρα αν ζούσαν ή πέθαιναν και φρόντιζε, έτσι νόμιζε μόνο για την οικογενειακή του γαλήνη, αυτός, η γυναίκα του και τα παιδιά του. Τίποτε άλλο. Δεν ξέρω αν πήγε ποτέ με άλλες γυναίκες, όντας μονογαμικός, έκλαιγε ακούγοντας μοιρολόγια, χτυπιότανε κάτω, μεθυσμένος, αλαφροίσκιωτος, μια μέρα η Ανθούλα η αρβανίτισσα γυναίκα, του σκασε ένα σκαμπίλι μπροστά μου και πράγμα παράξενο, δεν έκανε τίποτε, περίμενε στωικά και πήγαινε στη θάλασσα να μαζεύει στρείδια, στο βουνό να συλλέγει ραδίκια, άντρας βέβαια σκληρός, δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του, περήφανος για όσα έπραττε, έσκαψε και τους τάφους των γονιών μας, μα όταν κατάλαβε πως τίποτε δεν μπορούσε να ελέγχει, μετά τον χωρισμό της μεγάλης του κόρης, δεν πίστευε στα μάτια του πως ο ευτυχισμένος κόσμος που είχε χτίσει στο μυαλό του, είχε καταρεύσει! Εμένα, έλεγε, να χωρίσει η κόρη μου, δε γίνεται, όχι! Θα μείνει εκεί για πάντα με έναν άντρα που της έδωσα εγώ για σύζυγο αλλά το κατάλαβε, δεν τον έπαιρνε άλλο αυτή η κατάσταση, συνετίστηκε, άφησε κομψό μούσι, περιποιημένο, κατέβαινε στην αγορά πάντα περήφανος, έφτιαχνε κάποιες περίεργες εικόνες με ρίζες απ τη θάλασσα και τα βουνά, προσπαθούσε να καταλάβει τι έφτιαχνα εγώ, ίσως ο μόνος με κάποια καλλιτεχνική φλέβα από την οικογένεια μας και συνεχίζει να είναι μυστήριο τι ήθελε και θέλει να κάνει στη ζωή του.
Βέβαια, όλα αυτά μπορεί να μην έχουν και πολύ σημασία, έτσι όπως τα λέω, ανάκατα και δεν ξέρω πόσο πολύ αγάπησα τα πάθη των αδερφών μου, ίσως μια τέτοια διήγηση να φαίνεται πενιχρή για τα δικά μου λογοτεχνικά κεκτιμένα και άραγε ποιο ενδιαφέρον θα έχουν για τον αναγνώστη, όταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα έχουν πεθάνει και η απουσία τους δε θα έχει καμιά σημασία για τον κόσμο μας αλλά ας είναι μια μικρή τοποθέτηση απέναντι σ αυτούς που γεννήθηκαν αδέρφια μου και με κάποια συναισθηματική φόρτιση τα αναφέρω εδώ, σαν ένας φόρος τιμής, σκάβοντας τη μνήμη, αν και έπρεπε ν αρχίσω με τον πατέρα μου και τη μάνα μου για όσα τράβηξαν για να μεγαλώσουν εμάς τα εννιά αδέρφια, έξι αγόρια και τρεις αδερφές.
συνεχίζεται


Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

ΜΠΑΡΤΙΜΟΡΙΟ


ΜΠΑΡΤΙΜΟΡΙΟ ΜΑΡΙΑ

 

Ήμουν, δεν ήμουν τότε εικοσιτεσσάρων χρονών. Μια γυναίκα χοντρή, ασύμφορη αλλά έξυπνη.
Ζούσα στο Γκύζη, Παράσχου τριάντα επτά σε μια ισόγεια μικρή τρώγλη.
Τρωγλοδύτες ήταν και οι φίλοι μου, ίδιοι με μένα. Ο Αναστάσης που ήταν σαν ανάποδο σίγμα και τον φωνάζαμε «Αλάργα» και η Φωφώ μια κουτσουρεμένη γκόμενα, όμορφη αλλά αγαθιάρα.
Τι κάναμε εμείς εκεί πέρα; Τίποτα. Ξυρίζαμε τα μας. Ένα σωρό δουλειές ξέραμε να κάνουμε αλλά πουθενά δεν στεριώναμε. Λες και μας κυνηγούσε κάποια κατάρα. Εμένα, που το πατρικό μου όνομα είναι Μπαρτιμόριο Μαρία και με φωνάζουν η Γαμησώ, είχα την έμπνευση εκείνο τον καιρό ν' ανοίξουμε ένα μπουρδέλλο.
-Πως θα γίνει αυτό; Πέταξε το μάτι επάνω ο Αλάργας.
-Απλούστατα, είπα. Θα συγυρίσουμε λίγο την τρώγλη, κάπου θα βρούμε ένα σαλονάκι υποδοχής. Εγώ θα είμαι η τσατσά, εσύ ο νταβατζής και η Φωφώ η πουτάνα.
-Κάνω εγώ για πουτάνα; Φώναξε η Φωφώ.
-Πως δεν κάνεις; άνοιξα τα μάτια μου. Εσύ είσαι αστέρι. Το κάνεις που το κάνεις, να μην τα παίρνεις τουλάχιστο;
-Καλό μου φαίνεται το σκέδιο, χαχάνισε ο Αλάργας. Τα λεφτά θα τα μαζεύω εγώ.
-Όχιι! Τον κοίταξα με μισό μάτι και στόμφο. Τα λεφτά θα τα μαζεύω εγώ. Εγώ θα έχω το ταμείο και θα κάνω την μοιρασιά. Συμφωνείτε;
Ο Αλάργας ψευτομούτρωσε αλλά έγνεψε ναι.
-Κι εγώ θα ξαπλώνω όλη νύχτα; κλαψούρισε η Φωφώ.
-Όλη νύχτα και όλη μέρα. Αντέχεις εσύ. Τα χαρτιά θα τα κανονίσω εγώ. Στο όνομα μου θα είναι η επιχείρηση, σύμφωνοι αλάνια;
-Σύμφωνοι, είπαν και οι δυο με ένα στόμα.
Έτρεξα από δω κι από κει, έξυπνη καθώς ήμουν, τα κατάφερα. Βόλεψα γρήγορα την κατάσταση με κάτι λίγα δανεικά, διαμορφώσαμε στο άψε-σβήσε το μπουρδέλλο στα πρότυπα τους είδους. Προσθέσαμε στο τέλος και το κόκκινο φανάρι, κάναμε εγκαίνια, αρχίσαμε δουλειά.
Ο Αλάργας στην εξώπορτα να μαζεύει πελάτες, εγώ στην υποδοχή, η Φωφώ στο κρεβάτι.
Η επιχείρηση πήγαινε περίφημα. Υπήρχαν χιλιάδες κορόιδα που ήθελαν να τους πάρουμε τα λεφτά. Βάλαμε φτηνά τον πρώτο καιρό την τιμή, πενήντα εύρο τη φορά, -άντεχε η Φωφώ μέχρι εβδομήντα την ημέρα.

Από τις πρώτες βδομάδες, όταν τελειώναμε, γύρω στις τρεις-τέσσερις τα μεσάνυχτα, έκανα ταμείο και μοίραζα δίκαια τα λεφτά στα τρία. Συνήθως τις πιο πολλές μέρες πιάναμε τριάντα πελάτες. Επί πενήντα , ίσον χίλιαπεντακόσια εύρο. Καλά λεφτά. Πλήρωνα τις υποχρεώσεις, έδινα εκατό  στον Αλάργα κι άλλα διακόσια στην Φωφώ μου έμεναν τα υπόλοιπα  που τα πήγαινα στην τράπεζα. Κατάλαβα πως είχε πολύ φράγκο η υπόθεση κι έτσι πήγαιναν όλα μια χαρά.
Που και που, παραπονιόταν η Φωφώ, λέγοντας» να κυλιέμαι εγώ για να κονομάτε εσείς;» αλλά το ξεπερνούσε γρήγορα.
-Ο καθένας στον τομέα του, την καθησύχαζα εγώ. Οι πελάτες δεν μπορούν με  εμένα. Ούτε με τον Αλάργα.
-Καλά, έλεγε η Φωφώ, αλλά με έχουν ξεκωλιάσει. Πονάει ο πίσω μου και το μαύρο μου, μέρα νύχτα. Είναι και κάτι χοντροί ...εσύ, άμα βλέπεις χοντρούς να μην τους βάζεις μέσα, γκρίνιαξε στον Αλάργα.
-Πελάτες είναι! Διαμαρτυρήθηκε αυτός, ανοίγοντας το μη αλλήθωρο του μάτι. Εγώ τι να κάνω ...
-Ναι, αλλά δεν πλακώνουν εσένα!
-Φωφώ, μην αρχίζεις τα ίδια, ξέρεις πόσο εύκολο είναι να βρω άλλες γυναίκες.
Τότε με αγκάλιαζε και μου έλεγε πως με αγαπάει. Και η αλήθεια είναι πως ήμασταν ένα πετυχημένο τρίο. Κονομούσαμε λεφτά, τόσο που άρχισα να κάνω όνειρα να μεγαλώσουμε την επιχείρηση. Έτσι, εύρισκα τρόπο να ξεφεύγω λίγες ώρες, να πηγαίνω σε διάφορα άλλα μπουρδέλα, για να γνωρίσω το σινάφι καλύτερα. Ήμουν όμως πολύ προσεκτική στις επαφές μου. Μόνο όταν χρειαζόταν ή καταλάβαινα πως με σύμφερνε, έδινα πραγματικές συστάσεις. Γνώρισα πολλούς νταβάδες,πολλές τσατσάδες και αναρίθμητες πόρνες. Είναι τόσο μεγάλη η Αθήνα που τις περισσότερες νύχτες, την φανταζόμουν σαν ένα τεράστιο μπουρδέλλο.
Είχε περάσει ένας χρόνος κι ακόμα δεν αποφάσιζα να κάνω το επόμενο βήμα. Να ανοίξω δηλαδή ένα σπέσιαλ μπουρδέλλο. Φοβόμουν όμως μήπως χάσω το μπουρδελάκι. Όποιος θέλει τα πολλά χάνει και τα λίγα κι εγώ ήμουν έξυπνη δεν γινόταν να φάω εύκολα την φόλα.
Η προσωπική μου ζωή όμως ήταν ξεφτίλα. Εραστή δεν μπορούσα να σταυρώσω. Έτσι που ήμουν ανοικονόμητη, χοντρή και άσχημη, κανένας δεν με έβλεπε σαν γυναίκα.
Μια-δυο φορές, όταν η Φωφώ είχε τα ρούχα της, προσπάθησα να την αντικαταστήσω, να πάρω την θέση της. Ο Αλάργας με κοίταζε με ανοιχτό το στόμα σα χαζός.
-Μην κοιτάς σαν χαζός, του είπα και του το κλεισα. Κοίταξε να φέρεις κανέναν πελάτη.
Πρώτα μπήκε ένας κομψευόμενος νεαρός. Βγήκα εγώ ημίγυμνη για να με δει όπως κάναμε με την Φωφώ κι αυτός το βαλε στα πόδια.
-Είδες; Γκρίνιαξε ο Αλάργας. Πας να το χαλάσεις το μαγαζί.
-Περίμενε Αλάργα, έχω τον σκοπό μου, τον καθησύχαζα.
Στην ουσία, αυτό μου το πείραμα δεν αποσκοπούσε στα κέρδη. Να γαμηθώ ήθελα η κακομοίρα! Και σαν είδα που δεν πιάνει έτσι το κόλπο, άλλαξα τροπάρι. Τις μέρες που μέναμε αναγκαστικά κλειστά, πήγαινα μόνη μου. Καθόμουν στο σαλόνι κι όταν έμπαινε πελάτης του έλεγα πως η κοπέλα είχε ρεπό και αν ήθελε, μπορούσε να ξεπατώσει εμένα, τσάμπα. Πέτυχα έτσι ορισμένους τυφλούς και κάρφωσαν. Ένας από αυτούς, ήταν και ο Τρύφωνας. Χοντρός και γερός σαν βουβάλι, γεμάτος τρίχες παντού, άσχημος σαν τον Κουασιμόδο, αγαθιάρης στο έπακρον, μου μοιαζε με εκείνον τον γίγαντα στην «Φωλιά του κούκου».
Όταν τον γνώρισαν ο Αλάργας και η Φωφώ, έμειναν σύξυλοι. Η Φωφώ στριμώχτηκε στην γωνιά σαν φοβισμένη γαζέλα κι ο Αλάργας έμεινε με ανοιχτό το στόμα μισή ώρα.
Ο Τρύφωνας έκανε να ορμήσει στην Φωφώ αλλά τον συγκράτησα με το βλέμμα.
-Κάτσε κάτω Τρύφωνα! Τον μάλωσα.
-Μου ...έγρουξε σαν πληγωμένο ζώο αλλά ησύχασε. Εμένα, σαν να με φοβόταν.
Η Φωφώ τρομαγμένη, ανατρίχιασε.
-Πάω μέσα, είπε σιγά, τόσο που σχεδόν μόνο αυτή το άκουσε.
-Κάτσε μυξοπάρθενη, της είπα. Δεν θα σου κάνει τίποτε, δεν τον βλέπεις; Σαν αρνάκι είναι ο άνθρωπος.
-Εσύ το λες, εγώ δεν τον βλέπω σαν αρνί ...
-Εντάξει, Φωφώ, είπα μη φοβάσαι, τον χρειαζόμαστε. Ξέχασα να σας πω ότι είναι μπάτσος, οπότε όπως καταλαβαίνετε έχουμε και τον νόμο με το μέρος μας.

Ο Τρύφωνας εκτός από μπάτσος ήταν και ζώο. Ένα ζώο  με τεράστιο πέος σαν το ρόπαλο του Ηρακλή. Όταν το κουνούσε πέρα-δώθε, νόμιζες πως θα σου σπάσει το κεφάλι. Εκτός αυτού, άμα τον έβλεπε κανένας ζόρικος πελάτης που δεν ήθελε να πληρώσει, σχεδόν αμέσως ημέρευε. Γιατί με την προστασία του Αλάργα, κλάφτα Χαράλαμπε. Κανένας δεν τον χαμπάριζε. Μερικοί μάλιστα του έριχναν και καμιά φάπα. Με την παρουσία όμως του Τρύφωνα, λύσαμε κι αυτό το πρόβλημα. Λεφτά δεν ήθελε ο Τρύφωνας, τι να τα έκανε, ένα ζώο ήτανε. Χρειάζονται τα ζώα τα λεφτά; Μόνο σανό. Σανό και χλιμίντρισμα.

