Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΗ ΜΟΥ ΤΗ ΧΑΛΑΣ ΤΗ ΜΕΡΑ.



ΜΗ ΜΟΥ ΤΗ ΧΑΛΑΣ ΤΗ ΜΕΡΑ

 46133_110572189001497_2775098_nd.jpg

Κανείς δε μας είπε σήμερα, τι ωραίο χαμόγελο που έχετε!
Αστράφτει στον ήλιο καθώς περνάς, το γαλάζιο σου φουστάνι και κοιτας τους περαστικούς στα μάτια. Τι καλά που είναι ευτυχισμένοι οι άνθρωποι λες! Μια μεγάλη χαραμάδα γέλιου ξεχύθηκε στους δρόμους κι όλοι αυτοί που αγαπούσατε με τρόπο, που κάποτε θα κάνατε έρωτα, εσεις κι εμείς, ναι, γιατι είμαστε ωραίοι σήμερα. Και περπατάς στην άσφαλτο θροίζοντας το πουκάμισο το πρασινί, λες και όλες οι γκόμενες, οι πανέμορφες γυναίκες και οι γουστόζικοι άντρες, λατρεύουν το άνοιγμα του καλοσυνάτου Σεπτέμβρη.

Πλιάτσικα μας δουλεύεις πρωί-πρωί ή είσαι ξενέρωτος μαλάκαςθα πούνε ρε αδερφέ αλλά κανείς δε μας είπε τι γλυκείς που είστε, σαν ζάχαρη, σαν παγωτό που λειώνει στο κρεββάτι σου, η γυναίκα με τα λευκά στήθη κι ο άντρας με το μεγάλο πέος. Τώρα, σίγουρα σήμερα ο ουρανός είναι πιο γαλάζιος.
Ο ήλιος καίει λιγότερο τα σπάργανα του χρόνου. Κανείς δεν πονάει.

με αγάπη Κώστας Πλιάτσικας


Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

ΝΟΣΤΙΜΟ ΝΕΡΟ.



ΝΟΣΤΙΜΟ ΝΕΡΟ

Ο στρατιώτης Πραξιτέλης απολύθηκε μια μέρα πριν πέσουν οι δίδυμοι πύργοι, χαρούμενος με το απολυτήριο στο χέρι, όχι για τους πύργους, δεν τον ένοιαζε και πολύ, αυτός δεν είχε και ούτε θ αποκτούσε ποτέ πύργους και μάλιστα δίδυμους. Αφού δεν υπάρχει κάτι καινούργιο κάτω απ τον ουρανό, γιατί ω γλυκειά μου μικρή, ο κοσμος να μην είναι χαρούμενος;
Μπαίνοντας στο τρένο της επιστροφής στην Αυλώνα, κάθισε μ ένα ωραίο χαμόγελο στο κουπέ κι άνοιξε το τελευταίο μήνυμα της Μαίρης, I wait for  ever you, I  am very happy! έγραφε στο τέλος. Ήταν ευτυχισμένη η Μαίρη κι ο Πραξιτέλης χαμογέλασε πλατιά φέρνοντας την εικόνα της μπροστά του, τόσο που ο διπλανός του αναρωτήθηκε αν ήταν χαζός που γελούσε μόνος του. Αυτός τον κοίταξε ήρεμος, τόσο που ο άλλος άλλαξε διεύθυνση των ματιών του. Πιθανόν έβλεπε μια κατσαρίδα, ένα πρόσωπο που υπήρχε στο βάθος, πίσω απ τη δροσιά που έρχεται. Όχι. Στάσου. Είναι περίεργο αλλά έπρεπε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Ο διπλανός τελικά δεν ήταν χαζός, του μίλησε για τον αντιπυρινικό πόλεμο που διεξάγουν οι ΗΠΑ, για τον αντικοφορμισμό που δείχνουν οι Γάλλοι πολίτες και περνούσε η ώρα μαζί με το τρένο που τον έφερνε πίσω, ω! είναι ωραίο να γυρνάς από εκεί που δε σου άρεσε, να είσαι δημαδή φαντάρος.
Ο στρατιώτης Πραξιτέλης ήταν ένας μέτριος άντρας, ούτε ψηλός μήτε κοντός με χαρακτηριστικά ήπιου χαρακτήρα, με όνειρα για τη ζωή, θα παντρευόταν με τη Μαίρη το είχαν αποφασίσει καιρό πριν γι αυτό και η μέρα που απολύθηκε έμοιαζε με το άγγιγμα μιας νεράιδας στον ώμο του. Ίσως αν έβαζε εκεί μια γάτα ή ένα γαλάζιο πουλί η ένα χελιδόνι και τον εαυτό του σε μια κορνίζα με πηλίχιο και παλάσκες να ταίριαζε πιο πολύ μ αυτόν που του χαμογελούσε ανόητα όταν κατέβηκαν στο τέλος της διαδρομής.
Έφτασε στο σπίτι του, οι γονείς του τον περίμεναν στην εξώθυρα καθώς και ο μεγάλος αδερφός του. Ήταν μια ωραία οικογένεια που δεν της έλλειπε τίποτε και σε λίγο κατέφτασε και η Μαίρη που έπεσε στην αγκαλιά του. [Έπεσε; Άγγιγμα χεριού αλλά γιατί έπεσε; Τι έπεσε χάμω και δεν το είδαμε;] Φορούσε ένα πανωφόρι στο χρώμα του σάπιου μήλου και φαινόταν σαν αστείο ζωάκι, η Μαίρη που την αγαπούσε τότε πιο πάνω από τον εαυτό του.

Η ζωή κυλούσε σαν ένα άσπρο λιθάρι, οι μέρες φώτιζαν και οι νύχτες που κοιμόταν με τη Μαίρη ατέλειωτες, η εργασία του στο μαγαζί κυνηγητικών όπλων που διατηρούσε η οικογένεια από πάππου προς πάππου, πήγαινε μια χαρά. Ρολόι. Ρολόι στον τοίχο. Κούκος. Κούκος, ώσπου εκείνο το απόγευμα που στεκόταν πίσω απ την κουρτίνα την είδε στην απέναντι ταράτσα να φοράει λευκά εσώρουχα και να μη νοιάζεται ποιος την έβλεπε. Η απόσταση απ τη μπαλκονόπορτα του μέχρι την ταράτσα της ήταν κοντινή, μια χάπα δρόμος με το μάτι κι αυτή η εικόνα τον σημάδεψε σαν κυνηγητικό όπλο που ήταν έτοιμο να εκπυρσοκροτήσει.
-Να έρθω εκεί; Τη ρώτησε από απέναντι και η ηχώ της φωνής του ταξίδεψε μέσα της.
-Και δεν έρχεσαι; Απάντησε με το χαμόγελο του ξαφνικού έρωτα.
-Πως σε λένε; Τη ρώτησε από κοντά, πίσω απ τα κρεμασμένα σεντόνια, μέσα από τα λευκά της εσώρουχα.
-Αλίνα.
-Πραξιτέλης.
-Του Διομήδους; Ψιθύρισε στ αυτί του σαν αγέρας που περνά και χάνεται και μένει η ηχώ. Πάλι η ηχώ, μέχρι να χαθεί τελείως στο βάθος του διαδρόμου, στο βάθος του απέραστου, και τότε τι γίνεται;
Οι μεγάλες γλάστρες με τα περίφημα λουλούδια, μετακινήθηκαν, το ευρύχωρο, παλιό κλασικό σπίτι ανατρίχιασε, το σπίτι; Κάτω απ τις γλάστρες υπήρχε λίγο χώμα που έβγαινε από τις πήλινες τρύπες, μαζί με λίγη υγρασία, όπως αυτή που κυλούσε στα ιδρωμένα κορμιά τους.
-Τι δουλειά κάνεις; τη ρώτησε μετά από πολλές νύχτες.
-Είμαι αντιπρόσωπος σε μια εταιρία καλλυντικών, είπε με σημασία. Αντιπρόσωπος στην επαρχία. Ταξιδεύω πολύ. Σε νοιάζει;
-Και βγάζεις πολλά; Τόσα πολλά απ αυτή τη δουλειά; Κι έδειξε τον περίφημο πλούτο του σπιτιού.
-Πολλά. Πάρα πολλά, έκανε με στόμφο. Είμαι πλούσια. Δε θέλω να πεθάνω φτωχή.
-Σ αρέσουν τα πλούτη; Η μεγάλη ζωή;
-Ναι. Εσύ; Τι κάνεις; εννοώ στην τωρινή σου ζωή ...φαντάζομαι να μη σου αρέσουν τα πλούτη!
-Όχι ... αλλά ναι ...ξέρεις, ετοιμάζομαι να παντρευτώ!
- Η μέλλουσα το ξέρει για μας;
-Όχι! έκανε εμβρόντητος.
-Ε, τότε να της το πεις. Φεύγω αύριο για τον Βόλο, όταν θα επιστρέψω, σε μια βδομάδα, θέλω να το ξέρει.
Κι έφυγε.

Φαινομενικά ήσυχος κόσμος, πίσω απ το παράθυρο τον παρακολουθούσε ο πατέρας του, με βλοσυρό ύφος, όπως συμβαίνει σ αυτές τις περιπτώσεις αλλά δεν του είπε τίποτε ακόμη. Ακόμη. Μια δύσκολη λέξη γιατί χρειάζεται υπομονή, γιατί χρειάζεται να συμμαζέψεις το μυαλό σου για το τι θα πεις.
-Αυτή την ιστορία θέλω να τη σταματήσεις, του είπε τελικά. Δεν αρμόζει στο ήθος της οικογένειας μας. Τι είναι αυτά; Σε λίγο ετοιμάζεσαι να παντρευτείς, ξέχασε τις περιπέτειες.
Αμήχανος δεν ήξερε τι να του απαντήσει, τον ενοχλούσε που κάποιος έμπαινε στις υποθέσεις του, έστω κι αν αυτός ήταν ο πατέρας του, ακόμα χειρότερα. Τι να του λεγε; Πως δε θα παντρευόταν τη Μαίρη; Το άφησε για μετά. Για μετά που κύλισε ο χρόνος, ξαναήρθε η ηχώ, το Φθινόπωρο σκούριασε τον κόσμο, η Αλίνα πηγαινοερχόταν στις επαρχίες φορτωμένη με χρήμα, η Μαίρη επέμενε πως έπρεπε να ορίσουν την ημερομηνία του γάμου κι αυτός πήρε την απόφαση μια μέρα, μέρα ήταν ή νύχτα; να παρακολουθήσει την Αλίνα σε ένα ταξίδι στην επαρχία. Κάτι του λεγε πως αυτός ο κόσμος ήταν ψεύτικος. Γυάλινος. Τσακισμένος σε πολλά μικρά-μικρά κομματάκια που χρειαζόταν να επανασυνδεθούν.
Ο στρατιώτης Πραξιτέλης ένα χρόνο μετά την απόλυση του χρειάστηκε να εφαρμόσει ορισμένα από τα κόλπα που είχε μάθει στο στρατό. Μεταμφιέστηκε, φόρεσε μουστάκι, έβαλε μια κόκκινη, φθαρμένη χλαίνη, έδεσε βαριές αλυσίδες στις μπότες, έγινε αγνώριστος. Ποιος νοιάζεται για μια τέτοια φυσιογνωμία; Κανείς.
Έφτασε στη Θεσσαλονίκη, παρκάρισε απέναντι από την Ελίνα, στο σκοτεινό μέρος του εγκεφάλου της, έξυσε τη μνήμη του να θυμηθεί τι έκανε και γιατί, έξω από το μεγάλο σούπερ μάρκετ.
Η Ελίνα βγήκε από το μικροσκοπικό σμαρτ, φορώντας μια κάλτσα στο πρόσωπο της. Όρμησε στο σούπερ μάρκετ, έβαλε το όπλο στη μούρη του ταμία, γέμισε τη νάιλον τσάντα με χρήματα και βγήκε ταχύτατα, ενώ οι σειρήνες ούρλιαζαν, τα φρένα στρίγγλιζαν, ο κόσμος έχασκε, ληστεία, είπαν έγινε, όμως η Αλίνα έγινε καπνός, πίσω από τον κόσμο, πίσω από μια άλλη πραγματικότητα, ενώ ο Πραξιτέλης δοκίμασε να την ακολουθήσει αλλά δεν την πρόλαβε.

Μια προστατευτική ησυχία που δεν την περίμεναν είχε απλωθεί στο σαλόνι, στο σπίτι της Βερνάντας Άλμπα, ή το σπίτι της Αλίνας ώσπου άνοιξε την τηλεόραση ν ακούσουν τις ειδήσεις.
-Μ αγαπάς; Του φώναξε σαν δυναμίτης.
-Πιο πολύ απ τα άστρα! Της απάντησε παρακολουθώντας το τιγρίσιο γυμνό της σώμα.
-Άφαντη παραμένει ακόμα η γυναίκα που κάνει τις ληστείες στα σούπερ μάρκετ, έλεγε ο εκφωνητής. Η αστυνομία δεν έχει σηκώσει ψηλά τα χέρια και έχει βάσιμες ελπίδες πως σε μια από τις επόμενες επελάσεις της θα την συλλάβει.
-Εσύ τις λες γι αυτές τις ληστείες; Θα την πιάσουν λες αυτή; Έχει κάνει δέκα-δεκαπέντε ληστείες ... είπε αινιγματικά κοιτάζοντας ευθεία τον τοίχο του αμφιβληστροειδούς της.
-Α, δε με ενδιαφέρουν αυτές οι ειδήσεις, δεν ασχολούμαι, κοιτάζω τον κόσμο μου. Νομίζω πως είναι δεκαεπτά, είπε παγερά.
-Πάντως πρέπει να είναι πολύ θαραλέα αυτή η γυναίκα, έκανε με θαυμασμό ο Πραξιτέλης.
-Αυτός ο κόσμος θέλει άλλαγμα καλέ μου. Γιατί να υπάρχουν φτωχοί και πλούσιοι; Όλα αυτά δε θα γινόταν αν είχαμε ισονομία. Η ισονομία ου ποιεί πόλεμον, ποιος το είπε αυτό; Και σκάλιζε την τσάντα της, να βρει τον αναπτήρα, να βρει ένα έγχορδο μουσικό όργανο, να ανακαλύψει τη μουσική των φαντασμάτων, να βρει κάτι τέλος πάντων που θα άλλαζε αυτόν τον κόσμο, ίσως τη λίμα της να ξύσει μια παρανυχίδα. Μια καθαρή αναπνοή, ένα ίσως κέρινο ομοίωμα της πραγματικότητας.
-Ναι, αλλά εγώ προστατεύω έναν κόσμο όπως είναι!
-Δικαίωμα σου. Είμαστε αντίθετοι!
-Ναι, αλλά μοιάζουμε κιόλας.
-Πάμε έξω; ρώτησε αργά, θλιμμένα.
-Τι έπαθες; Γιατί αυτή η θλίψη ξαφνικά;
-Πάμε σε παρακαλώ, έχω ανάγκη μιας άλλης ανάσας. Κι έκλεισε την τηλεόραση.
Βγήκαν έξω. Ο κόσμος είναι το έξω. Και το μέσα. Κάθισαν σε κάποιο μπαρ, η ανάσα δεν άλλαζε, ο κόσμος ήταν ίδιος. Νέοι με αλογοουρές, γυναίκες με κοτσίδες, παλιόγεροι που ζήλευαν τους νέους και κάτω απ το τραπέζι έπαιζε μια γάτα, που βρέθηκε εκεί; δίπλα στο χυμένο ποτό, που είχε χυθεί απρόβλεπτα από το ποτήρι της Αλίνας;
-Στην υγειά σου! Φώναξε δυνατά να την ακούσουν όλοι.
-Στην υγειά σου! συνοφρυώθηκε ο Πραξιτέλης.
-Το είπες στη μέλλουσα για μας;
-Τρελή είσαι;
-Όχι αλλά πάω να γίνω. Διάλεξε, ή εμένα ή εκείνη.
-Μαχαίρι στο μηρό ε; Εσένα. Αλλά τα ξέρω όλα!
-Ω! πόσο σ αγαπώ! Είμαι πολύ καλά! Όλα; συνέχισε με αγωνία.
-Ναι, όλα. Σε παρακολούθησα τη Θεσσαλονίκη, αν και το ήξερα από πριν. Ξέρω το πριν και το παρόν.
-Πως το ήξερες; Και τώρα τι θα κάνεις;
-Θα καταθέσω στην Αστυνομία.

Μια θήκη άνοιξε και έκλεισε μια άλλη. Ο στρατιώτης Πραξιτέλης είχε αποφασίσει. Είχε αποφασίσει μιαν αυτοδικία. Μια προδοσία. Ήξερε ένα θανάσιμο μυστικό, η γυναίκα που αγαπούσε ήταν μια λησταρχίνα κι αυτός ένας νομοταγής πολίτης. Νόμος και πράξη. Λόγος και αντίλογος, κοχύλια και σαλιγκάρια πίσω από τη λύπη αλλά δεν του άρμοζε, όπως του τόνιζε συνέχεια ο πατέρας του, η μάνα του και ο αδερφός του. Ω! αυτά τα αδέρφια! Σου παίρνουν την τανάλια από τα χέρια, σκουπίζουν την επανάληψη, μια καθώς πρέπει ζωής, λες και αυτοί την είχαν.
 Αλλά και του ίδιου δεν του άρμοζε να παντρευτεί τη Μαίρη. Τον έτσουζε το μάτι, είχε κοκκινίσει σαν τριαντάφυλλο όταν
συναντήθηκε για τελευταία φορά μαζί της και είπε πως ο γάμος τους ήταν ένα γλυκό όνειρο. Αλίμονο! Υπάρχουν κι άλλοι άντρες για σένα, εγώ θα ζήσω στη μοναξιά μου, προσποιήθηκε. Κι έφυγε για πάντα από τη ζωή της. Αυτής που θα τον περίμενε for ever, όπως έγραφε σε εκείνο το τελευταίο μήνυμα της.