ΤΕΛΟΣ


Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ εκεί;



ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ;

Μια γυναίκα στεκόταν στο μισοσκόταδο γυμνή.
Δύσκολο να πεις αυτό που σκέφτεσαι, είπε η Μαριλένα, καθώς ο Τζον την κοίταζε από το φεγγάρι, νέος ήταν μπορούσε να πηδήξει από κει πάνω αλλά ο κόσμος ήταν το σκοτάδι που έκρυβε μέσα της η Μαριλένα και η ανοησία του Ντικ, ή του Παναγιώτη και του Βασίλη, ίσως και η Αντωνία, καλοβαλμένη να πλησιάζει έναν-έναν τους εραστές του Τζον, δεν έχω έρεισμα, είπε και ο κρότος των λόγων έκανε στροφές για να περάσει από αυτό το ποτάμι, είναι αδύνατος ο μύθος, εγώ δεν είμαι για έτσι, στέγνωσε ένα πικρό ύφος, για να με κερδίσεις χρειάζεται να φας πολύ μέλι. Εγώ δεν είμαι για έτσι, υποννοούσε μια ιδιαιτερότηα ύπαρξης, πως δεν άξιζε να της συμπεριφέρονται ούτως οι άντρες ή και οι γυναίκες, αν την θεωρούσαν υποδιέστερη αλλά δεν μπορούσε ν αλλάξει την εικόνα, η εικόνα είναι αυτό που βλέπουμε, τίποτε άλλο και παρα πέρα.
Ο Μπεν και ο Τζωρζ ήταν από το Μπέρμιγχαμ ο ένας χοντρός και ο άλλος υπόχοντρος, αδυσώπητοι χτυπούσαν ρυθμικά τα δάχτυλα τος στο ξύλο περιμένοντας με αδημονία το επόμενο. Το κεφάλι τους μετρούσε τον ρυθμό.
Βββ.
Κι αμέσως η Μαριλένα τους έδωσε ένα φιλικό χτύπημα στο στήθος που ο Τζον το κατάλαβε σαν ερωτικό αντίκρισμα και θα ήταν καλύτερα ν αποχωρήσει απ τη σκηνή, ενώ ο ουρανός σκοτείνιαζε. Σκοτείνιαζε οικειοθελώς. Πολλοί είμαστε μόνοι. Μόνοι, όταν χρειαζόμαστε άλλον έναν.
Τι κάνεις εκεί;
Ήταν μια δύσκολη ερώτηση, κοιτάω τον ουρανό που σκοτεινιάζει ή πλέκω με τον άνεμο λόγια που δεν έχουν ειπωθεί, αισθάνομαι μόνος σε έναν κόσμο που υπάρχουν πολλοί, είπε ο Ντικ και κανείς δεν του απάντησε και μόνο η Μαριλένα στεκόταν ακόμα γυμνή στο σκοτάδι που έπεφτε ραγδαία στους ώμους, στα χέρια και λίγο πιο κάτω από εκεί που ήθελε να μην υπάρχει η ντροπή, ίσως και η αγάπη, να είπες μια δύσκολη λέξη και είναι καλύτερα να μην πάει παρα πέρα ένας - ένας με μια ελεύθερη γυναίκα. Ενώ ο Μπεν και ο Τζωρτζ σταμάτησαν να χτυπούν τα δάχτυλα τους στο ξύλο και μουσικομανείς άνοιξαν τα αυφτιά τους ν ακούσουν όσαν ήθελαν να πουν, πάντα σε φόρμα. Ο Τζον και η Μαριλένα, άφησαν έναν πνιχτό ουρλιαχτό για την πεποίθηση τους πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς αυτοί οι δυο να ενωθούν ποτέ, Γιάννη, είπε η Μαριλένα, καλύτερα να μείνουμε φίλοι, δεν πειράζει που με είδες γυμνή, εγώ δε σε είδα, αλλά μ αρέσεις, είσαι όμορφος, λάμπεις σ ένα σκοτάδι που υπάρχω εγώ, εγώ και οι άλλοι, που ορκίζονται στην τιμή τους, εγώ δεν έχω τιμή, αξίζω πολλά, δεν είμαι για έτσι.
Στο μισοσκόταδο, ο Γιάννης, ρουφούσε τις ρόγες ενός σταφυλιού, σάλπιζε την τρυφεράδα, πως κάποτε θα ήταν για πάντα δικιά του, όχι η τρυφεράδα, νέος ήταν εκ γεννετής ηλίθιος, έπρεπε, οπωσδήποτε να ενηλικιωθεί, να γίνει πιότερο έξυπνος, φορώντας μια κουκούλα μέχρι επάνω, δεν έλεγε και τίποτε μια Μαριλένα στο σκοτάδι, α, μια πουτάνα του σοκακιού, ζζζ, άκουγε ακόμα τα τζιτζίκια σκαρφαλωμένα σε κορμούς πεύκων με γυαλιστερά μάτια, αλλά ένιωθε τόσο μόνος και θαρραλέοι άνθρωποι δεν υπάρχουν παρά μόνο όταν είναι νέοι, αψίκοροι και βγήκε απ το μικρό πορτάκι, το τόσο δα, αναψοκοκκινισμένος που παράβλεψε τους νόμους της οικειότητας, βλέποντας ολόγυμνη την Μαριλένα, που παρ όλα αυτά, είπε πως ποτέ δεν ήταν καλύτερα.
Γγγγ.
Τρία τσίπουρα! Παράγγειλε ο Τζον ή ο Γιάννης κι όλοι έμειναν κάγκελο κι άναψαν τσιγάρο με ευχαρίστηση, αγαλλιάζοντας σαν άγγελλοι, ήσσονες με μικρά γόνατα, χαλύβδηνοι, σιδερένιοι με μυώδεις γάμπες, ο μύθος συνεχίζει να μην υπάρχει, τι πιο πολύ αξίζει στη ζωή, εξόν από μια γυμνή γυναίκα που την είδες στο σκοτάδι ν ανεβάζει τα εσώρουχα της, ακόμα και ο θεός κολάζεται μ αυτό το άσπρο και το μαύρο των θηλυκών αισθημάτων, άρα πάμε καλά! Πάμε καλά!Για να πάρεις όμως πρέπει να ζητήσεις κι άμα ζητήσεις δεν ξέρεις αν θα σου το δώσουν, εκεί που το ποτό είναι φτηνό κι εκεί που η σάρκα είναι τρίφτηνη, έξω βρέχει και ποια είναι η γνώμη σου για τους εραστές είπε ο ένας από τους δυο χοντρούς, εμένα δε μου λένε τίποτε αυτοί που ερωτεύονται σφόδρα και ξεχνούν τα προβλήματα, ξεχνούν τα πάντα και νομίζουν πως ο κόσμος ανήκει μόνο σ αυτούς, έτσι είναι όσοι ερωτεύονται, έξω συνέχιζε να βρέχει, χωρίς λόγο, πάντα βρέχει χωρίς λόγο και οι άνθρωποι κρύβονται απ τη βροχή κι απ το χιόνι, έχοντας λίγη χαρά επειδή είναι μόνοι, έτσι ολοκλήρωσε μια άποψη για τη βροχή, τίποτε δε σκέφτομαι, απάντησε ο Ντικ που ήταν ξεχασμένος σε μια γωνιά περιπτέρου κι ανάλογου ύφους, αυτό ακριβώς ήταν το έναυσμα ν ανάψει μια φωτιά, χωρίς λόγο, έτσι επειδή μας άρεσε αυτό. Τίποτε άλλο. Αυτό. Η Μαριλένα και ο Τζον δεν έζησαν ποτέ μαζί, εκτός από αυτές τις πρόσκαιρες εικασίες του ενός για το σώμα του άλλου, για να μην ειπωθούν περισσότερα χυδαία για τα γόνατα μιας γυναίκας και τους ώμους ενός άντρα ή για τα μαλλιά της που έπεφταν σαν στάχυα στους λιγνούς και σαρκώδεις λόφους, ευρυμαθείς όπως τους αποκαλούσαν μερικοί, ένα γοητευτικό μέρος αυτών, ήταν, να φύγουν μακριά ο ένας από τον άλλον λες και δεν άντεξαν να ήταν μαζί, ευρυμαθείς και εγκρατείς, για να δεις πως αλλάζει η ιστορία, ένα βλέμμα αρκεί για ν αλλάξει το παν, αυτό ήταν εκείνο που επόθουν, τίποτε δε σκέφτομαι, είπε ο Τζον και η Μαριλένα έμεινε για πάντα γυμνή, μετέωρη σε έναν κόσμο όπως τον φανταζόμαστε όλοι.
ΤΕΛΟΣ


Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥΣ


ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ  ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥΣ

 

 

Η Μάγδα ήταν δασκάλα.
Δασκάλα στα μικρά παιδιά.
Την είχε γνωρίσει μια Χειμωνιάτικη βραδιά, σε ένα πάρτι γενεθλίων που έκανε ο φίλος του ο Σπύρος.
Ο Σπύρος ήταν ένα μυστήριο πρόσωπο Καθηγητής Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο- είχε σπουδάσει στην Αμερική και υπερηφανευόταν για αυτό. Εδώ, εσείς είσαστε Παρίες, έλεγε με στόμφο. Στην Αμερική, υπάρχει ο ανώτερος χόμο σάπιενς, καμιά σχέση με την Ελλαδίτσα.
Ήταν διαβασμένος και ενήμερος επί πολλών. Ιδιαίτερα στην Ιστορία. Μερικές φορές, του άρεσε να συζητάει μαζί του. Άλλες τον βαριόταν, γιατί έλεγε πολλά.
Η προσφιλής του κουβέντα όμως, ήταν για τις γυναίκες.
-Τι γίνεται; Τον ρωτούσε συχνά.
-Τι να γίνει; Απορούσε στην αρχή.
-Αχ, ρε άτιμε τρως καλά εσύ, εγώ θα πάω αχόρταγος.
-Φάε και συ του απαντούσε ειρωνικά.
Έβλεπε πράγματι μια σεξουαλική πείνα στα μάτια του καθηγητή Ήταν άσχημος. Μετρίου αναστήματος με μύτη σουβλερή και φωνή ένρινη.Τα μάτια του μικρά, σχιστά, σχεδόν Κινέζικα. Οι παρειές του εξογκωμένες. Τα μαλλιά του κορακίσια,είχε αρχίσει να φαλακρώνει κιόλας από νωρίς. Παντρεμένος με μια επίσης καθηγήτρια, που, μάλλον τον λάτρευε κι αυτός την βαριόταν. Είναι απορίας άξιον πως συνδέονται μερικές φορές οι άνθρωποι, ποια Χημεία τους ενώνει και ποιος διάολος τους χωρίζει.
Εκείνο το βράδυ, στο πάρτι γενεθλίων, ο Αμερικανόφερτος καθηγητής, του σύστησε την Μάγδα, κλείνοντας το μάτι.Ήταν σγουρομάλλα, κοντούλα με ωραίο σώμα, αναλογικά και μαυριδερή σαν μιγάδα.
-Είμαι από την Ρόδο, του είπε. Γι' αυτό και το χρώμα μου είναι μαυριδερό. Όλοι οι Ροδίτες έτσι είναι.
-Ωραίο νησί, το ξέρω για το χρώμα σας. Έχω πάει μια φορά, ένα Καλοκαίρι για διακοπές.
-Α, ωραία, έκανε.
-Ναι, ναι, ωραίο μέρος. Θυμάμαι πιο πολύ την παλιά πόλη με το Βενετσιάνικο φρούριο. Λιγότερο το Φαληράκι, την Λίνδο.
-Από εκεί είμαι, από την Λίνδο.
Και τον κοίταζε θελκτικά στα μάτια.
Χόρεψαν ένα -δυό χορούς, ήρθαν πιο κοντά.Ο καθηγητής όλο τους παρατηρούσε και με τρόπο του έκλεινε το μάτι.Αυτός το διασκέδαζε, είχε πλάκα ορισμένες φορές ο καθηγητής.
Όταν τέλειωσε το πάρτι και φεύγανε, κανόνισε με την Μάγδα να ξαναβρεθούνε. Αλλάξανε τηλέφωνα, διευθύνσεις αλλά, χωρίς να το καταλαβαίνει γιατί, δεν είχε και πολύ διάθεση να την ξαναδεί.Ίσως να μην του άρεσε και τόσο. Ίσως, επειδή σ' αυτές τις περιπτώσεις, δεν ήθελε να κάνει αγγαρεία. Αλλά, όταν γνωρίζεις έναν άνθρωπο, δεν είναι μόνο για την ερωτική πλευρά. Υπάρχουν κι άλλα ενδιαφέροντα σε μια γνωριμία, σκέφτηκε.

Η Μάγδα τον πήρε τηλέφωνο δυο μέρες μετά. Ήταν διακριτική, εύστροφη, αυτό της το αναγνώρισε. Μιλούσε ωραία, έξυπνα. Όχι εξυπνίστικα, έξυπνα, υπάρχει διαφορά.
-Πάμε κάπου; Να τα πούμε από κοντά; Της πρότεινε.
-Ναι, αμέ ; ενθουσιάστηκε.
-Θα έρθω να σε πάρω, που μένεις;
-Στο Παλιό Φάληρο. Κουντουριώτου 76.