Πίσω από τα κάγκελα ο κόσμος μεγαλώνει. Η Αλίνα σκέφτηκε πως είχε άδικο να κλέβει τους πλούσιους. Η υποψία πως το παλιό, γλυκό τραγούδι, η μελωδία της ευτυχίας, χρόνια μετά που το νερό κύλησε νόστιμο, ο ένας έξω κι ο άλλος μέσα, μέσα η Αλίνα, απ έξω ο στρατιώτης Πραξιτέλης, ώσπου ένα χτυποκάρδι, ένα μπαλόνι, που είναι δύσκολο να κρίνεις αλλά για να έχει ένα ωραίο happy ent ent αυτή η ιστορία, δέκα χρόνια μετά, την περίμενε στην έξοδο των φυλακών.
Τι ωραία εικόνα!

ΤΕΛΟΣ


Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ.



Εκεί που οι βράχοι κόβονται με το μαχαίρι η θάλασσα δε νικιέται.
Αλλά ήθελε πάντα, να γκρεμίσει αυτόν τον κόσμο και να φτιάξει έναν καινούργιο.

Ο απαλός ήχος εκείνου του πρωινού που έκανε το ταξίδι προς το Βορά, ο Ντίνος Βελεμέντης ήταν από τα καλύτερα που του είχαν συμβεί. Αυτή η φράση με τους βράχους και τη θάλασσα που δε νικιέται, ήταν σφηνωμένη όλη τη νύχτα στο μυαλό του. Γιατί δε νικιέται η θάλασσα; Αναρωτήθηκε δυνατά καθώς είχε καθίσει στη θέση του, μέσα στο τρένο που ταξίδευε από το κέντρο για το Μαρούσι.
Δεν ήταν μακριά. Συνήθως σ αυτά τα ταξίδια δεν καθόταν, δεν ήθελε να στερήσει τη θέση από κάποιους αδύνατους αλλά εκείνη τη μέρα αποφάσισε ν απολαύσει τη μικρή διαδρομή καθιστός.
Ο Ντίνος Βελεμέντης ήταν ένας αγγειοπλάστης το επάγγελμα- άνθρωπος ανίκητος κατά τους άλλους, τους πολλούς, που δεν ήξεραν και πολλά πράγματα για τη ζωή του. Όμως αυτός πίστευε πως είχε να προσφέρει πολλά στη ζωή. Μεγαλωμένος μέσα σε μια αστική οικογένεια, μοναχογιός, γύρω στα σαράντα, άνθρωπος της κουλτούρας, ασκούσε μια γοητεία στον περίγυρο του. Όλοι έλεγαν πως ήταν σπουδαίο μυαλό, μα αυτός δε ζήλευε τίποτε παραπέρα από τη γνώση του, την ευστροφία του για την ανθρώπινη ύλη. Χρησιμοποιούσε αυτό το «ανθρώπινη ύλη» για να υποδείξει τη μάζα του υπερπληθυσμού του πλανήτη, από την Ιαπωνία μέχρι την Αμερική και δήλωνε αμέτοχος στη συμφορά που βάραινε τον κόσμο από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά.
Είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο του Χιούστον σπουδάζοντας εκεί σημειολογία, πριν από πολλά χρόνια. Τα φοιτητικά χρόνια που έλεγε ή καυχιόταν πως ήταν τα καλύτερα στη ζωή του ανθρώπου κι αργότερα, όταν είχε παντρευτεί τη Μαριλένα μια εξίσου βαρεμένη μ αυτόν Κερκυραία, λογίστρια των ηθικών αρχών του ανθρώπου, πίστευε ακράδαντα πως ούτε τα βράχια κόβονταν στα δυο, ούτε πως η θάλασσα νικιέται.
Η σκέψη αυτή τον βασάνιζε  χρόνια. Η εξέλιξη των ειδών του Ντάρβιν δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αντιρρήσεων αλλά θα ξεκινούσε  έτσι: Όχι, δεν καταγόμαστε από τους πιθήκους. Η πρώτη, σθεναρή αντίρρηση είναι πως κανένα από τα γνωστά είδη πιθήκων δε μετεξελίσσεται σε άνθρωπο. Ο χιμπατζής παραμένει χιμπατζής, ο  ουρακοτάγκος, ουρακοτάγκος και ούτω καθεξής. Είναι πολύ απλό να σκεφτούμε εδώ πως μόνο ένα είδος πίθηκου, αυτό που ονομάζουμε άνθρωπο εξελίχτηκε σε άνθρωπο, άρα αυτό αναιρεί άμεσα την καταγωγή μας από το συγκεκριμένο είδος. Ούτε ξαδέρφια μας είναι οι πίθηκοι, ούτε καθόλου τέτοια πράγματα. Οι άνθρωποι υπάρχουν πάνω στη γη περίπου τεσσεράμισι δισεκατομμύρια χρόνια, μιλάμε για αριθμό που και συμπαντικά είναι ικανός, και τίποτα δε μεταμορφώνει πια την εικόνα του: ήθελε να πει, πως με την εμφάνιση του ανθρώπου τελείωσε ο νόμος της εξέλιξης των ειδών; Και εφόσον όλα τα είδη δε μετεξελίσσονται σε άλλο, το λιοντάρι σε αλεπού, το ψάρι σε πουλί, θα πρέπει να βγάλουμε το συμπέρασμα πως ο άνθρωπος είναι το τελειότερο των ειδών; Και από απόψεως λογικής και μορφής και ότι άλλο συνεπάγεται με αυτό;
Είχε μια σκέψη διαφορετική αν και υπήρχε φυσικά σαν άθεος, που θα πηγαίνει κάπως προς τους ιδεολόγους: ο άνθρωπος υπήρχε πάντα και δεν είναι προϊόν καμιάς εξέλιξης. Οι κλιματικές συνθήκες οι φυσικές καταστροφές, τον έκαναν άλλοτε πρωτόγονο κι άλλοτε πολιτισμένο. Αν εξετάσουμε τη δική μας ιστορία δέκα-δεκαπέντε χιλιάδες χρόνια, είναι μηδαμινή μπροστά στα τέσσερα δισεκατομμύρια που υπάρχουμε εδώ πάνω. Τι σημαίνει αυτό; Μπορούμε να προδικάσουμε ακριβώς ποιος ήταν ο πολιτισμός πριν εκατό χιλιάδες χρόνια πριν; Όχι.
Και επανερχόταν στο βασικό ερώτημα. Καταγόμαστε από τον πίθηκο; Η απάντηση είναι όχι. Ούτε όμως μας έσπειρε κάποιος θεός. Πως όμως θα εξηγήσουμε τη στασιμότητα της τελειοποίησης του είδους των ανθρώπων; Και μη του έλεγε κανένας πως δεν είμαστε ίδιοι εδώ και χιλιάδες χρόνια θα το απέρριπτε. Έχουμε πάντα δυο μάτια, δυο πόδια, πέντε αισθήσεις και μια μορφή που την αλλάζουμε μόνο εμείς, επεμβαίνοντας στη φύση μας. Η ίδια από μόνη της δεν αλλάζει τη μορφή και τον εγκέφαλο μας, ούτε μας πάει στο καλύτερο ή στο χειρότερο, αυτό αναγκαία δεν υπάρχει στη φύση, δηλαδή το καλό και το κακό [ Καλό για το λιοντάρι είναι  να φάει την αντιλόπη, κακό είναι για την αντιλόπη να φαγωθεί]  Ο πίθηκος που είναι όντως ένα άσχημο ζώο και δεν μπορεί να συγκριθεί με τον άνθρωπο, όπως φυσικά και κανένα άλλο ζώο. Οποιεσδήποτε συγκρίσεις σ αυτό, καταντούν έξω από τη λογική του ανθρώπου. Βεβαίως τα ζώα έχουν μόνο ένστικτο,  το καθένα λίγο περισσότερο και το άλλο λίγο χειρότερο, η σύγκριση όμως με τον άνθρωπο είναι ανεπανόρθωτα συντριπτική : Ο άνθρωπος είναι το τέλειο ον που γνωρίζουμε σ αυτόν τον γήινο πολιτισμό. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο και θα διαφωνούσε  εδώ με τον Μίλαν Κούντερα που λέει: Η πραγματική ηθική δοκιμασία της ανθρωπότητας [η πιο ουσιαστική κρυμμένη ώστε να μη τη βλέπουμε] έγκειται στη σχέση του ανθρώπου με όσους είναι στο έλεος του: τα ζώα.
Και γιατί να μην είναι στο έλεος του τα ζώα; Με την έννοια να τα λυπάται που και που και να τα αφήνει να ζήσουν λίγο παραπάνω;
Ο Ντίνος Βελεμέντης δε λυπόταν τα ζώα, μόνο τους ανθρώπους και από αυτούς όχι όλους. Τα ζώα δεν αποτελούν το μεγαλύτερο υπηρετικό προσωπικό του ανθρώπου από καταβολής λογικής; Κανένα ζώο δε μοιάζει στον άνθρωπο είτε το θέλετε, είτε όχι. Αυτός όσο έζησε δήλωνε αυτή τη διαφορά. Με την άποψη πως ο κόσμος μας, είναι κόσμος ικανοτήτων, έβγαζε το συμπέρασμα για την τεράστια διαφορετικότητα του από τον πίθηκο.

Η αρχή για ένα μυθιστόρημα μου που δε λέει να φτάσει εκεί που πρέπει. Αργεί.


Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

TΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ.



νυφη-βολανακης μισοτελ 006.jpg

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ.

Καλοκαίρι στην Αθήνα. Ο ήλιος να λούζει τα πάντα, η άσφαλτος τσουρούφλιζε, άχνιζε σαν καμίνι, νέφος να μην βλέπεις στα δέκα μέτρα και οι άνθρωποι να σπαρταρούν σαν ψάρια, σε μιαν άδεια από νερό, γυάλα. Η αντοχή τους είχε εξαντληθεί εκείνο το Καλοκαίρι. Αρχές Ιουνίου ήταν ακόμα κι ο καύσωνας, στα όρια της απελπισίας. «Φάκιγκ γουέη», μονολόγησε με μια αργοπορημένη Αμερικάνικη προφορά. Όχι ακριβώς «παλιοκατάσταση», γαμημένη κατάσταση, στην κυριολεξία. Ήξερε λίγα Αγγλικά, αυτά που είχε μάθει στο γυμνάσιο, αλλά καμιά φορά τον έπιανε η τρέλα και το ριχνε στο διάβασμα. Ένιωθε την έλλειψη, ενός τρόπου επικοινωνίας, όταν βρισκόταν σε ανάλογες παρέες. Η ζωή είναι απρόβλεπτη, σκεφτόταν αλλά ποτέ δεν περίμενε πως θα συνέβαινε και σ αυτόν το μεγάλο απρόβλεπτο.
-Τι τα χρειάζεται τα Αγγλικά και τις ξένες γλώσσες, ένας ξυλουργός; Τον περιέπαιζε ο φίλος του ο Αντώνης.
Αυτός μούτρωνε αλλά δεν του απαντούσε, σκεφτόταν μονάχα πως ήθελε να γνωρίζει μια άλλη γλώσσα. Ένας λόγος ακόμα περισσότερο τώρα, πίχε γνωρίσει την Ελβίνα και την Κάρολ, δυο Αμερικανίδες, που εργάζονταν στο μεταφραστικό τμήμα, μιας μεγάλης εισαγωγικής εταιρίας. Ευτυχώς, εκείνες μιλούσαν άπταιστα Ελληνικά αλλά και πάλι μειονεκτούσε. Δεν μπορούσε να τις καταλάβει όταν μιλούσαν μεταξύ τους Αμερικάνικα.
-Θα σε πάρω ένα βράδυ να δεις τι χρειάζεται τις ξένες γλώσσες ένας ξυλουργός, είπε στον Αντώνη.
-Εμένα δεν με πειράζει, γέλασε.
-Επειδή ξέρεις..
-Ε, ξέρω κάμποσα Αγγλικά, παινεύτηκε.
Τις είχε γνωρίσει τυχαία, ένα βράδυ πριν από κανένα μήνα σε κάποιο κλαμπ.
Η Ελβίνα του έκανε από την αρχή ωραία εντύπωση. Ψηλή, κοκκινομάλλα, ορθόπυγη. Περήφανη σαν γαλαζοαίματη, με μάτια φλογισμένα.
Η  Κάρολ ήταν μεσαίας κατάστασης. Πρόσωπο γωνιώδες, ξανθιά φυσιογνωμία με φακίδες ακόμη στα μάγουλα, παρ ότι πλησίαζε και αυτή τα τριάντα, τριάντα δύο.
Βγήκαν δυο-τρεις φορές για καφέ και είχε προσπαθήσει να τους αποσπάσει την προσοχή αλλά  αυτές έμοιαζαν να βρίσκονται στον δικό τους κόσμο, χωρίς να του δίνουν ιδιαίτερη προσοχή. Κοιτάζονταν πολύ μεταξύ τους, πιάνονταν χέρι-χέρι, όταν περπατούσαν. Πράγμα που τον έκανε να φαντάζεται περίεργες καταστάσεις ανάμεσα τους. Πολλές φορές η φαντασία του πήγαινε πιο μακριά και κάποια μορφή ζήλιας του κέντριζε το νευρικό σύστημα.
Δεν τους ήταν αδιάφορος, ήθελαν την παρέα του αλλά  η Ελβίνα που τον ενδιέφερε άμεσα, όταν προσπάθησε να τη φιλήσει, τραβήχτηκε κάπως απότομα.
-Τι έπαθες; Τη ρώτησε.
-Τίποτε και  σφούγγιζε τα χείλη της.
-Μου αρέσεις, της είπε.
-Κι εμένα μου αρέσεις, αλλά ... ξέρεις.. δε φτάνει.
-Τι; Έκανε με ενδιαφέρον.
-Δεν είμαι μόνη μου. Υπάρχει και η Κάρολ.
-Ε, και! Έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
-Θα καταλάβεις, του είπε με νόημα και γύρισαν στο μπαρ να συνεχίσουν το ποτό τους.
Προσπάθησε να καταλάβει, δεν του είχε ξανασυμβεί παρόμοια κατάσταση και το χειρότερο  ήταν που την είχε ερωτευθεί.
-Λεσβίες είναι ρε, μη χολοσκάς, του είπε ο Αντώνης. Μη το παίρνεις σοβαρά
-Δεν κατάλαβες καλά, του απάντησε. Μου αρέσει η Ελβίνα  και δεν πιστεύω πως είναι λεσβία. Η άλλη μπορεί.
-Είμαι περίεργος να τις γνωρίσω. Εσύ δεν είπες πως θα μ έπαιρνες να βγούμε ένα βράδυ;
-Απόψε, του είπε.
Το συλλογίστηκε και δεν ήξερε αν έκανε καλά. Και τι θα έβγαινε; Τίποτε, μονολόγησε και παρκάρισε την Ασκόνα έξω από το μαγαζί του. Ότι είναι να γίνει, θα γίνει απόψε, αποφάνθηκε.