Στον δρόμο, αναρωτιόταν γιατί πήγαινε να την συναντήσει αφού δεν του άρεσε. Ίσως για να τονώσει τον αντρικό του εγωισμό ή για να κάνει αυτό που του είπε ο καθηγητής: Έλα ρε, μια χαρά κοπέλα είναι. Επειδή είναι χωρισμένη; Πφ! Τι σε νοιάζει εσένα; Μήπως πρόκειται να την παντρευτείς; Να κάνεις αγκαλιές θα πας Άιντε τυχεράκια, βολεύτηκες πάλι, εγώ να δούμε πότε θα βολευτώ>
Βολεύτηκες..δεν του άρεσε η έκφραση, πολύ ευκολίστικη του φαινόταν και αργότερα, όταν είχαν καθίσει σε μια ωραία ταβέρνα και τρώγανε, ξαναθυμήθηκαν τον καθηγητή.
-Τι κάνει ο Σπύρος; Εσείς πρέπει να είσαστε πολύ φίλοι, αν κατάλαβα καλά, τον ρώτησε.
-Μια χαρά είναι. Δεν μπορώ να πω ότι είμαστε φίλοι, πιο πολύ γνωστοί που κάνουμε που και που παρέα.
-Α, νόμιζα πως είσαστε φίλοι, έκανε.
-Δεν είμαστε.
-Καλός είναι όμως, δεν είναι καλός;
-Καλός είναι, κούνησε το κεφάλι του.
-Έχει λίγο πλάκα, έτσι δεν είναι;
-Έχει.
Όπως την παρατηρούσε, άθελα του, σκέφτηκε πως θα έκανε για τον καθηγητή.
-Τι κοιτάς; Έκανε ναζιάρικα.
-Μου αρέσεις, προσποιήθηκε.
-Κι εμένα μου αρέσεις, του δωσε τα χέρια της.
Τα χάιδεψε. Του φάνηκαν λίγο σκληρά για χέρια γυναίκας και μάλιστα δασκάλας αλλά δεν είπε τίποτε. Τι να έλεγε;
Σε λίγο φιλήθηκαν. Το ίδιο του φάνηκε και το φιλί της. Άνοστο. Κι η σάρκα της κάπως ξινή ή κάπως που δεν μπορούσε να την περιγράψει. Τριανταπεντάρα θα ήταν τότε η Μάγδα. Φαινόταν γυναίκα με πολλούς ευκαιριακούς δεσμούς.
-Γιατί χώρισες; Την ρώτησε.
-Ασυμφωνία χαραχτήρων! Γέλασε.Δεν ταιριάζαμε, πώς να σου πω, σοβαρεύτηκε. Αυτό είναι. Αν και εγώ πιστεύω πως δυο άνθρωποι είναι σχεδόν ακατόρθωτο να ζούνε για πάντα μαζί.
-Ναι, έτσι πιστεύω κι εγώ, συμφώνησε.
-Εσύ; Ανύπαντρος ε;
-Πως το κατάλαβες;
-Φαίνεται.
Τέλειωσαν το φαγητό τους, ήπιαν λίγο κρασί ακόμα και κάποτε αποφάσισαν να φύγουν.
-Πάμε; Της είπε.
-Πάμε, του απάντησε και τον έπιασε αγκαζέ μέχρι το αυτοκίνητο.Προτού μπούνε, τον φίλησε.
Αυτή τη φορά, ήταν κάπως αλλιώτικα. Την χάιδεψε στο πλούσιο στήθος της κι ερεθίστηκε. Φιλήθηκαν κι άλλο, ακουμπισμένοι στα πλευρά του αυτοκινήτου. Ύστερα, καθώς είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει, μόλις το αντιλήφτηκαν, γέλασαν και μπήκαν φουριόζοι.
-Θα μουσκεύαμε, έκανε η Μάγδα λαχανιασμένη από τα φιλάκι άρχισε να τον χαϊδεύει χαμηλά.
Αυτός, έσβησε την μηχανή και τα φώτα του αυτοκινήτου, έβαλε ασφάλειες. Σκοτάδι ήταν και την άφησε να κάνει αυτό που ήθελε. Η Μάγδα του έβγαλε το ξύλο και χωρίς περιστροφές, τον πήρε στο στόμα της. Ήταν μαστόρισσα σ αυτό που έκανε, ήξερε πότε να σταματάει και πότε να συνεχίζει γρήγορα. Έβρεξε στο πρόσωπο της κι ένιωσε μια μικρή αηδία. Τόσο που σκέφτηκε να την παρατήσει εκεί και να φύγει αλλά δεν το έκανε. Ήξερε πως αυτό το ένιωθε ακόμα και με την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου.
Άναψαν ένα τσιγάρο, αυτός δεν μιλούσε.
-Είσαι γλύκας, του είπε
-Είμαι; Αναρωτήθηκε σιβυλλικά.
-Είσαι! Επέμενε αυτή.
-Ε, πάμε τότε.
Έβαλε μπροστά και πήγανε στο σπίτι της.
-Είναι δικό μου, του είπε. Πατρική κληρονομιά.
-Είναι σπουδαίο να έχεις δικό σου σπίτι, γνωμάτευσε.
-Εσύ δεν έχεις;
-Όχι, μένω με ενοίκιο.
-Α, έκανε και φιλήθηκαν στον καναπέ.
Την χούφτωσε  και του ήρθε μια άγρια επιθυμία του σερνικού. Ξεντύθηκαν γρήγορα στον καναπέ, τα ρούχα σκόρπισαν εδώ κι εκεί. Σε λίγο κύλησαν στο δάπεδο. Μπήκε στο σγουρό, μουγκρίζοντας σαν ζώο. Όιιι! ΄έσκουξε χαιδεμένη κι άρχισε να βγάζουν καυτές κραυγές, και οι δυό ουρλιάζοντας στο άπειρο.    

 Πάντα αναρωτιόταν τι σκουπίδια είχε μέσα στο μυαλό του, αυτός ο γνωστός του καθηγητής Πανεπιστημίου. Ότι έχουν όλοι οι άντρες. Και σύμφωνα με τον Φρόιντ, έχουν το αιδοίο μιας γυναίκας. Όχι το μουνί μιας συγκεκριμένης γυναίκας, απλά το μουνί. Το αιδοίο. Αυτό έχω κι εγώ αγαπητέ μου ξυλουργέ, του έλεγε καμιά φορά που τον ρωτούσε, όχι βέβαια για το δικό του μυαλό αλλά για το μυαλό, όλων των αντρών.
-Εσύ, τι νομίζεις πως έχεις;
-Ροκανίδια! του απαντούσε.
-Κι από αυτά έχουμε όλοι: ροκανίδια και αιδοίο.
Πάλι τα ίδια. Που το πήγαινε, που το φερνε, πάντα η κουβέντα για τις γυναίκες. Τι να πούμε τώρα; ολοκλήρωνε. Δες τον Αδάμ ...τι θα ήταν χωρίς την Εύα; Κι εμείς δίχως αυτές, είμαστε μηδέν..εδώ ο Αδάμ θυσίασε ολόκληρο πλευρό ... τι να λέμε τώρα..
-Είσαι λάγνος, του είπε μια άλλη μέρα που έπιναν τον καφέ τους στο καφενείο. Λάγνος. Τόσον καιρό έψαχνα την λέξη. Αυτό είσαι.
-Μωρέ και λάγνος είμαι και ηδονιστής. Πες εσύ ότι θέλεις παλιοξυλουργέ. Μπορείς να μου πεις τι γίνεται με την Μάγδα;
Δεν ξαφνιάστηκε, την περίμενε την ερώτηση.Είχαν περάσει δυο μήνες από τότε που την γνώρισε κι έκανε παρέα μαζί της. Τι παρέα δηλαδή, περισσότερο κρεβάτι, ξενύχτι και ξανά στο κρεβάτι. Τον είχε ξεθεώσει.
-Το κάνει καλά ε;  για πες μου; ξερογλείφτηκε ο καθηγητής.
Γύρισε και τον κοίταξε με κάποια αδιόρατη σημασία. Ύστερα έστρεψε το βλέμμα του έξω από το τζάμι. Χειμώνας ήταν, έξω έβρεχε δυνατά. Οι χοντρές σταγόνες χτυπούσαν στο πεζοδρόμιο, τα δέντρα λυγούσαν από τον αγέρα, την καταιγίδα.
-Από εδώ και πέρα θα βρέχει συνέχεια, είπε. Μου αρέσει η βροχή στην Αθήνα.
-Τι μου λες για την βροχή; Εγώ σου μιλάω για ...
-Για ποιο πράγμα κύριε καθηγητά; Τον έκοψε.
-Κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!
-Σου αρέσει ;
- Η Μάγδα; Σάστισε λίγο. Ε, ναι..
Δεν ήξερε τι να του πει και τον κοίταξε πάλι εξεταστικά.
-Καλά, θα δούμε, είπε μετά, σχεδόν αδιάφορα.
Μελετούσε έναν τρόπο να την ξεφορτωθεί, δεν του έλεγε κάτι αυτή η σχέση. Μονότονη. Φαγητό, λίγο κρασί, μετά κρεβάτι, στο Παλιό Φάληρο συνήθως. Σπίτι του δεν την πήγαινε.

Κάποιο Σάββατο κανόνισε απ' το τηλέφωνο να βρεθούνε με τον καθηγητή στο ξυλουργείο του. Να τα πούμε του, είπε. Και να πιούμε κανένα ποτηράκι κρασί. Μου έχει στείλει ένας φίλος από την Κρήτη, ένα διαμάντι. Αλήθεια; Σπινθήρισε ο καθηγητής που εκτός από τις γυναίκες, του άρεσε και το καλό κρασί, ιδιαίτερα αν ήταν τζάμπα.
Εκείνο το Σάββατο που τον περίμενε, ο καιρός ήταν πάλι συννεφιασμένος, μουντός. Βράδιαζε και σκοτείνιαζε νωρίς. Κι αυτός, είχε μια μικρή θλίψη στην καρδιά. Στην καρδιά και στον νου, συλλογίστηκε.
Βγήκε έξω στην αυλή όπου είχε μια μοναδική μανταρινιά.Έκοψε και ξεφλούδισε ένα μανταρίνι. Το έφαγε και πετούσε τις φλούδες του. Μερικές τις κλώτσησε στον αέρα. Έβγαζα απ' τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι, σου ριχνα στα μάτια να πονάς. Σάββατο κι απόβραδο ...  σιγανοτραγούδησε το γνωστό τραγούδι.
Δεν είχε τίποτε σπουδαίο, απλά βαριόταν. Και σε λίγο θα ερχόταν πρώτα ο Σπύρος και μετά η Μάγδα. Ή το αντίθετο. Πρώτα η τσούλα και μετά ο καθηγητής. Τσούλα! σκέφτηκε. Μπορεί. Γιατί, την είχε αποκαλέσει έτσι; Εύρισκε τον εαυτό του λίγο άδικο και δεν του άρεσε.
Άρχισε να βρέχει πάλι αλλά δεν τον ένοιαξε. Κάθισε κάτω από το υπόστεγο, άναψε τσιγάρο. Εκεί τον βρήκαν η Μάγδα και ο καθηγητής. Καμώθηκε τον χαρούμενο, τους καλωσόρισε, κάθισαν έξω στο τραπεζάκι κάτω από το υπόστεγο.
-Τι γίνεται ρε; Έτριψε τα χέρια του ο καθηγητής. Τι κάνεις εσύ; Αποτάθηκε στην Μάγδα.
-Καλά είμαι, καλά, χαμογέλασε αυτή.
-Δεν φέρνεις το κρασί από μέσα; Της είπε αυτός. Είναι πάνω στο τραπέζι, υπάρχουν και μεζέδες, φτιάξε κάτι και φέρτα εσύ σε παρακαλώ..
-Αν είναι να με παρακαλείς..πάω, γέλασε και κίνησε για μέσα.
Ήπιαν κάνα δυο ποτήρια, ζεστάθηκαν. Αυτός, παρατηρούσε τον τρόπο που κοίταζε την Μάγδα ο καθηγητής. Δεν την κοίταζε, την έτρωγε με τα μάτια. Και κείνη τον κοίταζε κάπως έτσι, σκέφτηκε.
-Η Ασπασία του Περικλή, συνέχισε την κουβέντα που είχαν αρχίσει για τις ιστορικές γυναίκες, ο καθηγητής, ήταν μεγάλη πόρνη.
-Γιατί, η Θεοδώρα του Ιουστινιανού, πήγαινε πίσω; Αναρωτήθηκε η Μάγδα.
-Ξέρετε, η Ασπασία ήταν η αιτία του Πελοποννησιακού πολέμου, συνέχισε απτόητος ο καθηγητής. Επηρέαζε τόσο τον Περικλή που την ονόμασαν Ελένη των Αθηνών.
-Εγώ, συμφωνώ με την άποψη και δεν το θεωρώ κακό, είπε η Μάγδα. Γιατί να μην μετέχουν οι γυναίκες στην Ιστορία; Πείτε μου. Γιατί;
Ήταν φεμινίστρια.
-Δεν πας να φέρεις λίγο κρασί και λίγο μεζέ ακόμα; Είπε αυτός.Αφήστε τις σαχλαμάρες για την Ελένη και την Ασπασία.
-Θα πιούμε κι άλλο; Δεν θα βγούμε έξω;
Και καθώς αυτός την κοίταζε επιτιμητικά με προσμονή, πήγε μέσα να ετοιμάσει τους μεζέδες.
-Α, ρε τυχεράκια! Του είπε με νόημα ο καθηγητής και κοίταζε πίσω μην τους ακούσει. Τρως καλά, σε παραδέχομαι. Σε λίγο θα φας κι εσύ,  είπε σαρδόνια μέσα του κι απ έξω του τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.
-Οι γυναίκες δεν είναι το παν στη ζωή κύριε καθηγητά, είπε.
-Το λες επειδή έχεις..
-Και συ έχεις την γυναίκα σου.
-Άλλο η γυναίκα μου , έκανε μουτρωμένα.
Ποτέ δεν ήθελε να μιλούν γι' αυτήν.
Ωστόσο η Μάγδα , γύρισε. Έφερε το κρασί, κάθισε δίπλα του, τον έπιασε απ τους ώμους, του δωσε ένα φιλί,η προσπάθησε να του δώσει γιατί αυτός την απώθησε ελαφριά. Κοιτάχτηκαν. Σαν να είχαν καταλάβει το τέλος. Αυτός το ήξερε από καιρό. Η Μάγδα μόλις τώρα το ψυλλιάστηκε και δεν έδειξε να την πολυενδιαφέρει.
-Καλύτερα έτσι, είπε δυνατά, άιντε γεια μας.
Τσούγκρισαν τα ποτήρια χωρίς κανένα από του άλλους να του δώσει απάντηση.
-Που θα πάμε; Είπε μετά από λίγο ο καθηγητής.
-Εγώ δεν θα έρθω, τους ξάφνιασε.Αλλά πηγαίνετε εσείς, πηγαίνετε, είπε σχεδόν σαν διαταγή. Εγώ δεν έχω διάθεση, μη σας χαλάσω το κέφι. Μάγδα, συνόδεψε τον κύριο καθηγητή και του κλεισε το μάτι.
Ο καθηγητής άλλο που δεν περίμενε. Κατάλαβε το νόημα των λέξεων του φίλου του κι άδραξε την ευκαιρία.
-Φεύγουμε; Είπε στην Μάγδα.
-Φεύγουμε; αναρωτήθηκε διστακτικά η δασκάλα.
Πήρε την τσάντα της, πήγε κοντά του και τον φίλησε.
-Γεια, είπε απλά.
-Γεια, είπε κι αυτός.

Από τότε δεν τους ξαναείδε. Αργότερα, έμαθε πως παντρεύτηκαν.

ΤΕΛΟΣ

 


Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

ΒΡΟΧΗ.