 Το βράδυ ήρθε γοργά. Ντύθηκαν, στολίστηκαν και τις περίμεναν έξω από το Χίλτον.
-Να είσαι προσεκτικός, του είπε κοιτάζοντας τον στα μάτια.
-Έλα μωρέ, με τις τσούλες!  Το πολύ-πολύ να μείνουμε με το ξύλο στο χέρι! του απάντησε
Ήταν αθυρόστομος ο Αντώνης.  Αλλά  φίλοι από χρόνια, τον ήξερε. Δεν έκανε γκάφες.
-Αφού το ξέρεις πως σ αγαπάω ρε φίλε, συνέχισε,  θα δούμε, μην κάνεις έτσι, δεν χάθηκε ο κόσμος ...
Πήγαν πρώτα σε μια ταβέρνα. Έφαγαν, ήπιαν κόκκινο κρασί. Ο Αντώνης ήταν πολύ διαχυτικός μαζί τους.
-Έχεις δίκιο, του ψιθύρισε κάποια στιγμή στο αφτί. Μόνο αν μπορέσουμε να τις πάρουμε μάτι. Τίποτε άλλο. Και να ξέρεις: αυτές οι γάτες είναι επικίνδυνες.
Αυτός εξοργίστηκε.
-Τι είναι αυτά που λες!  Του είπε με στραβωμένο πρόσωπο.
-Μην το παίρνεις σοβαρά, του είπε δυνατά. Θέλεις να το προτείνω;
-Δεν νομίζω πως θα δεχτούνε, αλαφιάστηκε
-Να είσαι σίγουρος. Σ' αυτές, αρέσουν τέτοια πράγματα.  Πας στοίχημα;
Τι στοίχημα να πήγαινε;  Αυτός καιγόταν για την Ελβίνα και ο Αντώνης του έβγαινε με κόκκινο. Δεν του άρεσε που είχε μπλέξει σε μια τέτοια ιστορία.
-Εσύ πάντα έτσι είσαι, χαζοβιόλης, γέλασε.  Μια ζωή αγαπησιάρης. Μη τα θες όλα δικά σου.
-Άσε μας  ρε, που τα ξέρεις όλα!  έκανε ενοχλημένος.
Δεν ήξερε και πολλά πράγματα για τις Λεσβίες. Τι στο διάολο έκαναν δυο γυναίκες μεταξύ τους; Όσο αθώος να είναι κανείς σ αυτόν τον κόσμο, δεν μπορεί να είναι έξω από αυτόν.
Αργότερα, όταν πήγαν σ ένα κλαμπ, όπου ήπιαν και χόρεψαν δεν είχε πια καμιά αμφιβολία. Η Ελβίνα  δεν είχε μάτια πάρα μόνο για την Κάρολ. Μάλιστα, φιλήθηκαν κιόλας, αρκετές φορές στο στόμα.
-Είδες; Τον μισοκοίταξε ο φίλος του.
-Είδα, του απάντησε βαριεστημένα.. Βαρέθηκα, πάμε να φύγουμε, δεν θέλω να τις ξαναδώ.
-Μην βιάζεσαι, περίμενε, θα δεις κι άλλα.
Και τα κατάφερε. Τις έπεισε να πάνε παρέα στο ξενοδοχείο.
-Ε, και; Έκανε αδιάφορα η Κάρολ. Πάμε; Κοίταξε με νόημα την Ελβίνα.
-Μόνο θα τις βλέπουμε; Απόρεσε και το είπε σιγανά στον Αντώνη.
-Μην είσαι χαζός! Τον αποπήρε. Όπως στις τσόντες. Δεν έχουμε δει τέτοιες τσόντες παρέα;
Είχαν δει όντως. Άλλο όμως να βλέπεις τσόντα κι άλλο να συμμετέχεις ο ίδιος και μάλιστα με δυο λεσβίες. Σα να ντρπόταν, σα να μην ήθελε να το παραδεχτεί πως έχανε μια γυναίκα από μια άλλη γυναίκα.
-Τα κάνουν όλα αυτές, τον καθησύχασε, καθώς άναβαν το φως στο δωμάτιο κάποιου φτηνού ξενοδοχείου.
Η Ελβίνα με την Κάρολ, άρχισαν το σόου, αργά, βασανιστικά. Φιλιά, χάδια, στριπτιζέζικο γδύσιμο, ελαφριά μουσική, σιγανό φως. Μισοσκόταδο. Ο Αντώνης καθισμένος αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα, απολάμβανε το θέαμα. Αυτός μια ερεθιζόταν και μια ξε. Είχε αναψοκοκκινίσει και ρούφηξε δυο απανωτά ουίσκι.
-Μην πίνεις πολύ, τον συμβούλεψε κι αυτός τον κοίταξε με αλλήθωρο μάτι.
Οι Αμερικανίδες, είχαν γδυθεί τώρα τελείως. Τσίτσιδες, χαϊδεύονταν, ηδονικά, απλώνονταν και ξεδιπλώνονταν ελεύθερα στο μεγάλο κρεβάτι. Κάποια στιγμή, η Ελβίνα  πήγε κοντά στον Αντώνη και τον χάιδεψε κατευθείαν στο ξύλο.
Ξεροκάταπιε το σάλιο του αλλά τι να κανε; Θα το άντεχε κι αυτό.
Σε λίγο, πήγε κοντά τους και η Κάρολ. Τον έγδυσαν εντελώς. Πρώτη φορά, έβλεπε τον φίλο του γυμνό! Και είχε μεγάλο ξύλο!
Είχε πάθει την πλάκα του κι αποφάσισε να πάρει μέρος στο παιχνίδι. Γδύθηκε γρήγορα κι όπως είχαν μπλέξει τα κορμιά τους, το σκοτάδι τον τύλιξε, οι σάρκες έλιωσαν στον ιδρώτα, η ηδονές δε χάνουν τη μνήμη κι ότι γίνεται περνάει στην αντίπερα όχθη της ελαφρότητας του είναι. Ξεχνάει μόνο ότι θέλει. Το είναι.
 Και συνέχισαν έτσι, μέχρι το πρωί.

 Μετά από δυο μέρες πήγε στο μαγαζί του μόνη της η Ελβίνα. Δεν ήξερε πώς να της συμπεριφερθεί αλλά αυτή ήταν πολύ άνετη. Έκαναν έρωτα στα γρήγορα, μέσα στην τουαλέτα στα όρθια. Ύστερα έφυγε, αφού του είπε πως τον αγαπάει, κοιτάζοντας πέρα απ΄το θολό τζάμι της μεσημβρινής υγρασίας.
Μονάχος αργότερα, χωμένος στον κυκεώνα ενός ολέθριου κόσμου, νοσταλγούσε την μοναδικότητα των συναισθημάτων του. Τι σόι αγάπη ήταν αυτή; Αφού την είχε πάρει και ο φίλος του; Κι αφού ήθελε να ζει με την Κάρολ, αυτός που χωρούσε εκεί ανάμεσα τους;
-Μήπως πρόκειται να την παντρευτείς!  Πάρτε τον αγκαλιά ρε!  Τον ειρωνεύτηκε ο Αντώνης. Πέρνα το ντούκου φίλε, δεν υπάρχει εύκολα ευκαιρία για τέτοια κατάσταση.
-Φάκιγκ γουέη! Ούρλιαξε αυτός.
Δεν ήθελε να το παραδεχτεί τόσο απλά. Ήταν ερωτευμένος με την Ελβίνα κι εκείνη του είχε πει πως τον αγαπούσε.
-Και συ την πίστεψες!  Τέτοιος χαζοβιόλης είσαι! Συνέχισε να τον ειρωνεύεται. Έτσι είναι αυτές ρε. Βάζουν και λίγη σάλτσα  για να έχει ενδιαφέρον. Ξεκόλλα, σου λέω!
Αλλά αυτός αντί να ξεκολλήσει, κόλλησε χειρότερα. Είπε στην Ελβίνα πως την ήθελε μόνο για τον εαυτό του και πράγμα περίεργο, εκείνη δέχτηκε. Ξέκοψε από την Κάρολ, ήρθε να μείνει κοντά του και του ορκίστηκε παντοτινή αγάπη. Τσακώθηκε με τον Αντώνη, σχεδόν ήρθαν στα χέρια.
-Είσαι ηλίθιος ρε! Είσαι φελλός! Πας να καταστρέψεις την ζωή σου, κατάλαβες ρε; έγρουξε ο φίλος του.
-Εσύ είσαι φελλός και ηλίθιος! του ανταπάντησε. Δε θέλω να σε ξαναδώ! Πάρε δρόμο!
Ο φίλος του τα παιξε. Ήταν έτοιμοι να έρθουν στα χέρια.
Αφού συγκράτησε τα νεύρα του  να μην τον χτυπήσει, τον κοίταξε με ένα υποτιμητικό ύφος κι έφυγε.
-Ούτε εγώ θέλω να σε ξαναδώ, του είπε με σκοτωμένο ύφος από την πόρτα. Λυπάμαι για λογαριασμό σου.

 «Λυπάμαι για λογαριασμό σου», ηχούσε μέρες και εβδομάδες η φωνή του Αντώνη στ' αφτιά του και τον σακάτευε. Λυπόταν πραγματικά για ότι είχε γίνει αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, το είχε παραδεχτεί. Τι τον ένοιαζε όμως; Αυτός σε λίγους μήνες θα παντρευόταν την Ελβίνα, την γυναίκα της ζωή του όπως έλεγε.
Λογάριαζε όμως χωρίς τον ξενοδόχο. Κι ο ξενοδόχος στην περίπτωσή του, ήταν η Κάρολ.
Πήγε στο εργαστήρι του και τον βρήκε την ώρα που πλάνιζε μια πόρτα.
-Θα σε σκοτώσω! του είπε απερίφραστα. Φύγε μακριά από την Ελβίνα. Κι έπαιζε με ένα πιστόλι.
-Εξαφανίσου! της απάντησε περιφρονητικά.
Αυτό της ανακάτεψε περισσότερο την ψυχή. Με ύφος σκοτεινό και μάτια μισόκλειστα, έφερε το όπλο κάτω από την μύτη του. Ύστερα κούνησε το κεφάλι της κι έφυγε.
Δεν την πίστεψε κι αυτό ήταν το χειρότερο. Σιγά! ψευτογέλασε. Αυτά, συμβαίνουν μόνο στα μυθιστορήματα. Αλλά το όπλο ήταν αληθινό, ανησύχησε. Λες;
Στην Ελβίνα δεν είπε τίποτε. Δεν ήξερε κιόλας αν είχαν συναντηθεί από τότε. Της το είχε απαγορέψει ρητά αλλά με τις γυναίκες, ποτέ δεν ξέρεις.
Έπαιρνε κάποιες προφυλάξεις τις επόμενες μέρες. Κοιτούσε γύρω του καχύποπτα, εξέταζε τους περαστικούς κι όλο νόμιζε πως από κάποια γωνιά, πρόβαλλε η Κάρολ και τον σημάδευε με το όπλο της. Μερικές φορές, τρομοκρατήθηκε και το έβαλε στα πόδια, μέσα στο πλήθος. Σταματούσε παρακάτω λαχανιασμένος, έμπαινε στο αυτοκίνητο για να νιώθει σιγουριά κα εξαφανιζόταν.
Που θα πήγαινε αυτό; Είχε χάσει την ησυχία του κι αυτή η ηρεμία των πραγμάτων του τσάκιζε τα νεύρα και τον φόβιζε.Πήγε σε μια ερημική παραλία, να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, να βρει τον εαυτό του. Από ορισμένες συμπτώσεις, πήγε η ζωή μου χαμένη, μονολόγησε. Ποιος το είχε πει αυτό; Που το είχε διαβάσει; Μάλλον ο Καζαντζάκης, αναθυμήθηκε. Ναι, ο Καζαντζάκης το είχε πει, που πήγε χαμένος απ τις συμπτώσεις!
Ξανασκέφτηκε όλη την ιστορία από την αρχή. Μελέτησε τα απίθανα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και διάστασης. Δεν έβγαζε καμιά άκρη. Είχε μπλέξει σε έναν άγριο λαβύρινθο, γιατί έπρεπε να πεθάνει τώρα; Τόσο νέος, στο άνθος της ηλικίας του;
Καλύτερα να τη σκότωνε αυτός.
Στην σκέψη αυτή, τρόμαξε περισσότερο. Πως θα τη σκότωνε; Αυτός δεν ήξερε ούτε από πιστόλια, ούτε από θανάτους ...Πήγε στο σπίτι, κλειδώθηκε μέσα. Μια, δυο μέρες, δεν έβγαινε καθόλου. Η Ελβίνα απόρεσε μ αυτή του την κατάσταση.
-Είμαι άρρωστος, της είπε.
-Τι έχεις; ανησύχησε. Να πάμε στο γιατρό;
-Όχι, της απάντησε, θα μου περάσει.
Σκέφτηκε να πάει στην Αστυνομία αλλά τι θα τους έλεγε; Κι έπειτα, θα ήταν αναγκασμένος να τους τα πει όλα ...δεν είχε και πολύ εμπιστοσύνη στους μπάτσους.
Το μεσημέρι που έτρωγαν ανόρεχτα με την Ελβίνα, κάποια στιγμή, ξαφνικά, του είπε πως η Κάρολ θα έφευγε για την Αμερική. Αναταράχτηκε.
-Γιατί φεύγει; ρώτησε περισσότερο ξαφνιασμένος.
-Πέθανε ο πατέρας της. Φεύγει για πάντα, έτσι μου είπε, πετάει το αύριο το πρωί.
Αναθάρρησε. Σα να του έφυγε ένα βαρύ φορτίο από τα χέρια. Μα, δεν το έδειξε. Μουρμούρισε μονάχα κάτι σαν, ας πάει στο καλό η γυναίκα.

 Η ρόδα της ζωής κύλησε κανονικά κι αυτός έχτιζε την ευτυχία του πάνω σε ένα απρόσμενο μυστικό. Αραιά και που, θυμόταν την απειλή της Κάρολ και τρεμούλιαζε. Τον ενοχλούσε η απρόβλεπτη πλευρά των ανθρώπων. Η σκοτεινή επιθετικότητα του νου, το μέρος εκείνο του εγκεφάλου που ερέθιζε τις ίνες του αιμάτου κι έκανε τους ανθρώπους άγρια θηρία. Τα εγκλήματα που γινόταν καθημερινά για ψύλλου πήδημα και, που σιχαινόταν να τα παρακολουθεί από την τηλεόραση, έδειχναν τον πραγματικό κόσμο που ζούσαν.
Θα είχαν περάσει σχεδόν πάνω από δυο μήνες. Είχε ξεχάσει πια την Κάρολ και την απειλή της. Ήταν ένα σούρουπο Τετάρτης και έπρεπε να εκτελέσει μια παραγγελία στα γραφεία μιας μεγάλης εταιρίας.
Έφτασε με το φορτηγάκι, παρκάρισε κι άρχισε να ξεφορτώνει τα έπιπλα. Ένας βαριεστημένος φύλακας τον βοήθησε μέχρι το ασανσέρ. Ύστερα, τα ανέβαζε μόνος του στον έκτο όροφο. Ένιωθε κουρασμένος, ενώ ταυτόχρονα μια περίεργη ανησυχία τον κύκλωνε-πάντα του προξενούσαν έναν αόριστο φόβο, τα μεγάλα χτίρια με τους τεράστιους διαδρόμους και τα φώτα που αναβόσβηναν γρήγορα οι διακόπτες τους.
Ιδρωμένος, κάθισε να πάρει μια ανάσα, αφού ανέβασε και την τελευταία στριφογυριστή καρέκλα. Ύστερα κάθισε πάνω της  κι έκανε μια στροφή, βλέποντας στο βάθος του διαδρόμου. Μια γρήγορη σκιά πέρασε από τον έναν διάδρομο στον άλλον.
Αλαφιάστηκε. Τι ήταν αυτό;
Αμήχανος, σηκώθηκε και κοίταζε κατά εκεί. Ύστερα, βιαστικά, πήγε στο ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί. Τίποτα, ήταν νεκρό. Ανατρίχιασε. Κοίταξε γύρω του, δεν είδε τίποτα κι αμέσως  έτρεξε προς την σκάλα.
Απ' τη γωνία του διαδρόμου η σκιά πυροβόλησε εναντίον του. Η σφαίρα εξοστρακίστηκε στα μάρμαρα, ο ήχος του πυροβολισμού, έξυσε τα αφτιά. Κατέβηκε κουτρουβαλώντας τις σκάλες με την ψυχή στο στόμα. Στο τελευταίο σκαλί  μπερδεύτηκε, έπεσε ανάσκελα στο δάπεδο του πέμπτου ορόφου.
Ωστόσο, η Κάρολ είχε  φτάσει από πάνω του. Πάτησε το διακόπτη να ξανανάψει το φως και την είδε να τον σημαδεύει στυγνά, αμίλητα.
Κατάλαβε πως είχε έρθει η τελευταία ώρα του.
Η Κάρολ συνέχιζε να τον σημαδεύει και να πλησιάζει. Αυτός είχε μια ελπίδα. Να σβήσει πάλι ο αυτόματος διακόπτης του φωτός-πράγμα που έγινε. Είχε προλάβει να κλείσει τα μάτια του για να συνηθίσει αμέσως το σκοτάδι  και τινάχτηκε επάνω σπρωγμένος από κάποια μυστήρια δύναμη. Το ένστικτο της επιβίωσης, λειτούργησε άγρια μέσα του. Όρμησε πάνω της, η Κάρολ πυροβόλησε αλλά την είχε ήδη χτυπήσει στο χέρι που κρατούσε το όπλο κι έτσι αστόχησε. Η σφαίρα έξυσε τον ώμο του κι ένα τεράστιο τσούξιμο του σβούριξε το μυαλό, αλλά δεν ήταν ώρα για τέτοιες σκέψεις. Τη χτύπησε με δύναμη ξανά στο πρόσωπο, έπεσε στο δάπεδο, το πιστόλι έφυγε από τα χέρια της. Όρμησαν στο σκοτάδι, κατά εκεί που υποθετικά βρισκόταν το όπλο. Το έπιασαν ταυτόχρονα και οι δύο. Ήταν γυναίκα εναντίον άντρα αλλά τέτοιες στιγμές η δύναμη του καθενός πολλαπλασιάζεται. Έτσι, πάλεψαν γερά για την απόκτηση του πολυπόθητου μέσου. Αυτού που οι άνθρωποι έφτιαξαν για την προστασία από τους άλλους ανθρώπους. Η σκοτεινή τρύπα του, σηκώθηκε κάποια στιγμή  κατευθείαν στο μέτωπο της Κάρολ.
Ο πυροβολισμός εκκωφαντικός, ούρλιαξε σαν λύκος, βρυχήθηκε στο απέραντο κενό της μνήμης. Του σκότωσε για πάντα την πρωινή ησυχία του δάσους, του αφαίρεσε κάθε ίχνος για μια ευήμερη συνέχεια της ζωής του.
Η Κάρολ έπεσε νεκρή.
Ανάμεσα στις κηλίδες του αιμάτου που πάγωνε γοργά, έσταζε φως μια μακρινή αχτίδα.

 ΤΕΛΟΣ

 


Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΑΠΟΤΕ.


ΚΑΠΟΤΕ

 Κι αν κάποτε προσπάθησα με τις λέξεις

Να ομορφύνω τον κόσμο

Δεν μετάνιωσα

Γιατί ερχόταν πάντα στο νου

Κάποιο αιώνιο απόκοσμο

Αυτό ένιωσα

 

Ίσως γιατί «κεντούν σε δέρμα φυλακισμένου»*

Τατού  μυαλού ανθρώπου

Μικρονόητου

Αυτό δεν σημαίνει πως απηύδησα

Φειδόμενος λίγου κόπου

Αυτονόητου.