Σαν η θάλασσα πρέπει να γίνεται νέφος

Παίρνει το νερό της και γίνεται υετός, μοιράζει στη στεριά
τη βροχή.
Σταγόνες πέφτουν όταν γεννούν τα δέντρα
μοιρασμένη δικαιοσύνη εξ ίσου σε ανθρώπους και ζωντανά
σε έναν κόσμο που δε θα μπορούσε
να φτιάξει τη βροχή από μόνος του.
Δυσκολεύομαι να πω τις λέξη υδρομετέωρα
Το νερό της βροχής δεν πίνεται, το σύννεφο δεν πιάνεται
όπως το όνειρο, όξινο χρώμα του ύδατος.
υδρατμοί σκαρφαλώνουν στον ουρανό, ο άξονας της χερσαίας, μήτε οριζόντιος, μηδέ κάθετος, έτσι που να μοιράζεται η μέρα με τη νύχτα
Ένας κόσμος φτιαγμένος με διαβήτη ορατός-
οι άνθρωποι είναι πανέξυπνοι.
ούτε στην έρημο
όμως χρειάζομαι μια καινούργια λέξη για να το πω αυτό
αυτή που δεν την ξέρω
[Να γράψεις ένα ποίημα με μαθηματική ακρίβεια είναι ιεροσυλία.]
είναι έτοιμη να βρέξει ο ουρανός
όταν οι άνθρωποι θα τρέχουν να κρυφτούν από αυτό
που αγάπησαν
[Μ αρέσει αυτό που κάνω, επειδή σε σκέφτομαι.]
Είμαι ένα κομμάτι της βροχής ο άνθρωπος
αιματοειδής.
Ενώ συνεχίζει να θερμαίνεται ο άνεμος
αυτό που κρύβεται δεν είναι φανερό
μουσκεύει στο νερό, η λάσπη, φουσκώνουν τους χείμαρρους, υλίς πλακώνει τα φύλλα των δέντρων
τα φύλλα που είναι Φθινοπωρινά.
Εδώ δε θα μπλέξουμε τους ανθρώπους μακριά από αυτό που είναι κι αν έχει ένα νόημα η ποίηση
Το δίκαιο είναι να πούμε πως βρέχει για όλους τους ανθρώπους. Σκοτωμένους και όχι.
Αυτό το κρυστάλλινο  που αγάπησα κι ας έχει μέσα του το όξινο.
Είμαστε κάτι, λίγο από βροχή.

Όταν η γαλάζια θάλασσα κυμαίνεται

 

Το νερό της βροχής, μπορεί να πεις πως δε μοιράζεται δίκαια σε όλα τα στάχυα

 

Κουνάει ο αέρας της βροχής τα φύλλα των δέντρων

Σε λίγο

Είναι όπως η βροχή που τρέχει στα πεζοδρόμια.

Σαν η θάλασσα γίνεται σύννεφο, ξέρω πως θα βρέξει κάποτε. Δεν είμαι μόνος, έχω κι εσάς μαζί μου, δε θα μιλήσω για το χιόνι παρά μονάχα για τη βροχή.

 

Χρειάζομαι κάποιες άλλες λέξεις για να πω αυτό που θέλω,




Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΑΙΜΑ.

Γυμνο, κι άλλα 004.jpg


ΤΟ ΑΙΜΑ

Η ζωή μερικές φορές, είναι βαρετή για ανθρώπους ειδικά  σαν εμένα. Και το λέω αυτό επειδή από μικρό παιδί τα είχα όλα. Γεννημένος στην Γλυφάδα, πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια, από γένος αριστοκρατικό, πλούσιο, Τσιλιμηταίοι έλεγαν όλοι κι έτρεμε το σαγόνι τους από φθόνο. Ο πατέρας μου, γνωστός αρχιτέκτονας, είχε σχεδιάσει τα μισά από τα πιο ωραία κτίρια των Αθηνών και όχι μόνο: Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Πεκίνο, ήταν διάσημος. Η μητέρα μου ήταν κτηματίας. Η μισή γλυφάδα δικιά της από κληρονομιά. Λεφτά να φάνε κι οι κότες.
Έτσι, εμένα που με είχανε μοναχοπαίδι και άρα ήμουν μοναδικός κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας, με προόριζαν για πολιτικό. Σπούδασα στα καλύτερα κολλέγια των Αθηνών κι ύστερα μεταπτυχιακά, ντοκτορά και τέτοιες αηδίες στη Ζυρίχη, όπου τελευταία, γύρω στα τριάντα μου, τελείωσα πολιτικές επιστήμες.. Εγκαταστάθηκα σε ένα πολυτελές, ιδιόκτητο γραφείο, τοποθέτησα μια σπουδαία επιγραφή στην πόρτα: Τσιλιμηταίος Εμμανουήλ. Πολιτικός επιστήμων.
Η εξωτερική μου εμφάνιση σπουδαία. Γύρω στο ένα ογδόντα ύψος, βάρος εβδομήντα πέντε κιλά. Σταθερά. Πρόσωπο γωνιώδες, από αυτά που λένε πως έχουν φωτογένεια. Μάτια γκριζοπράσινα, λαμπερά. Πηγούνι θεληματικό, όχι ακριβώς τετράγωνο. Γενικά είμαι ένα καλοβαλμένο, ωραίο πρόσωπο. Πρόσωπο και μυαλό. Φυσικά δεν δούλεψα ποτέ μου. Η δουλειά είναι για τα κατώτερα όντα, τους πληβείους. Κι όσο κι αν φαίνεται ρατσιστικό, αυτή είναι η αλήθεια. Ούτε με την πολιτική που σπούδασα, ασχολήθηκα. Τι ανάγκη είχα εγώ για όπλα αυτά; είμαι ένας βολεμένος άνθρωπος που του άρεσαν δυο πράγματα: οι γυναίκες και οι άντρες.

Εκείνο το απόγευμα του Σεπτέμβρη, έπινα τον μελαγχολικό εσπρέσο μου στο καφέ του Αστέρα Βουλιαγμένης, αυτό το γκέτο των πλουσίων. Δεν είχα καμιά διάθεση για τίποτα, καμιά αφορμή δεν μου δινόταν. Έτσι, κάπνιζα το ένα τσιγάρο κατόπιν του άλλου-είμαι μανιώδης καπνιστής όπως οι περισσότεροι ηλίθιοι άνθρωποι. Ποτά δεν πίνω, τα θεωρώ επικίνδυνα για όλους τους ανθρώπους. Όπως και για τα ζώα. Θα είχε περάσει ώρα πολλή-ίσως κανένας αιώνας- κι ενώ συνέχιζα να πίνω τον εσπρέσο μου, δίπλα μου ξεφύτρωσε σαν από πουθενά, ένας φτωχός, πούστης κι άσχημος. Πως διάολο είχε εισχωρήσει στο γκέτο; Πως ξέφυγε από τους φύλακες; Αλλά προσπάθησα να μην δώσω σημασία, αυτοί οι άνθρωποι μου προξενούν αηδία. Σιχαμάρα.
-Νομίζεις πως είσαι κάτι σπουδαίο, μου είπε απερίφραστα με φωνή αντρική, τραχιά.
-Σε μένα μιλάς; απόρεσα.
-Βλέπεις κανέναν άλλον εδώ; έσμιξε τα φιδίσια μάτια του.
Σκέφτηκα να φύγω αλλά γιατί;
-Πάρε δρόμο! του απάντησα εξ ίσου σκληρά.
Γέλασε σαρδόνια.
-Και να φύγω, εσύ δεν γλιτώνεις, είπε χαλαρά λες και δεν συνέβαινε τίποτε.
-Από ποιον; από σένα; χλεύασα.
-Από τον εαυτό σου. Γι΄αυτό ηρέμησε.
Έπιασα σκεφτικός το πηγούνι μου και τον παρατήρησα καλύτερα. Τι ποντικίσια φάτσα ήταν αυτή; Ίσια μαλλιά σαν πράσα, κακοχτενισμένα. Στόμα σαν μια σχισμή, πέντε τρίχες φύτρωναν εδω κι εκεί, σε ένα μαυριδερό σαγόνι. Σώμα λιγνό, νευρώδες, άτριχο. Φορούσε ένα μαγιό, από αυτά που λέμε κουραδοκόφτη, φαινόταν όλο το κωλαράκι του κι έσταζε νερά ενώ εγώ φορούσα Αρμάνι την τελευταία μόδα κατευθείαν από το Μιλάνο.
-Από τη θάλασσα ήρθες; τον ρώτησα.
-Οι φτωχοί από κει έρχονται, αφού συνήθως απαγορεύεται η είσοδος στα μέρη σας.
-Ξέρεις ότι μπορώ να φωνάξω να σε πετάξουν έξω με τις κλωτσιές;
-Δε θα το κάμεις, είπε με πεποίθηση.
-Γιατί;
-Επειδή θέλεις ν αλλάξεις πρόσωπο. Επειδή, δεν σου αρέσει αυτό που είσαι κι εγώ μπορώ να σε βοηθήσω σ΄αυτό.
-Πως και πότε θα γίνει αυτό; είπα ξαφνιασμένος, γιατι πράγματι τον τελευταίο καιρό σκεφτόμουν να γίνω κάτι άλλο.
-Μην έχεις αγωνία, θα σε βρω εγώ. Δουλεύω σε ινστιτούτο αλλαγής φύλου.
Απο μικρό παιδί, πέντε ή έξι χρονών, που μπέρδεψα τα μπούτια μου με μια συνομήλικη ξαδέρφη, κατάλαβα τη διαφορά των δύο φύλων. Του αρσενικού και του θηλυκού, του άντρα και της γυναίκας. Απο τότε θυμάμαι πως με συνάρπαζε η ιδέα πως μπορείς να γίνεις το άλλο. Δηλαδή, εγώ σαν άντρας να μπορούσα να νιώσω τι ακριβώς αισθάνεται μια γυναίκα. Ο φόβος είναι άραγε ίδιος ή μια γυναίκα φοβάται περισσότερο; Η υπόσταση του σώματος μπροστά στον καθρέφτη, τι αναλογία ηδονής, χαράς, μίσους ευτυχίας, προσδίδει στη γυναίκα; Σαν αυτούσιο αρσενικό που ήμουν, γνώριζα ή τουλάχιστον πίστευα πως γνώριζα τι ακριβώς ένιωθα απέναντι στο σώμα μου και στο μυαλό μου. Το θηλυκό όμως; Λένε πως οι γυναίκες είναι πονηρές. Πως σκέφτονται αλλιώτικα απο τους άντρες. Είναι όμως αλήθεια αυτό και ποιος μπορεί να το βεβαιώσει απόλυτα αν δεν έχει βρεθεί και στις δύο πλευρές;. Όμως το συναρπαστικότερο μέρος αυτης της σύγκρισης, ήταν πρώτα η ηδονή κι ύστερα η εξίσωση των ειδών εγκεφάλου. Και η περιβόητη ισότητα των δύο φύλων, κατέληγε στον αδυσώπητο αγώνα του φεμινιστικού κινήματος. Γιατί μια γυναίκα να θέλει να εξισωθεί με τον άντρα; Τι νόημα είχε αυτό, αφού αποτελούν δυο αντίθετα πράγματα και ως εκ τούτου εξυπηρετούν διαφορετικούς κανόνες της ζωής.
Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Γυμνός στο τεράστιο σαλόνι περιφερόμουν εδώ κι εκεί. Πολλές φορές έπιανα τα στήθεια μου να δω μήπως μεγάλωσαν και το πεος μου που βρισκόταν σε ακατάσχετη στύση απο φόβο ενστίκτου μήπως αλλοτριωθεί σε αιδοίο. Ήταν όμως κι αυτός ο άτριχος σπουργίτης που είχε εμφανιστεί απο το πουθενά να μου σπαράζει το μυαλό. Τι στο διάολο ήθελε; Εγω ήμουν ένας βολεμένος μεγαλοαστός, ένας άνθρωπος μεγαλωμένος στην εμβέλεια της πραγματικότητας, θα μου άλλαζε ένα τυχαίο γεγονός τη ζωή μου; Ή μήπως κατα βάθος, πράγμα που δεν ήθελα να ομολογήσω, ήθελα ν γίνω γκέι; Να αποποιηθώ δηλαδή τη φύση μου. Αλλά ποια ήταν η φύση μου; αναρωτήθηκα φωναχτά στον καθρέφτη. Ήμουν ένας ερμαφρόδιτος παπαγάλος ή μια ξεφωνημένη κολοσούσσα;

Πέρασαν δυο-τρεις μέρες. Συνηθισμένος στις μεγαλοαστικές μου ασχολίες, ξεχάστηκα. Ή μάλλον, σκέφτηκα, τελειωτικά, πως το γεγονός ήταν ένα αποκύημα της φαντασίας μου. Πως δεν υπήρξε δηλαδή, κανένας ξεπουπουλιασμένος σπουργίτης που με είχε επισκεφτεί στην παραλία του Αστέρα Βουλιαγμένης. Έτσι, όταν εμφανίστηκε πάλι ξαφνικά απο το βυθό της θάλασσας, δεν το πίστεψα.
Ήταν πρωί αυτή τη φορά κι απολάμβανα την ζέστη ενός ωραίου Φθινοπωρινού ήλιου.
-Είσαι έτοιμος; με ρώτησε
-Έτοιμος για πού;
-Ξέχασες; θα πάμε στο ινστιτούτο αλλαγής φύλων. Όπως συμφωνήσαμε, δεν είναι τίποτα φοβερό, θα δεις.
-Μιλάς σοβαρά; πήγα ν αστιευθώ. Και πότε συμφωνήσαμε;
-Πολύ σοβαρά! με αντέκρουσε με σκιώδη φωνή.
-Μήπως δεν πρέπει; έκανα αμφιταλαντευόμενος
-Ξέχνα το! Πρέπει να γίνει. Εξ άλλου, λεφτά έχεις, τι φοβάσαι;
-Δεν είναι αυτό..έκανα μια άλλη μορφή αντίρρησης σκεφτόμενος πως, άμα έχεις λεφτά, όλα είναι τέλεια, όλα είναι λυμένα.
-Πάμε, πάμε έκανε αποφασιστικά και με πήρε απο το μπράτσο.
Η χειρουργική επέμβαση δεν διήρκησε πολύ. Ίσως τέσσερις-πέντε ώρες. Εγω δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα, όπως δεν καταλαβαίνει κανείς, όταν βρίσκεται ναρκωμένος στο χειρουργικό κρεββάτι.
Άμα ξύπνησα, οι γιατροί έτριβαν τα χέρια τους.
-Μπράβο! είπαν. Όλα έγιναν στην εντέλεια.
Και με άφησαν μόνο μου.
Ή μάλλον μόνη μου.
Καθώς συνερχόμουν απο την νάρκωση, έβαλα τα χέρια μου στο στήθος. Αναμαλλιασμένος χούφτωσα δυο υπέροχα γυναικεία στήθη. Ύστερα κατέβασα το χέρι μου χαμηλά.Στην αρχή δεν κατάλαβα αν έπιανα πέος ή κλειτορίδα.
Δυστυχώς ήταν κλειτορίδα.
Ή ευτυχώς.
Τώρα ήμουν μια τέλεια γυναίκα.
-Ν΄αφήσεις τα μαλλιά σου να μακρύνουν, άκουσα μια νοσοκόμα που εισέβαλλε ξαφνικά στο θάλαμο. Θα είσαι πανέμορφη. Μια κούκλα!
-Αποτρίχωση; ψέλλισα πιάνοντας τα γένια μου.
-Μη σε νοιάζει! κελάρυσε. Σε λίγες μέρες δε θα βγαίνουν πια.
Κι έφυγε αφήνοντας με μόνη στην συμφορά μου.

Εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί, αφήνοντας με μετέωρο να χάσκω στο μακρύ βυθό της θάλασσας και της ανθρώπινης διάστασης.

ΤΕΛΟΣ


Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΕΠΙΖΗΣΑΝΤΕΣ


ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΕΠΙΖΟΥΝ. ΕΣΕΙΣ ΤΙ ΛΕΤΕ;

Σενάριο ζοφερό κι αδυσώπητο
Μια γυναίκα προχωράει στις στέππες της Σηβηρίας.
Είναι η Αντζολίνα Τζολί ή κάποια άλλη. Πάντως κάποια είναι.
Σκυλιά και κομπιούτερς μπλέκονται στη νεκρή ζώνη. Ελικόπτερα στον Βόρειο πόλο.
Στον Νότιο δεν γίνεται τίποτε.Μουσική εκκωφαντική ανάμεσα από σκυλίσια μέρα στην Λιβύη και αλλού. Στον ήχο η Γιασμίν Λεβί. Ναι, αυτή.
Σε λίγο εκτινάσσονται όλα. Κεραυνός βώλου. Κεραυνοβόλα.
Οι άνθρωποι ψάχνουν στην νύχτα με δάδες να βρουν τίποτα. Να βρουν ένα δρόμο. Τα σκυλιά σταματούν. Επίσης η Γιασμίν. Ένας σκύλος πεθαίνει.
Πρέπει να βρούμε την χρονική καταιγίδα. Όλα αιωρούνται.Μόνον οι ήρωες επιζούν.
Οι άνθρωποι δεν έχουν λόγο ν αρνούνται τους ήρωες.[no more heroes]
H γυναίκα προχωράει ξανά, ανάμεσα από χιλιάδες πυροβολισμούς. Ανάμεσα απο χιλιάδες θανάτους.
Γλιτώνει.
Πως γλιτώνει είναι άλλο. Έχει τον χάρτη του Νέου Κόσμου στο μυαλό της και το κακό προαίσθημα οδηγό.
Οι άντρες είναι οι νικητές αυτού του κόσμου, πάρ΄ότι δεν βρίσκουν απάντηση στο πρόβλημα.[do it you]
Ένας κόσμος φτιαγμένος από χαμηλή λήψη. Κάποιος τρέχει πάνω σε μια πυραμίδα του Χέοπος. Συναντιέται με το παρελθόν του. Σ΄αγαπώ λέει. Σ΄αγαπώ τόσο πολύ. Πεθαίνω για σένα αλλά μπορούμε ν΄αλλάξουμε το χρόνο;
Οι επόμενες σκηνές γράφονται με μαχαίρια. Το ύφος των αντρών είναι τώρα πιο σκληρό. Κανείς δεν θέλει να πεθάνει. Ξέρουν από όπλα. Κουνηθείτε!
Οι εικόνες θολές, πανοραμικ ανάμεσα από καταρράκτες κι ένα μικρό ρολόι. Τόσο δα, να δείχνει τον χρόνο. Τον ελάχιστο απο την καταστροφή. Πάντα ένα ρολόι μετράει. Τικ-τακ, τικ-τακ. Όταν δυο όπλα σηκώνονται σε κοντινό πλάνο, no gans, μόνο με τα χέρια. Αρέσουν αυτοί που χτυπιούνται και δεν ματώνουν. Δε βγάζουν στάλα αίμα. Ούτε όταν τους γαμάν.
Μια γυναίκα κυκλοφορεί στις σαβάνες της Λιβύης. Στην Σιβηρία η φωτιά καίει τους πάγους. Είναι η Αντζολίνα Τζολί. Η κάποια άλλη. Στον ήχο η Γιασμίν, ενω τα έλκυθρα με τους λύκους επανέρχονται. Ταξιδεύουμε σ έναν ολισθηρό κόσμο.
Ησυχία.
Στο βάθος Ένιο Μορικόνε. Κανείς δεν ξέρει το τέλος. Ήταν ωραίο το τέλος;
Έξω ρίχνει χιόνι
Μέσα η καρδιά παγώνει. [παγόνι;]
Ένας αέρας τρελός μας συνεπαίρνει.




Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ.


φωτο και πορτρετα 109.jpg

ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΠΑΛΙΑ ΓΟΗΤΕΙΑ.
Συνέχεια από προηγούμενο σενάριο, κάποιου συγγραφέα, που ζει και δεν ζει, κάπου μεταξύ Αντίγκουα και Γκουανταλαχάρας και που τώρα μπορεί να χει πεθάνει αλλά δεν έχει σημασία, σημασία έχει που ζείτε εσείς και διαβάζετε....

Τελειώνοντας αυτό το παραλήρημα, ο συγγραφέας, ανασαίνει βαριά. Ήθελε να τα πει όλα και κουράστηκε. Πέφτει αποκαμωμένος σε μια ξεχασμένη καρέκλα, μοναχικός και εχέμυθος. Ο σκηνοθέτης τον κοιτάζει περίεργα. Μόνο η πουτάνα η ιστορία τον συλλυπιέται. "Υπάρχει για σένα το μέγεθος της ιστορίας," του ψιθυρίζει. "Ποιος άλλος έχει αυτή τη χάρη;" Ο σκηνοθέτης διαφωνεί με αυτή την άποψη, δυσανασχετεί. "Οι συγγραφείς," επιμένει, "δεν πρέπει να είναι και ήρωες". Ήρωες είναι ο Αχιλλέας και ο Έκτορας αλλά όχι ο Όμηρος. Ο συγγραφέας που κοιμάται βαθιά ευτυχισμένος, δεν ανοίγει τα μάτια του. Κοντινό πλάνο στο πρόσωπο του. Οι τυραννισμένες ρυτίδες του, γεμίζουν την οθόνη. Με φλας μπακ, ανακαλύπτουμε τα όνειρο του: Ένας εξαίσιος κόσμος, γεμάτος ανισότητες, ένα παιδί του δρόμου, βρίσκει το ξεροκόμματο του και το τρώει με βουλιμία. Ένας ποδεμένος που λύνει τα κορδόνια των παπουτσιών του και τα δίνει σε έναν ξυπόλυτο. [Αυτό είναι κλεμμένο απ το ΑΜΕΡΙΚΑ-ΑΜΕΡΙΚΑ, του Ελία Καζάν]. Μια γλυκιά μελωδία, παιγμένη από μια μπάντα σαλτιμπάγκων μουσικών, απλώνεται πάνω και μέσα στην οθόνη. Είναι σημαντική η διάρκεια της. Ίσως πάνω από πέντε λεπτά. Η σκηνή επαναλαμβάνεται τρεις φορές μέχρι να την εμπεδώσουν οι ηθοποιοί. Το πλάνο κλείνει, με ζουμ-άουτ, επανερχόμαστε στην πραγματικότητα. Η κάμερα κινείται γρήγορα στους δρόμους μιας πολύβουης πόλης. Του Νιου Μέξικο ή της Αθήνας. Κόσμος πάει κι έρχεται. Αυτοκίνητα, χειράμαξες, αχθοφόροι, παντός είδους Κινέζοι. Ανάμεσα τους ο πρωταγωνιστής Α, τρεκλίζει με ένα μπουκάλι βότκα ή τεκίλα στο χέρι. Μοιάζει με τον Νίκο Κούρκουλο, στο κοινωνία ώρα μηδέν. Με σημάδια στο πρόσωπο, με ρελιασμένα ρούχα, σχισμένα. Αξύριστος, ταλαιπωρημένος αλλά είναι ωραίος! Ο θεατής μένει κεραυνοβολημένος στην εμφάνιση του. Πόσο θα ήθελε να ήταν ο ίδιος! Να περνούσε αυτά που τραβάει ο πρωταγωνιστής. Η νοσταλγία του τσακίζει τα κόκαλα. Οι γυναίκες κλαίνε αναφιλητά. Πως κατάντησε έτσι! Τελικά ο Α κατορθώνει να μπει σ ένα μπαρ. Σωριάζεται σε μια καρέκλα. Σ ένα σκαμπό, σε ότι βρίσκει. Πάντως σωριάζεται. Από την άλλη πόρτα μπαίνει ο Β πρωταγωνιστής, αγκαλιά με μια άγνωστη. Πλησιάζουν, κοιτάζουν με συμφορά τον Α, στέκονται από πάνω του. "Τι μπορούμε να κάνουμε γι αυτόν; Είναι ένας κατεστραμμένος πρωταγωνιστής. Τον εγκατέλειψε η γυναίκα του, τον παράτησαν τα παιδιά του, δεν έχει καμιά ελπίδα πια στον κόσμο. Γιατί να ζήσει;" Η άγνωστη του χαϊδεύει τα μαλλιά. Ο Α, ανατινάζεται, με σκοτεινό βλέμμα, μουγγρίζει: "Φύγετε από εδώ! Πάρτε δρόμο!" και ρουφώντας την μπουκάλα ξαναπέφτει με τα μούτρα στο τραπέζι. Οι άλλοι ανασηκώνουν τους ώμους και φεύγουν.
Νύχτα, εσωτερικό. Ο Α κοιμάται σε ένα βρώμικο διαμέρισμα. Ανασαλεύει τις βρώμικες κουβέρτες, με μισοκλεισμένα μάτια, πιάνει από κάτω ένα βρώμικο μπουκάλι. Πίνει. Ξαναπέφτει σε λήθαργο, ροχαλίζει. Το πλάνο αιωρείται στο κενό του σκοταδιού.
Μέρα, μεσημέρι. Εσωτερικό. Στην είσοδο ενός σούπερ μάρκετ, διαβαίνει ο Α. Είναι πεινασμένος αξιοθρήνητος. Στην δεξιά τσέπη του, σφίγγει ένα σαρανταπεντάρι. Με σταθερό βήμα κατευθύνεται στο ταμείο. Το σούπερ μάρκετ είναι σχεδόν άδειο κείνη την ώρα. Αυτό τον βολεύει. Στο ταμείο κάθεται η άγνωστη που συντρόφευε τον Β. Μόλις συναντιούνται τα μάτια τους, ξαφνιάζεται. "Τι θέλετε;" ψελλίζει. Αυτός της προτείνει το πιστόλι. " Βάλε τα λεφτά σε μια σακούλα!" την προστάζει σφυριχτά. Η άγνωστη διστάζει. " Κάνε αυτό που σου λέω! τα χρειάζομαι για τους φτωχούς. Γρήγορα!" ξαναδιατάζει. Η άγνωστη αδειάζει το ταμείο σε μια τσάντα. Νάιλον ή ότι έχει. Ωστόσο από το βάθος εμφανίζεται ένας σεκιουριτάς. Κρατάει πιστόλι και σημαδεύει τον πρωταγωνιστή που γυρίζει και τον αιφνιδιάζει. Πυροβολεί και το πιστόλι του σεκιουριτά, εκσφενδονίζεται πέρα. Πέφτει επάνω του και με δυο μπουνιές ξεκαθαρίζει την κατάσταση. Πάντα έτσι συμβαίνει. Η άγνωστη τον κοιτάζει με θαυμασμό. Αυτός της δίνει ένα φιλί κι εξαφανίζεται.
Πλατεία. Παγκάκια. Πεινασμένοι, Κούρδοι, Πακιστανοί, Έλληνες, ρακένδυτοι όλου του κόσμου, με σβησμένα μάτια, εκλιπαρούν ένα ξεροκόμματο. Ο Α καταφτάνει ανάμεσα τους. Από την σακούλα, βγάζει και μοιράζει τα λεφτά. Οι πεινασμένοι ορμάνε Παίρνει ο καθένας ότι μπορεί. Κάποιοι του ξεσχίζουν το πουκάμισο αφού δεν προλαβαίνουν να πάρουν λεφτά, άλλοι το παντελόνι. Το σλιπάκι. Τον αφήνουν εντελώς γυμνό κι ύστερα το βάζουν στα πόδια. Ένα τσούρμο μπάτσοι που παρακολουθούσε την σκηνή, έκπληκτοι ορμάνε κατά εκεί. Σβέλτα ο Α τρέχει προς ένα αυτοκίνητο, ξένο, πως τα βρίσκουν ανοιχτά τα αυτοκίνητα οι πρωταγωνιστές είναι άγνωστο και ως δια μαγείας μπαίνει μέσα, βάζει μπρος ως δια μαγείας, αναπτύσσει ταχύτητα..... ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ




Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

ΕΙΣΑΙ ΧΑΖΟΥΛΗΣ ΔΕ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙΣ


310384_422319267826786_480647285_nδ.jpg
ΝΑ ΡΩΤΑΣ Ή Ν ΑΠΑΝΤΑΣ;

Πάντα μου άρεσε να περπατάω στους δρόμους, να βαδίζω συνέχεια, ιδιαίτερα στα απόμερα στενά, που δεν έχουν πολυκοσμία, επειδή ο θόρυβος με ενοχλεί να σκέφτομαι.
Έτσι και χτες το πρωί βγήκα. Πήρα την εφημερίδα μου την κράτησα στη μασχάλη, αργότερα θα την ξεκοκάλιζα, έτσι κι αλλιώς δεν είχα πάρει τα γυαλιά μαζί μου. Τώρα ήθελα να σκεφτώ για μια παλιά γυναίκα που είχαμε αγαπηθεί λίγο- πως είναι αυτές οι αγάπες οι μικρές; Που διαρκούν το πολύ δυο μέρες; Αυτές. Αυτές που όμως όταν έρχονται στο νου, προσπαθείς να τις αναλύσεις γιατί έγιναν έτσι τα πράγματα και όχι αλλιώς και τι θα συνέβαινε αν συνεχιζόταν το παραμύθι τους.
Παραμυθιαζόμουν κι εγώ δηλαδή, επέστρεφα πίσω, έπλαθα όλη την εποχή, πέρναγε η ώρα μου μακριά από το σκοτεινό σήμερα, από τη ζοφερή πραγματικότητα που όταν δεν μπορώ να την αντιμετωπίσω τη στέλνω για τσάι του βουνού. Ωραία που ήταν και χτες! Κι αν εμφανιζόταν από το πουθενά εκείνη η Μαρία των δυο ημερών, που είχε εξαφανιστεί μετά το τελευταίο μας ραντεβού με ένα πικρόχολο σχόλιο για μένα, [είσαι χαζούλης, δε μου κάνεις], όλα θα ήταν τέλεια! Εγώ, ο δρόμος, η εφημερίδα στη μασχάλη κι ένα κορίτσι από μακριά να φοράει πορτοκαλιά και να έρχεται γεμάτη γέλιο καταπάνω μου.
Κι αφού χόρταινα μ αυτή την εικόνα, μερικοί περαστικοί με κοίταζαν περίεργα, εμένα δε με ένοιαζε, εγώ δεν τους είχα κάνει τίποτε, για να κρύψω το πρόσωπο μου κόλλησα την εφημερίδα στη μάπα μου κάνοντας πως διαβάζω, ώσπου έπεσα πάνω στον τηλεφωνικό θάλαμο! Στραπατσάρισα τη μούρη μου, οι περαστικοί ξέσπασαν στα γέλια, εγώ το βαλα στα πόδια και σκέφτηκα ψαχουλεύοντας την πονεμένη μύτη μου, πως, μερικές φορές που βγαίνω στους δρόμους, να μην ξεχνάω τα γυαλιά μου, που φοράω από μικρό παιδί, ένεκα της μυωπίας μου γιατί συνέχεια παθαίνω γκάφες. Πέφτω πάνω στους άλλους, χουφτώνω το στήθος μιας γυναίκας νομίζοντας πως είναι τα πεπόνια του οπωροπώλη, ανεβαίνω αντί να κατεβαίνω και το χειρότερο: δεν μπορώ να διαβάσω την εφημερίδα μου.



Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

ΜΗΝ ΠΕΙΣ λέξη.



ΣΥΝΘΛΙΒΩ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΛΕΞΗ

Πάντα είχα μανία με τις λέξεις. Από μικρό παιδί, τις ψαχούλευα, τις έκοβα, φέτες, τις πήγαινα από δω κι από εκεί, όπου ήθελα. Κοιμόμουν μαζί τους, έπαιζα με την αυθάδεια τους, με την ανεπάρκεια μου να τις καταλάβω καλύτερα. [ Ο Ζαν-Πωλ-Σαρτρ πήρε με αυτές το Νόμπελ της λογοτεχνίας.] Μου άρεσαν οι πολλές λέξεις, έβρισκα-και βρίσκω- μια χαρά να τις καταλαβαίνω, να είναι πλάι μου, παρέα μου. Οι άγνωστες λέξεις με προκαλούν, τρέχω στα λεξικά μετά μανίας, να βρω τι είναι ετούτο, τι είναι το άλλο. Ήθελα να ξέρω και χωρίς τις λέξεις δε μαθαίνεις τίποτα. Βέβαια, δεν είναι καθόλου εύκολο να τις καταλάβεις όλες, γιατί με μια λέξη, εξηγούμε μια άλλη. Ή πολλές. Τι είναι μια λέξη; Το μικρότερο στοιχείο του λόγου που αποτελεί από μόνο του μια αυτοτελή έννοια, λένε τα λεξικά. Τα λεξικά που δε λένε πάντα την αλήθεια. Not a word! Μην πεις λέξη! Από χτες ή προχτές, δε θυμάμαι, μου κόλλησε μια λέξη: Συνθλίβω. Πως σας φαίνεται; Δύσκολη λέξη. Συμπιέζω, ζουλώ, λένε τα λεξικά. Προσθέτω θλίψη θα ήταν η καλύτερη φραστική εξήγηση. Άρα συνθλίβω, κάνω κάποιον να πονά. Να θλίβεται. Γι αυτό λέω πως είναι μια τρομερή λέξη, από τη θλίψη, πεθαίνουν κάποιοι άνθρωποι, από την κατάθλιψη, περισσότεροι. Οι περισσότεροι άνθρωποι που είναι μανιοκαταθλιπτικοί. Ή γίνονται όταν μεγαλώσουν. Τώρα βέβαια, συνθλίβομαι, που δεν μπορώ να κατανοώ όλες τις λέξεις. Πολλές φορές, λέμε λέξεις που δεν τις ξέρουμε ακριβώς, τι εννοούν, τι θέλουν να πουν επακριβώς. Όπως πολλοί μπερδεύουν την καρωτίδα με την κλειτορίδα. Οι Άγγλοι λένε squeeze το συνθλίβω και squeezing, την σύνθλιψη. Ηχητικά μου θυμίζει σκούζω. Είναι να σου θυμίζουν κάτι οι λέξεις.




Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΔΙΚΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.


ΕΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΟ ΔΙΚΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.

ΤΟ θέμα είναι πολύ σοβαρό.Σε λίγο θα φτάσουμε οι μισοί Έλληνες να φρουρούν τους άλλους μισούς.
Το μακελειό κράτησε δεκατρία λεπτά..δυο αστυνομικοί σκοτώθηκαν. Άλλοι δυο τραυματίστηκαν. Κανείς από τους δολοφόνους δεν έπαθε τίποτε. Εφτά αυτοκίνητα εκλάπησαν.Στα τέσσερα λεπτά εμφανίστηκαν 15 ζευγάρια της ομάδας ΔΙΑΣ. Στα δέκα ο στρατός, είκοσι περιπολικά κύκλωσαν το τετράγωνο κι ο Πάνος Σόμπολος απορεί πως δεν μπόρεσαν όλοι αυτοί να συλλάβουν μια χούφτα παράνομους.
Μύθος ότι η Ελλάδα είναι ασφαλής χώρα.Στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, η αστυνομία δεν φαίνεται αλλά νιώθεις ασφαλής. Στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Αθήνα σε κάθε βήμα μας παρακολουθούν φρουροί κι όμως δεν είμαστε ασφαλείς.
Στην Ελλάδα δεν μπορεί να βρει το δίκιο του ένας μπάτσος. Χαμός. Ληστείες, φόνοι, τρομοκρατία, Καλάσνικοφ. ΠΟΥΛΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΑΝ ΤΑ ΚΟΥΛΟΥΡΙΑ. Φυτρώνουν σαν μανιτάρια οι σπείρες. Όλοι νέα παιδιά, με το Καλάσνικοφ στο χέρι πυροβολούν αδιακρίτως. Το Καλάσνικοφ που τρυπάει δέκα εκατοστά ατσάλι, κι οι Αστυνομικοί πυροβολούν με πιστολάκια.
Οι αστυνομικοί είναι απροστάτευτοι.
Οι μπάτσοι είναι άνθρωποι που τρώνε και χέζουν.
Εικοσιπεντάρηδες οι περισσότεροι, νέα παιδιά που δεν τους δίνουν το δικαίωμα ν αμυνθούν. Περνάει δηλαδή ο καθένας και πυροβολεί έναν άνθρωπο που κάνει περιπολία, έτσι γιατί του κάπνισε. Βρίσκετε εσείς, καμιά λογική εξήγηση; Δεν τους έδωσαν το δικαίωμα να αμυνθούν. Τούς την έστησαν. Και η πολιτεία, κάθε φορά που θα σκοτώνονται δυο μπάτσοι, θα θυμάται για τα μέτρα που έπρεπε να είχε πάρει.
Μπάζουμε από παντού. Άπ όλες τις μπάντες κι έπειτα κάποιος φωνάζει ν αλλάξει ο νόμος περί οπλοφορίας, όταν στην Ομόνοια και αλλού, μοιράζουν Καλάσνικοφ-στα δυο χαρίζουμε ένα μορφάζει ο Σόμπολος και γελώντας μεταδίδει η θυμάται πως είχαν σκοτώσει έναν περιπτερά την άλλη φορά.Αχταρμάς. Μια χώρα περιορισμένης ευθύνης. Μια χώρα μπουρδέλο. Μην τολμήσεις όμως να κλέψεις καμιά σοκολάτα.Ο αστυνομικός θα είναι δίπλα σου.
Ο μπάτσος στην Αμερική είναι υπερήρωας. Χιλιάδες ταινίες έχουμε δει, με τους ΒΡΩΜΙΚΟΥΣ ΧΑΡΙ τον Κλίντ Ιστγουντ, τον Τόμ Κρούζ, τον Μελ Γκίπσον, τον Μπρους Γουίλις και τόσους άλλους αστέρες να υποδύονται τους αδέκαστους αστυνομικούς που παλεύουν αίμα το αίμα για το δίκιο των αδικημένων και πάντα να κερδίζουν. Αυτός ο ονειρεμένος μπάτσος ηχεί στα αυτιά του Έλληνα αστυνομικού; Ο μπάτσος που δεν σκοτώνεται ποτέ, ο μπάτσος που κερδίζει πάντα, ο μπάτσος που θα βρει τελικά την λύση να σώσει την ανθρωπότητα, και να φύγει αγκαλιά με την υπέροχη γκόμενα;
Τελικά οι μπάτσοι στην Ελλάδα δεν έχουν ποτέ δίκιο.




Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Αν μας πετάξουν το κόκαλο θα τρέξουμε να τους το πάμε.


263348_532360156822696_1626123956_nδ.jpg

Έχω να κάνω μερικές παρατηρήσεις για την Ελληνική πραγματικότητα. Η βασικότερη είναι πως δεν έχουμε σύμπνοια ως λαός. Βέβαια από αρχαιοτάτων χρόνων μας διέκρινε αυτό. Δεν μας νοιάζει τι κάνει ο διπλανός αρκεί να περνάμε εμείς καλά. Μόνο από ανάγκη πλησιαζόμαστε και πετάμε ένα κομμάτι, ένα κόκαλο. Και δεν εννοώ τη φιλανθρωπία, λέγοντας σύμπνοια. Όχι. Εκεί είμαστε πρώτοι, θέλουμε να έχουμε πένητες για να δείχνουμε τάχα φιλεύσπλαχνοι. Θέλουμε να έχουμε δούλους, προσκυνητές, κόλακες για να μεγαλώνουμε εμείς. Ποτέ για να δώσουμε κάτι που αξίζει. Κοντά σ αυτό η φτώχεια μας μεγαλώνει. Κατά αυτό τον τρόπο η Ελληνική κοινωνία γίνεται μια υποκριτική κοινωνία. Και όσον αφορά την εργατικότητα, δε νομίζω πως ανήκουμε δα και στους εργατικότερους λαούς. Την έχει την τεμπελιά ο Έλληνας και εξ αυτού βγαίνει και το καλοπερασάκιας που μάλιστα πολλοί περηφανεύονται [ξιπάζονται, καλύτερα] πως "τον θέλουν τον εαυτούλη τους" κι ας μην έχουν εργαστεί ποτέ. Γνωρίζω ανθρώπους που αν τους ρωτήσεις τι εργασία κάνουν, σε κοιτάζουν σα να τους μιλάς για το πιο περίεργο πράγμα, σα να κατέβηκες από τον ουρανό, αφού φυσικά δεν έχουν εργαστεί ποτέ. [Αυτοί ανήκουν επί το πλείστον στην περιβόητη Ελληνική μπουρζουαζία που επειδή έχουν αυτοί σε θλίβονται που δεν έκανες τίποτε στη ζωή σου, θεωρώντας σε ανίκανο, ανεπρόκοπο, τεμπέλη κλπ]
Έπειτα, συνεχίζουμε να υπάρχουμε χειρότερα ξιπασμένοι από ποτέ, αμόρφωτοι και φθονεροί. Δε βλέπω κανέναν να επικροτεί τις έστω λίγες καλές προσπάθειες που γίνονται είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό βίο. Είμαστε μια καταβροχθιτική κοινωνία, μια μισερή κοινωνία, που δε σέβεται κανένα νόμο και όσο για την περιβόητη εξυπνάδα του Έλληνα, την καπατσοσύνη, όλα είναι κολακείες. Σε τι συνίσταται η εξυπνάδα του μέσου Έλληνα; ποια είναι η προοδευτικότητα του; ποια είναι η μόρφωση του όταν τα 80% των νοικοκυριών δεν έχουν βιβλιοθήκη σπίτι τους; Τους περισσότερους που ρωτώ δεν έχουν ανοίξει βιβλίο από τα γυμνασιακά τους χρόνια. Αυτή είναι μια άθλια διαπίστωση αλλά διαπίστωση: Οι περισσότεροι Έλληνες είναι ανιστόρητοι, αγεωγράφητοι, ημιμαθείς στο έπακρον μπουρδολογούν και ψεύδονται ασύστολα, συνεχίζουν να πιστεύουν πως η καλύτερη γνώση τη ζωής, είναι του πεζοδρομίου. Στη δε πολιτική κατάρτιση είναι φωστήρες. Μπορούν να σου αναλύσουν με κομπασμό την όποια πολιτική κατάσταση, ξέρουν τα πάντα- να σου πω εγώ, εσύ δεν ξέρεις, είναι η συνηθέστερη φρασεολογία τους- και τους πάντες, χτες ένας μου λεγε πως μένει κοντά στο σπίτι του Σαμαρά και άρα, ξέρει περισσότερα για την πολιτική κατάσταση της χώρας!
Το μεγαλύτερο ίσως προσόν αυτού του λαού, είναι αυτό που λένε φιλότιμο. Μόνο με το φιλότιμο όμως δεν μπορείς να πας μπροστά.




Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

ΟΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ...


ΒΙΒΛΟΣ, ΤΟ ΧΕΙΡΙΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ.

Η Ιδέα του θεού σημαίνει την αποκύρηξη της ανθρώπινης λογικής. Και της δικαοσύνης. Είναι η αποφασιστικότερη άρνηση της ανθρώπινης ελευθερίας και οδηγεί αναγκαστικά στην δουλεία των ανθρώπων. Η ρήση του Βολταίρου, εαν ο θεός δεν υπάρχει πρέπει να τον εφεύρουμε, ειναι μια δραματικη σκηνοθεσία του ιδεαλισμού για να ρίξει τους περιπλανώμενους στην άγνοια σε βαθύτερα σκοτάδια.Και οι άνθρωποι δεν είναι προιόν χυδαίας ύλης, είναι προιόν καλύτερης ύλης.

Ας πάρουμε τα πράγματα απο κάποια αρχή. Ο Ιεχωβά των Εβραίων, δεν έπλασε κανέναν Αδάμ και καμια Εύα. Αυτά είναι οι παράλογες απαιτήσιεις ενος σεσημασμένου λαού και πιο πολύ κατοπινές φαντασιώσεις των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Ακόμα και ο Μπακούνιν παραδέχεται τον σατανά σαν ύπαρξη εξεγερμένου ανθρώπου αλλά σήμερα, οι φαντασιώσεις της Βίβλου [ισως το χείριστο εγχειρίδιο για την ανθρώπινη βλακεία] δεν μπορούν να σταθούν σαν παραδείγματα για την συνέχιση της ζωής.Είναι τόσα τα παράλογα παραμύθια που διδάσκονται ακόμα και σήμερα σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική κι αυτό το λέμε εκπολιτισμό του κόσμου. Ίσως δεν μπορώ να το εκφράσω καλύτερα: Οι παράλογες πεποιθήσεις ενός λαού[Εβραίοι] είναι αιτία που μοιραία η μιζέρια των λαών της Ευρώπης οδηγεί στην μιζέρια όλου του κόσμου.

Δεν μπορούμε ν αντικαταστήσουμε τις απατηλές και κτηνώδεις απολαύσεις της πνευματικής και σωματικήςεξαχρείωσης αλλά μπορούμε να κλείσουμε όλες τις εκκλησίες κι όλα τα καμπαρέ του κόσμου. Οι παπάδες χρειάζονται μόνο για να καίνε τους νεκρούς οχι για να τους δοξολογούν και να τους θάβουν. Μόνο να τους καίνε. Και η ανάγκη των ανθρώπων να ψάχνουν εναν θεό που θα τους σώσει-απο ποιόν να τους σώσει ο θάνατος είναι εξακριβωμένη πράξη- απο την καταστροφή που οι ίδιοι πραγματοποιούν, μόνο γελειότητα μπορεί να χαρακτηρηστεί.