 

Οι ωραίες λέξεις του Σαρτρ, μειώνουν τον πόνο στα σημάδια του Σεφέρη. Γιατί έρχεται πάντοτε στον νου συναίσθημα από τα ίδια, αν και, ξέρει πως, οι λέξεις ομορφαίνουν τον κόσμο.

                                                                                                * Γ. Σεφέρης

 

[Ο Σεφέρης μου γέμιζε με πέτρες το νου. Μου κάρφωνε την αντίληψη της εκκρεμότητας. Θα πω μικρές κουβέντες. Ζηλερές.

Ο Σεφέρης είχε μια αγάπη: την Μάρω. Αυτή η αλληλογραφία μεταξύ ενός και ενός δεν είναι πληγωτική;

Και η αισιοδοξία πως έγιναν όλα καλά, δεν μειώνει τον κόσμο μας;

Πώς έγιναν όλα καλά ενώ δεν ήταν;

Επουσιωδώς, φλέγομαι στις μικρές κουβέντες μεγάλων ανθρώπων του μέλλοντος.

Κάτι μου θυμίζει αυτό.

Μήπως εσένα;]

 

 


Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΙΛΟΣ


Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΙΛΟΣ

 Το είχα πάρει απόφαση πως η ζωή μου πολύ δύσκολα θα μπορούσε ν αλλάξει. Και πως να γινόταν αυτό, δηλαδή, αφού  τόσα χρόνια τώρα έκανα μόνο δουλειές του ποδαριού. Τον περισσότερο καιρό, δούλευα γκαρσόνι, όπου εύρισκα. Στην αρχή πήγαινα σε ρέστωραντ πολυτελείας.  Να σερβίρω τους λεφτάδες, που με θεωρούσαν υπηρέτη τους  και τέτοιος ήμουν, αυτό δεν είναι ψέμματα. Όσοι έχουν δουλέψει γκαρσόνια και δεν νιώθουν απελπισία που είναι αναγκασμένοι να κουβαλάνε πιάτα, σερβίτσια, μακαρονάδες, πετσέτες στους πελάτες, το αικιού τους θα πρέπει να είναι πολύ χαμηλό. Το μυαλό τους δεν κόβει. Εμενα όμως το μυαλό  μου έκοβε. Δεν ήμουν βλάκας. Τριάντα πέντε χρόνια στο πεζοδρόμιο. Το μεγάλο σχολείο. Τα είχα σπουδάσει,  αυτά, όλοι με έλεγαν τσακάλι κκαι το νιωθα, δεν ήμουν βλάκας.  Άτυχος ήμουν και γι΄αυτό σκεφτόμουν τελευταία,  να βρω κάποιο κόλπο, κάτι να κάνω για να μην ξαναδουλέψω γκαρσόνι. Να μην είμαι υπηρέτης του κάθε χαζοχαρούμενου νεόπλουτου. Ενας τρόπος ήταν να κερδίσω κάποτε στο λότο. Κι έπαιζα μετα μανίας μέχρι την τελευταία μου δεκάρα. Πήγαινα στα μεγαλύτερα προποτζίδικα, διάβαζα συστήματα, μιλούσα με άλλους που είχαν κερδίσει, παρακολουθούσα στατιστικές  αλλά τίποτα.. Βέβαια, έξυπνος ήμουν, καταλάβαινα πως ονειροβατούσα, ζεις όμως και με τα όνειρα. Όλα τα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, σκεφτόμουν για να ξεχνιέμαι και να περνάει η ώρα, τι θα έκανα τα λεφτά που θα κέρδιζα. Μελετούσα και την παραμικρή λεπτομέρεια,  έλεγα σ΄αυτούς που με είχαν αδικήσει πως δεν θα έδινα τίποτε, θα ξεχρέωνα κάτι λίγα χρέη, θα πήγαινα και στην  Ελένη κορδωμένος να της δείξω τα λεφτα μου- η Ελένη είναι η μοναδική γυναίκα που με ανέχεται, με τόση φτώχεια ποια γυναίκα σε θέλει; θα υπερεφανευόμουν πως παρ ότι είχα τελειώσει μόνο το Λύκειο, ήμουν πιο έξυπνος από τόσα κορόιδα που περίμεναν με το μεροκάματο να γίνουν πλούσιοι. Αυτή ήταν η μια μανία μου. Η άλλη ήταν το ινερνετ. Είχε ο κύριος Νίκος πολλούς υπολογιστές και μου είχε χαρίσει έναν πριν χρόνια.Έναν υπολογιστή που δεν τον ήθελε και μου τον χάρισε. Έτσι κάνουν αυτοί οι πλούσιοι, χαρίζουν ότι δεν χρειάζονται και σε υποχρεώνουν. Έτσι κι εγω όλο τον ελεύθερο χρόνο μου εκει μέσα τον περνούσα. Γράφτηκα στο φεις μπουκ κι έκανα επιλεκτικά μόνο εκατον πενήντα φίλους. Ούτε έναν παραπάνω. Δεν ήθελα άλλους. Κι αυτούς είναι σαν να μην τους έχεις! Σούφρωνε τα χείλια της, η Ελένη. Φίλοι είναι αυτοί που δεν συναντιόσαστε ποτέ; Εγώ ξέρω οι φίλοι  βγαίνουν παρέα, συναντιούνται, μιλάνε, βοηθάνε ο ενας τον άλλον στα προβλήματα, εσένα τι φίλοι είναι αυτοί;  ξέρει κανένας απο δαύτους πως δεν έχεις να φας; Αυτά μου τα λεγε συνέχεια, εμένα όμως ήταν πεποίθηση πως αυτοί οι φίλοι κάποια μέρα θα με έσωζαν. Δεν ξέρω πως μου έβγαινε αυτό αλλά  ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρος πως θα με βοηθούσαν.. . Μιλούσα μαζί τους πολλές ώρες,  τους έκανα λαικ,  μου έκαναν. Πειράζουμε ο ένας τον άλλον, οι περισσότερες γυναίκες με γουστάρουν γιατι είχα  βάλει μια πολύ ωραία φωτογραφία στο προφίλ μου και όχι μόνο. Αυτά δεν τα έβλεπε η Ελένη που περιττό να πω ότι δεν είχε ιδέα απο υπολογιστη. Τι υπολογιστή να ήξερε αφου μια ζωή δούλευε σκουπίστρια στην εταιρία του κυρίου Νίκου. Α, ναι, παντού αυτός ο κύριος Νίκος, μας βοηθούσε, καλός άνθρωπος αλλα πλούσιος.Τώρα όμως τα πράγματα είχαν σκουρήνει περισσότερο. Ήμουν ανεργος πάνω απο τρεις μήνες. Με συντηρούσε η Ελένη  αλλιώς θα είχα πεθάνει της πείνας. Τι θα κάνεις; τι θα έκανες αν δεν είχες εμένα; μου φώναζε κάθε μέρα. Κοίτα να βρεις καμια δουλειά Βαγγέλη, το φειςμπουκ και τα καφενεία δεν δίνουν λεφτά. Καταλαβες Βαγγέλη; Το ονομά μου είναι Βαγγέλης. Αλλά τι το θέλεις το όνομα; οι φτωχοί δεν χτειάζεται να έχουν όνομα. Μένω τελευταία σε ένα ημιυπόγειο που μου έκανε χάρη να μου παραχωρήσει ο κυριος Νίκος. Πήγαινε εκεί,  μου είπε, δεν έχω τίποτα  καλύτερο. Δεν πειράζει, του απάντησα, έχω συνηθίσει εγώ. Έχω κοιμηθεί και στις πέτρες, στα παγκάκια. Στα παγκάκια ε; Στις πέτρες; Άνοιγε τα μάτια του. Έφαγες σήμερα; Ναι, δυο βερίκοκα. Να πάρε μισό ευρω  να  πάρεις νερό. Τι να το κάνω το νερό; απορούσα. Ε, πως, άνθρωπος είσαι θα διψάσεις. Κι έφευγε με τα σιγανά του βήματα σαν πλούσια γάτα που ήταν. Η κατάντια μου είχε φτάσει στην απελπισία. Κάτι έπρεπε να κάνω. Να βρω μια δουλειά. Να γίνω άνθρωπος. Η Ελένη μου το ξεκαθάρισε. Αιντε αγόρι μου, εσύ δε βάζεις μυαλό, άιντε στο καλό, αφησέ με μήπως βρω κι εγω κανέναν άντρα της προκοπής, να παντρευτώ. Εσύ δεν κάνεις προκοπή.
Αλλά την παρακάλεσα.  Έπεσα στα πόδια της, καταξευτιλιστηκα και της υποσχέθηκα πως να, όπου να είναι θα πήγαινα να πιάσω δουλειά στο καφενείο του Νικήτα.  Αυτό το ακούω χρόνια τώρα, καλά, εντάξει αλλά είναι η τελευταία σου ευκαιρία, εντάξει!