Δεν χρειάζεται καμια θρησκεία και κανένας θεός για κανέναν λαό.

 


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

μεγάλες ΑΓΓΕΛΙΕΣ


..Μικρές η μεγάλες αγγελίες. Ζητείται εργαστήρι τέχνης


Ρωσσιδα για κλαμα 003.jpg

...έχω καταλάβει την εποχή μου και έχω εκμεταλλευτεί την ηλιθιότητα, τη ματαιοδοξία,την πλεονεξία των συγχρόνων μου. Είναι μια πικρή ομολογία, πιο επίπονη απ΄ότι φαίνεται. Αλλά τουλάχιστον και επι τέλους είναι τίμια. Πάμπλο Πικάσο-1952

[ Σε κάποιους οι ομολογίες στην τέχνη δεν κοστίζουν.]

Είναι καιρός τώρα που ψάχνω ενα εργαστήρι ζωγραφικής στο κέντρο της πόλης. Ψάχνω για εκατό τετραγωνικά.Ή λιγότερα, ίσως πενήντα. Και εικοσιπέντε, φτάνουν. Λιγότερα δεν γίνεται.Στα δέκα τετραγωνικά η τέχνη δε χωράει. Αλλα, μάλλον λάθος. Λάθος, η τέχνη χωράει παντού. Η τέχνη χώρεσε στα σπήλαια, δε θα χωρέσει στα παλάτια;

Ε, ναι. Ο χώρος πρέπει να είναι ευάερος, ευήλιος με θέα τον Λυκαβηττό και την Ακρόπολη. Άρα σε κάποιο ρετιρέ. Αλλά μπορεί να είναι και στον ημιόροφο. Γιατί όχι; Πίσω από στρόγγυλες κι ανηφορικές σκάλες. ν ανεβαίνεις και να σου κόβεται η ανάσα, να τρίζουν τα κότσια της τέχνης, τα κάγκελα της πινελιάς, τα κάγκελα του μυαλού σου.

Μπορεί όμως να είναι και ημιυπόγειο.Όλα ημι- στη ζωή μας. Ολα τα ημι- δεν μου αρέσουν. Όρα ιμιτασιόν. Όλα τα ειμί μου αρέσουν. Ειμί, εγώ. Εί, εσύ. Εστί αυτός. Όχι εισίν. Εισίν αυτοί.Επειδή όμως υπάρχουν στη ζωή μας τα ημι- ακόμα κι ένα ημιυπόγειο θα μου έκανε. Ανήλιαγο και λιγοσκότεινο, να βλέπω απ τον φεγγίτη τις πατούσες των ανθρώπων, τις φθαρμένες σόλες, να πατούν τους λερωμένους καμβάδες μου και να δακρύζουν από το κρύο των σιδεριών. Να βλέπω να περνούν οι μπότες πανωθέ μου, οι μπότες των πλουσίων, οι μπότες των στρατιωτών και τα λυγερά πόδια των όμορφων γυναικείων οραμάτων.

Χρειάζομαι χώρο εργαστηρίου. Υπάρχει όμως και η λύση του υπογείου. Της υπόγας. Υγρή και βουλιαγμένη στη μούχλα στου κέντρου της πόλης. Στη μούχλα της αιώνιας θύμισης [ κάτι μου θυμίζει αυτό ]

Υπόγειο. Πως να ζωγραφίσεις εκει μέσα; τα χνώτα μου θα συναντώνται μ αυτά του σκοταδιού και του Άδη. Πως να απλώσεις, πως να ανοίξεις τις ιδέες, παρέα με τη σκουριά τη μούχλα και τους αρουραίους; Αλλά καλά είναι κι εκεί. Η τέχνη ευδοκιμεί παντού. Δεν χρειάζεται σαλόνια.

...όποιος φιλότεχνος διαθέτει υπόγειον χώρον στο κέντρο της πόλης ας τηλεφωνήσει:6983610743. Αινίκοιον αινας ποίνακας το δοίμινο.


Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

ΣΠΑΣΜΕΝΟ μάρμαρο.



Όταν άνοιξε μια πόρτα και μπήκα σε κείνο το διαμέρισμα, η πρώτη εικόνα που αντίκρυσα, ήταν το γυμνό κορμί μια γυναίκας ξαπλωμένης στον καναπέ. Καθόταν σε μια στάση συλλογιστικής οδαλίσκης και γερμένη στο πλάι, έβλεπε προς εμένα.. Μου χαμογελούσε συνέχεια και ως να φτάσω κοντά της, μου φάνηκε να πέρασε πολύς χρόνος. Τα μάτια της ήταν απαστράπτοντα πρασινογάλαζα αλλά γιατί είχα την εντύπωση πως δεν με έβλεπε; Σαν να ήμουν και να μην ήμουν εκεί. Απλωσα το χέρι μου στην επιδερμίδα της, άσπρη, λεία, με αρμονικές καμπύλες, μια γυναίκα απο αρχαίο Ελληνικό, σπασμένο μάρμαρο, αλλά και μια τσιτωμένη κλειτορίδα, πιθανώς Βραζιλιάνικη. Αυτή λοιπόν ήταν η γυναίκα που είχα επιθυμήσει χρόνια τώρα, απο παιδί. Γιατί αυτή η επιθυμία, αυτό το όραμα να με παιδεύει; Μήπως δεν ήταν ένα πραγματικό πρόσωπο; Αν την είχα φτιάξει με την φαντασία μου, τώρα πως ήταν εκεί μπροστά μου ολοζώντανη στον καναπέ; και γιατί είχα πάντα την εντύπωση πως είναι η γυναίκα κάποιου άλλου; Κάποιου ναυτικού, που ίσως να κατέφτανε από στιγμή σε στιγμή αλλά λες και δεν με ένοιαζε-εγω που δεν ήθελα να πάρω ποτέ την γυναίκα κάποιου άλλου- καθόμουν κοντά της και της χάιδεψα τον ώμο. Μείναμε αρκετά έτσι, αυτή ήταν η γνωριμία μας. Μέσα μου, πολλές φορές, μπερδεύομαι, αν έκανα έρωτα μαζί της, κι αν αυτή ήταν η ιδανική γυναίκα που υπήρχε σε όλον τον κόσμο για μένα και που υπήρχε στον καναπέ, με την αριστερή της παλάμη να στηρίζει το μάγουλο της, τον αγκώνα ν ακουμπάει στον καναπέ και με την δεξιά χούφτα της, να κρύβει το χνούδι του αιδοίου της που ήταν μικρό, σιγανό, σαν μικρής κοπέλας.

Χρόνια μετά, προσπαθώ να σκεφτώ, αν υπήρξε πραγματικά εκείνο το διαμέρισμα με την γυναίκα στον καναπέ.

 


Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΤΟ.


Κάποτε ζωγράφιζα ότι ήθελα, έγραφα ότι ήθελα. Τώρα ζωγραφίζω κατά παραγγελία του εαυτού μου.

Γράφω. Σπουδαίο ρήμα, για να γράφεις σημαίνει πως έχεις κάτι να πεις. Να το διαβάζουν οι άνθρωποι και να χωράνε μες το μυαλό σου, πως έχεις κάτι να τους πεις κι αυτοί να σου απαντήσουν. Δεν είναι για μένα, τίποτα χωρίς ευθύνη. Μεγάλωσα.

βιρνα 001.jpg

Υπερασπίζομαι κάποια δικαιώματα, πως είμαι τάχα ελεύθερος, κανείς δεν είναι ελεύθερος, μετρώ τις λέξεις μου. Μέσα από μένα κρύβεται όλος ο κόσμος σας. Λέγοντας έτσι δεν κρύβομαι, ίσως αυτό να είναι μια μορφή ελευθερίας.

Είναι σκληρή η ζωή μας, αλύπητη. Αφού δε γεννηθήκαμε αθάνατοι.

βιρνα 003.jpg


Οι άνθρωποι είναι σπουδαίοι. Φτιάχνουν όλα αυτά τα θαυμαστά. Εγώ δεν μπορώ να φτιάξω ούτε ένα κινητό τηλέφωνο. Αν μείνω μόνος πως θα επικοινωνώ μαζί σας;





Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΚΡΙΝΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΛΙ.


ΤΟ ΚΡΙΝΟ ΠΑΝΩ ΣΟ ΜΕΛΙ.

 

Είχε πάει κάπου μακριά από το σπίτι του. Μην φανταστείτε καμιά τεράστια απόσταση, ίσως ένα προάστιο πιο δίπλα. Από την Ηλιούπολη στο Μπραχάμι, ας πούμε, παραμόνευε ο παράξενος τρόπος για να ζήσει. Τσακώθηκε λίγο με την γυναίκα του, προσποιητά μάλλον, για να βρει ευκαιρία να φύγει, το χρησιμοποιούσε μερικές φορές αυτό το κόλπο κι έπιανε. Δεν είχε κάτι συγκεκριμένο να κάνει, απλά ήθελε να είναι μόνος. Το έκανε συχνά καιτου άρεσε. Αυτός κι ο εαυτός του, οι καλύτεροι φίλοι.

Μπήκε σε μια καφετέρια, παράγγειλε καπουτσίνο και τον έπινε με σκουριασμένες σκέψεις, γιατί είχε παντρευτεί, τι τον ήθελε τον γάμο και τέτοια, δεν του άρεσαν οι δεσμεύσεις, οι υποχρεώσεις, τα παιδιά και τα σκυλιά ή μπορεί να τα ήθελε αλλά, από μόνα τους, ως δια μαγείας, σαν παραμύθι. Τότε μπορεί να του άρεσαν, ίσως όμως να μην του ταίριαζε και η γυναίκα που είχε παντρευτεί, πράγμα που του τόνιζε συνέχεια με στόμφο: «μπορεί να γνώρισες πολλές γυναίκες αλλά εμένα παντρεύτηκες!» Μπορεί, λοιπόν, να μην ήταν αυτή που είχε ονειρευτεί αλλά αρνιόταν να το παραδεχτεί, ήταν μια καλή σκέψη και την ενστερνήθηκε κι ετοιμαζόταν να φύγει, όταν στο βάθος πήρε το μάτι του έναν φίλο με δυο γυναίκες παρέα, που τις γνώριζε εξ αποστάσεως. Η μία ήταν η Ελπίδα, μια γυναικάρα, που την είχε δει μερικές φορές να κυκλοφορεί με έναν πιτσιρικά. Η άλλη, δεν ήξερε το όνομα της, ήταν κοντούλα σαν κούκλα, μικροσκοπική. Ο φίλος, του έκανε νόημα να πάει στην παρέα τους. Παντρεμένος ήταν κι αυτός, φαίνεται πως είχε βρει κάποιον τρόπο να ξεπορτίσει. Αμυδρά θυμόταν, πως σε μια από τις τελευταίες τους συναντήσεις, του είχε πει ότι ψαχνόταν με κάτι μικρές αλλά δεν τον είχε πιστέψει. Να, όμως που έλεγε την αλήθεια.
Πήγε στο τραπέζι τους με αίσθηση ανωτερότητας. Είχε την  υπεροχή, ήταν ένας έξυπνος και ωραίος άντρας γύρω στα τριανταπέντε. Ο φίλος του ήταν επίσης γοητευτικός αλλά κομπλεξαρισμένος. Φτωχούλης, ασήμαντος, μεροκαματιάρης με δυο παιδιά.
-Θα κεράσεις; Τον ρώτησε αφού τον σύστησε στις γυναίκες.
-Και βέβαια θα κεράσω! Ότι καλύτερο έχει το μαγαζί, είπε με έπαρση.
-Το ξέρουμε πως έχεις λεφτά ...είπε με νόημα ο φίλος του.
-Λεφτά! Όποιος δεν έχει λεφτά σήμερα είναι βλάκας, είπε περιφρονητικά.
-Μην το λες αυτό! έκανε η Ελπίδα που ναι μεν ήταν γυναικάρα αλλά η φτώχεια ξεχείλιζε από τα μπούτια της, που ήταν έτοιμα να πεταχτούν από το σχιστό τσόλι που φορούσε.
-Γιατί;
-Γιατί η φτώχεια έχει αξιοπρέπεια! είπε πειραγμένη.
-Τρίχες!
-Τρίχες;
-Τρίχες.
-Είσαστε πολύ υπερόπτης.
-Είμαι.
-Το λες σα να μην σε πειράζει.
-Δεν με πειράζει.
-Εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω με έναν άντρα σαν εσένα, είπε εμφανώς πειραγμένη.
-Καλά, θα τσακωθείτε τώρα; Εδώ βρεθήκαμε για να διασκεδάσουμε, μίλησε ο φίλος του.
-Ναι, βέβαια για να διασκεδάσουμε, επανέλαβε σαν ηχώ η κοντή κούκλα.
-Δεν τσακωνόμαστε, μη φοβάσαι, γέλασε αυτός.
-Όχι, δεν τσακωνόμαστε, μιλάμε, έκανε και η Ελπίδα.
-Θα πιούμε άλλο εδώ; ρώτησε κοιτώντας τους.
-Να πάμε κάπου αλλού; Πρότεινε η κοντή κούκλα.
-Πάμε, συμφώνησαν.
Οι γυναίκες πήγαν στην τουαλέτα, να φρεσκαριστούν.
-Που θα τις πάμε; Ρώτησε μουλωχτά ο φίλος του.
-Πάμε για φαγητό στη Λωξάντρα.
-Είναι ακριβά εκεί ρε!
-Εγώ πληρώνω.
-Εντάξει. Άμα είναι έτσι ... θα τις αγκαλιάσουμε λες; είπε ακόμα πιο συνωμοτικά.
-Την κυνηγάς από καιρό την κοντή ε; γέλασε.
-Χμ, ναι, κάνει τη δύσκολη, άσε η άλλη..
-Αν δεν τις πηδήξουμε απόψε, ξέχασε το, δεν θα τις πηδήξουμε ποτέ, αποφάνθηκε.
Ωστόσο οι γυναίκες γύρισαν.
-Λοιπόν αρχηγέ; Που θα μας πας; Ρώτησε και τον κοίταζε προκλητικά η Ελπίδα.
-Πάμε και θα δείτε.
Μπήκαν στο καινούριο του αυτοκίνητο, μια ασημένια μπεμβέ, που μόλις είχε αγοράσει.
-Καινούριο ε; Έκανε ενθουσιασμένη δίπλα του η Ελπίδα.
-Εμ, φαίνονται τα λεφτά, γέλασε από πίσω η κοντή κούκλα.
-Σιγά μην το ματιάσετε, χαμογέλασε και πάτησε το γκάζι μόλις βγήκε στην Βουλιαγμένης.
Η ασημένια μπεμβέ απογειώθηκε σαν αεροπλάνο στον άδειο δρόμο. Δεν είχε κίνηση εκείνη την ώρα.
-Μην τρέχεις τόσο πολύ, του είπε η Ελπίδα. Φοβάμαι, κι ακούμπησε πάνω του. Αυτός της έπιασε το χέρι, χαμήλωσε ταχύτητα. Την κοίταξε στα μάτια κι ύστερα στο άνοιγμα του φορέματος, στα μπούτια. Η Ελπίδα πήρε το χέρι του και μαζί με το δικό της τα έχωσε ανάμεσα στα πόδια της. Ώσπου να φτάσουν στην Λωξάντρα, είχε φτάσει πιο μέσα της. Κι ο φίλος του  δεν πήγαινε πίσω. Είχε αγκαλιαστεί με την κοντή και φιλιόντουσαν. Γύρισε, τον κοίταξε κλείνοντας του το μάτι και συνέχισε να χαϊδεύει το ιδρωμένο μύρο της Ελπίδας.
-Φτάνει, του χαμογέλασε, μόλις σταμάτησε για να παρκάρει.
-Ναι, φτάσαμε, έκανε πως την διόρθωνε.
Η Λωξάντρα ήταν μια πολυτελέστατη ταβέρνα στο γκολφ της Γλυφάδας. Πήγαινε πολλές φορές εκεί.
-Ωραίο μαγαζί, θαύμασαν οι φίλοι του όταν κάθισαν.
-Ναι, ωραίο, συναίνεσε. Χαίρομαι που σας αρέσει.
-Είδες; Άμα θέλεις γίνεσαι ευγενικός, έτσι μ' αρέσεις, έκανε η Ελπίδα.
-Τότε θα είμαι συνέχεια ευγενικός, μειδίασε.
Έφαγαν, ήπιαν κόκκινο κρασί, ήρθαν περισσότερο στο κέφι, μίλησαν διάφορα, πέρασε η ώρα, οδήγησε πίσω, κανόνισαν να αφήσει τον φίλο του με την κοντή κούκλα κάπου στο Μπραχάμι κι αυτοί συνέχισαν για την Ηλιούπολη. Σταμάτησε σε ένα σκοτεινό στενό κι αμέσως φιλήθηκαν. Άρχισαν τα χάδια, άναψαν.
-Που θα πάμε; Δεν μ αρέσει στο αυτοκίνητο, τραβήχτηκε η Ελπίδα που κατάλαβε πως προχωρούσε πολύ.
-Πάμε στο μαγαζί μου, είπε.
-Τι μαγαζί;
-Έκθεση επίπλων, και ξεκίνησε.
Της είχε βγάλει την κυλόττα και τώρα εκείνη προσπαθούσε να την ξαναφορέσει.
-Μην την φοράς, την εμπόδισε με το χέρι του. Μου αρέσει η σκέψη ότι δεν φοράς τίποτε από κάτω. Έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα την ξαναβγάλεις.
Έφτασαν στην έκθεση, μπήκαν, κλείδωσε την πόρτα πίσω του, δεν άναψε φως, την παρέσυρε προς την τουαλέτα και τη στρίμωξε στον τοίχο, σήκωσε το φόρεμα, άνοιξε το φερμουάρ του και της έβαλε το κρίνο αμέσως, ήταν έτοιμος μετά από τόσα χάδια και τόση αδημονία, το λευκό φως σάρκαζε, ο κόσμος έσταζε μέλι.
-Μη βιάζεσαι, του είπε ναζιάρικα.
-Μη σε νοιάζει, θα σου δώσω όσο κρέας θέλεις, την ησύχασε.
Καθώς άρχισε το μέσα έξω, ένα φως αναβόσβηνε ρυθμικά, σύμφωνα με τις κινήσεις τους.
-Τι είναι αυτό; τρόμαξε η Ελπίδα.
-Τίποτα, γέλασε και την τράβηξε παραπέρα.
Πίσω της ακριβώς ήταν ένας διακόπτης και τον πίεζε με την πλάτη της κάνοντας τον να αναβοσβήνει.
Τέλειωσαν εκεί το πρώτο με φωνές ηδονικές. Το κρίνο πάνο στο μέλι πάνω στις τρίχες, πάνω στο φόρεμα, παντού.
-Θα με λερώσεις, του παραπονέθηκε και πήρε το λευκό στο στόμα.
Ήταν τόση η δίψα τους που συνέχισαν αμέσως,  πήγε στο βάθος, άναψε ένα χαμηλό πορτατίφ, γυμνώθηκαν, έσμιξαν τα νεανικά κορμιά τους, αγαλλίασαν, την ανέβασε στον πάγκο του εργαστηρίου, έτσι που να τον βολεύει, άνοιξε τα πόδια, γονάτισε, φίλησε τρυφερά το ωραίο της μαύρο, άνοιξε και παιχνίδισε την γλώσσα πάνω στην ωραία σάρκα, στα λευκά ημισφαίρια.
-Μη! ανατρίχιασε η Ελπίδα. Μη από εκεί, με τρελαίνεις δεν το έχω ξανακάνει.
Αυτό τον ερέθισε περισσότερο, θα ανέβαινε σε παρθένο βουνό.
Έβαλε πρώτα στην πρώτη πόρτα, να πάρει υγρά και πάνω στην τρελή ανάσα της, τον έχωσε με βία στο βουνό.
-Ααα! Μη!.. με ξεσκίζεις! ούρλιαξε αλλά τον έσπρωχνε με τα χέρια της να μπει περισσότερο.
Πάντα αναρωτιόταν γιατί οι γυναίκες γούσταραν  τόσο πολύ από το βουνό και καθώς μπαινόβγαινε, την κοίταζε στο πρόσωπο. Δάγκωνε τα χείλια της, γύριζε το κεφάλι δεξιά-αριστερά, έσβηνε από την ατέλειωτη ευχαρίστηση. Ύστερα ανέβηκε κι αυτός στον καναπέ, την έβαλε να καθίσει στα τέσσερα, όπως τα ζώα, μία  μπρος, μια στο βουνό, μέχρι τα χαράματα που τους βρήκαν αγκαλιασμένους σε κάποιον από τους πολλούς καναπέδες, τρελάθηκαν  με τις σάρκες τους. Στο σκοτάδι, όταν ξύπνησε, προσπαθούσε να θυμηθεί, πόσες φορές την είχε πάρει. Πάνω από εφτά φορές, μονολόγησε. Εφτά ήταν τα θαύματα κι αυτό το όγδοο
-Με πονάει το βουνό μου, μουρμούρισε η Ελπίδα και τον ξανάφτιαξε.
-Από μπροστά μωρό μου, από μπροστά, είναι πρωί ακόμα, τον παρακάλεσε.
Ο πρωινός έρωτας μετά από μια οργιαστική νύχτα, σου κόβει τα πόδια, σε παραλύει. Βασανίστηκε πολύ, ίδρωσε και κάποτε τα κατάφερε μουγκρίζοντας σαν ζώο. Αηδιασμένος από τον εαυτό του σηκώθηκε, ντύθηκε βιαστικά.
-Τι έπαθες; τον ρώτησε με ανησυχία ενώ ντυνόταν κι αυτή.
-Τίποτα, την απέφυγε. Πρέπει να φύγουμε, έχω πολλές δουλειές σήμερα.
-Είσαι παντρεμένος! τρεμόπαιξε τα μάτια της
-Νόμιζα πως το ήξερες.
-Έπρεπε να μου το πεις, μούτρωσε.
-Τι θα άλλαζε;
-Πόσα χρόνια; έχεις παιδιά;
-Όχι ακόμη, τέσσερα πέντε.. δε θυμάμαι.
-Την αγαπάς;
-Δεν ξέρω.
-Κι εμένα;
-Είναι νωρίς, θα δούμε. Έλα να σε πάω στο σπίτι σου.

Οι δουλειές του πήγαιναν περίφημα. Άνοιξε κι άλλη έκθεση επίπλων, προσέλαβε προσωπικό, ξέφυγε από το εργαστήρι κι από ξυλουργός έγινε επιχειρηματίας. Απόκτησε χρήμα, πλούτη κι ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο. Η γυναίκα του ήταν ευτυχισμένη η Ελπίδα το ίδιο. Τις φρόντιζε να μην τους λείπει τίποτε. Ο ίδιος είχε αρχίσει να παχαίνει, έπαιρνε κιλά επικίνδυνα.
-Δεν θέλω να γίνεις χοντρός, του είπε η γυναίκα του.
-Παράτα με! της απάντησε για πρώτη φορά έτσι.
-Πως μου μιλάς! τόλμησε.
-Σκάσε! και της έδωσε δυο χαστούκια.
Ήταν η αρχή και κάθε αρχή, έχει συνέχεια, δεν ήξερε ούτε μπορούσε να το εξηγήσει, κάτι συνέβαινε κι εκεί που ήταν μια χαρά, τον νευρίαζε και την πλάκωνε στα χαστούκια. Αυτός που έλεγε πως οι γυναίκες είναι σαν τα τριαντάφυλλα, τώρα τα μαδούσε.
-Είσαι τρελός! του φώναξε μια μέρα ανάμεσα από κλάματα. Τι σου φταίω εγώ;
-Τίποτα, έλεγε και ηρεμούσε. Συγνώμη.
Μετάνιωνε πικρά, έλεγε πως δεν θα το ξανακάνει και μετά από κάθε ξυλοδαρμό, της έκανε έρωτα. Κάθε μέρα έκανε έρωτα. Την ημέρα με την Ελπίδα και το βράδυ την γυναίκα του.
Η γυναίκα του άντεχε, έκανε υπομονή. Η Ελπίδα δεν ήξερε τίποτε. Την είχε προσλάβει υπάλληλο στην καινούρια έκθεση, έπαιρνε τον μισθό της, τα δώρα της, τα λούσα. Η γυναίκα του δεν ανακατευόταν στις δουλειές του, το είχε απαγορεύσει ρητά. Αλλά ούτε κι εκείνη το ήθελε. Καθόταν στο σπίτι της, φρόντιζε τα οικιακά, ήταν μια νοικοκυρούλα. Μόνο να μην την έδερνε ...
Αυτός αποστεωμένος από αισθήματα, κουβαλούσε το χρήμα στην πλάτη του, μακάριος. Κάπνιζε ακριβά πούρα, έπινε που και που πανάκριβα ουίσκι κι έτρωγε σαν βουβάλι. Θα είχε φτάσει εκατό κιλά μα δεν τον ένοιαζε, δεν πα να καιγόταν ο κόσμος ...
-Πως έγινες έτσι ρε! του είπε μια μέρα ο παλιός φίλος που του είχε γνωρίσει την Ελπίδα.
-Να μη σε νοιάζει! Του πέταξε σκληρά, εσύ να κοιτάζεις την φτώχεια σου, που δεν έχεις να πάρεις ούτε το γάλα του παιδιού σου.
-Εγώ δεν έχω αυτά που λες αλλά δεν είμαι ηλίθιος! του απάντησε εξ ίσου σκληρά.
Πως είχε καταντήσει έτσι; δεν αναγνώριζε τον εαυτό του. Νευρίαζε με το παραμικρό, μόνο όταν βρισκόταν με την Ελπίδα ηρεμούσε, λες και ήταν το χάπι του, την έπαιρνε και πήγαιναν στα ακριβότερα ξενοδοχεία, στον Αστέρα Βουλιαγμένης και αλλού. Δεν του έκανε ποτέ σκηνές, ήταν  πάντα χαρούμενη, γελαστή, έτοιμη να του ανοίξει τα πόδια.
Όπως ξαφνικά είχε αρχίσει να δέρνει την γυναίκα του, έτσι ξαφνικά, σταμάτησε, αλλά ούτε της μιλούσε πια, ούτε της έκανε έρωτα. Η γυναικούλα δεν παραπονιόταν, είχε αξιοπρέπεια ή ήταν αγαθή. Ότι και να ήταν, πάντως, δεν έδειχνε τα συναισθήματα της. Η κατάσταση συνεχίστηκε σ' αυτό τον ρυθμό, περίπου δυο χρόνια. Σταδιακά, έχασε πάλι τα κιλά, έγινε ο γνωστός αθλητικός τύπος που ήταν πριν. Τα νεύρα του είχαν χαλαρώσει, άλλαζε δέρμα σαν τον Χαμαιλέοντα. Η ζωή συνεχίζεται, έλεγε, όλα αλλάζουν, όλα τρέχουν, τίποτε δεν είναι παντοτινό, επέμενε ένα βράδυ που είχε πάει με την Ελπίδα στον Αστέρα Βουλιαγμένης, αφού έφαγαν, την αγκάλιασε για τελευταία φορά, ανόρεχτος και σκεφτόταν να γυρίσει στην γυναίκα του. Σ' αυτήν που είχε παντρευτεί και είχε παραμελήσε κι όλη την νύχτα δεν κοιμήθηκε. Στριφογύριζε στο κρεβάτι, ανήσυχος και το είχε αποφασίσει. Μάλιστα, δεν έβλεπε την ώρα να ξημερώσει, να τελειώσει με αυτή την ιστορία, είχε βαρεθεί.
Δεν της είπε τίποτε. Ούτε η Ελπίδα κατάλαβε, τι έκρυβε στην ψυχή του.

Βιάστηκε να φτάσει στο σπίτι του, χαρούμενος που είχε πάρει τέτοιες αποφάσεις. Ένας γλυκός, Φθινοπωριάτικος αέρας έπνεε καθώς ανηφόριζε την Βουλιαγμένης. Ήρεμος, παρκάρισε την μπεμβέ, κατέβηκε και προχώρησε την αυλή του σπιτιού του. Άδειο του φάνηκε, χωρίς να ξέρει γιατί. Αλαφιασμένος, ξεκλείδωσε. Μπήκε στο σαλόνι, κοίταξε ερευνητικά, δεν είδε κανέναν, έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Κανείς.
Πήγε στην κουζίνα. Το ίδιο. Βουβαμάρα, τεράστια ησυχία.
Επέστρεψε στο σαλόνι. Πάνω στο τραπεζάκι, είδε το γράμμα. Έσκυψε και το διάβασε.

«Τα ξέρω όλα. Μην με αναζητήσεις. Φεύγω για πάντα. Η γυναίκα σου.»

ΤΕΛΟΣ

[Μελαγχολικό διήγημα που έγραψα πριν από χρόνια, βασισμένο στο ερωτικό τρίγωνο.]

Profile

56painter ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ
ΕΞΑΡΧΕΙΑ
Το προφίλ μου

O Κώστας Πλιάτσικας είναι ζωγραφος και συγγραφέας.Το εργαστηριο του βρισκεται στην οδο Μαυρομιχάλη 76 στα Εξαρχεια. τηλ.6983610743

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Ιανουάριος 2017
ΚΔΤΤΠΠΣ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031    

Tags

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ:
Powered by pathfinder blogs