Με το κεφάλι σκυφτο, αυτή η κατάσταση κράτησε κάμποσο καιρό ακόμα ίσως έξι μήνες και το περίεργο είναι πως εγώ γινόμουν όλο και πιο αδιάφορος. Κορόιδευα τον εαυτό μου και την Ελένη. Εκεί που την εύρισκα πραγματικά, ήταν ο υπολογιστής μου και οι φίλοι μου.Κλικ απο δω, λάικ απο κει, σχολίαζα αλλλα δεν έβγαινε τίποτε.  Το πράγμα άρχισε να δυσκολεύει όταν με διέγραψε πρώτα η Νίκη. Απόρεσα  πραγματικά, της έστειλα μήνυμα μα ήταν αμετάπιστη. Σε έκανα ντιλιτ, μου είπε. Πέρασα το χέρι μου ανάμεσα στα μαλλιά μου, έτσι κάνω όταν δυσκολεύομαι κι άρχισε να με πιάνει τρόμος στην ιδέα πως θα μπορούσαν να με διαγράψουν όλοι. Μούσκεψα το βράδυ στον ιδρώτα, πετάχτηκα επάνω άνοιξα τον υπολογιστή. Ναι, οι σκέψεις επαληθεύονταν. Και άλλοι δυο φίλοι με διέγραψαν. Το πρωί πήγα στο καφενείο σκοτωμένος, δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν. Τι να τους έλεγα άλλωστε. Δεν είχα κανέναν φίλο εκεί, εμένα οι φίλοι μου ήταν στις οθόνες κι μου ράγιζε η καρδιά που τους έβλεπα μετα από τόσα χρόνια να αποχωρούν. Να με  διαγράφουν ένας-ένας. Γύρισα το μεσημέρι είδα πως είχαν αποχωρήσει άλλοι δέκα. Δεν προσπάθησα να μεταπείσω κανέναν και τα κουβέντιασα με τον Τζονυ. Ο Τζόνυ είναι ο καλύτερος μου φίλος. Μη φοβάσαι μου είπε στο τσατ, δεν μπορει να σε διαγράψουν όλοι, κάποιο λάθος θα έκανες. Εσυ, του λέω για ένα μικρό λάθος θα με διαγράψεις. Εγω Βαγγέλη δε θα σε διαγράψω ποτέ. Λοιπόν πάρε μια μέρα το λεωφορείο κι έλα να τα πούμε απο κοντά. Να έρθεις στο σπίτι μου να φάμε και να πιούμε. Θα έρθω του είπα, στο υπόσχομαι. Όπως περνούσαν οι μέρες, σιγά-σιγά, ίσως μέσα σε ένα μήνα μου είχαν απομείνει μόνο δώδεκα φίλοι. Είχα συνηθίσει πια και δεν μου έκανε καμιά εντύπωση. Τελείωσε αυτή η δουλειά έλεγα στον εαυτό μου κι έψαχνα να βρω δουλειά αλλά που..
Πήγα απο δω, ρώτησα απο εκει, τίποτα. Η Ελένη δεν μου μιλούσε άλλο. Πάψαμε να κάνουμε και έρωτα, το πράγμα χειροτέρευε άγρια. Εκείνο το Σαββατοκύριακο είχα αποφασίσει πως χρειαζόταν να πάω  να βρω τον  Τζόνυ. Περιττό να σας πω, πως ήταν ο τελευταίος, ο μοναδικός φίλος που μου είχε απομείνει. Αλλα ήταν πραγματικός, μη σε νοιάζει με παρηγορούσε και τα κουβεντιάζαμε συνέχεια. Εσυ πόσους φίλους έχεις; τον ρωτούσα αν και έβλεπα στο προφιλ του πως είχε πάνω απο τρεις χιλιάδες. Χαχαχα! γελούσε μη το σκέφτεσαι καλέ μου, θα έρθεις τη Δευτέρα που μου υποσχέθηκες; Θα έρθω του είπα και το φιξάραμε. Μου έδωσε οδηγίες πως θα πάω γιατι το σπίτι του ήταν έξω απο την πόλη. Με το κεφάλι σκυφτό, το μυαλό μου καρφωμένο στους δρόμους, γύριζα σαν αδέσποτος σκύλος. Όλη εκείνη την Κυριακή δεν πήγα καθόλου στην Ελένη. Σκεφτόμουν μόνο πως θα έφτανα στον Τζόνυ. Μόνο ο Τζόνυ θα με έζωζε, αυτός, ο τελευταίος οθονικός μου φίλος. Βέβαια το είχα παρακάνει με την Ελένη,  καλά μου είπε, έπρεπε να την αφήσω ήσυχη. Όπως μου ρχόταν στο νου η σκέψη πως θα ζούσα χωρίς αυτήν κάθισα σε ένα παγκάκι κι έκλαψα.
Κάποια στιγμή σηκώθηκα. Πέρασα πάλι το χέρι, τα δάχτυλα ανάμεσα στα μαλιά μου. Έκανε κρύο. Ένας ψιλός αέρας σφύριζε πάνω απ τις κορφές των κτιρίων. Προχώρησα προς την υπόγα, μόνος,  πεινασμένος,  κι άυπνος δυο, τρεις μέρες, δεν ξέρω πόσο. Είχα μια ξεχασμένη τσίχλα  στην τσέπη του πουκαμισου, την ξεκόλλησα, είχε μείνει λίγο χαρτί γύρω της. Την έβγαλα προσεκτικά και την ξαναμάσησα. Αλλά χορταίνεις με την τσίχλα; Γιατί να πεινάνε οι άνθρωποι; τι χρειαζόταν το φαί; μήπως έπρεπε η φύση να φρόντιζε διαφορετικά για τους ανθρώπους; Δηλαδή να μην έχουν ανάγκη να τρώνε; Έκανα τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μου ακόμα κι όταν είχα μπει στην υπόγα. Κάθισα στο λειψό τραπέζι, άναψα το κερί. Το φως ήταν κομμένο καιρό. Έψαξα να βρώ κάτι να τσιμπήσω, καμμιά φορά έκρυβα κανένα κομμάτι ψωμί σε  σακούλες νάυλον αλλά αυτή τη φορά δεν είχα κρύψει ούτε τρίμα. Μόνο ένα σαπισμένο ροδάκινο, που ήταν στην βρώμικη κουζίνα  βρήκα. Το πλυνα, το καθάρισα όπως μπορούσα και το έφαγα. Έφαγα και το κουκούτσι. Η ψίχα του ροδάκινου δεν τρώγεται, είναι πικρή. Θεόπικρη και πιάνει μούχλα. Όμως αυτή η ψίχα με  κράτησε. Έριξα ένα παλιό πέτσινο μπουφάν στους ώμους και βγήκα στο δρόμο. Νύχτα ήτανε, το ξεροβόρι θέριζε τον κόσμο μου. Ξεκίνησα να περπατώ. Περπατούσα, περπατούσα, δεν ξέρω πόσες ώρες, και το χάραμα  είχα βγει απο την πόλη όπως μου είχε πει ο Τζόνυ. Ναι, εκεί πήγαινα, που αλλού, δεν είχα που αλλού να πάω. Να ερθεις οπωσδήποτε, θα σε φιλοξενήσω, να μείνεις όσο θέλεις μου είχε πει και με είχε κατασυγκινήσει.Και να τώρα που έφτανα σε κείνη την ερημιά που με είχαν φέρει οι οδηγίες του. Πήρα το μονοπάτι που έβγαζε πίσω απο τον λόφο. Έστριψα μια μεγάλη στροφή. Είδα το σπίτι του Τζόνυ. Μικρό μου φάνηκε. Μικρούλι.  Θα μας χωρούσε άραγε και τους δυο; Προχώρησα κατα εκεί. Ο ήλιος είχε φέξει για τα καλά. Οι πόρτες είναι ανοιχτές, μου είχε πει ο Τζόνυ. Δεν κλειδώνω ποτέ. Πράγματι, ήταν ανοιχτές. Μπήκα απο την μία  με σιγανά βήματα. Η ανάσα μου σχεδόν σταματημένη. Προχώρησα στο μικρό διάδρομο. Μπήκα στη σάλα. Κοίταξα πάνω στο γραφείο. Ένας γάτος καθόταν πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή και μου χαμογελούσε.

ΤΕΛΟΣ

-->


Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

ΓΥΜΝΌ ΠΟΔΑΡΙ.



yes 010.jpg



Μόνο που τους βλέπεις σου  ρχεται να σκάσεις στα γέλια. Είναι μερικοί άνθρωποι, ανεκδιήγητοι, αστείοι. Όλα τα βλέπουν αστεία και νομίζω τώρα δεν υπάρχουν τέτοιοι. Το μούτρο τους, η κοψιά τους σε προδιαθέτει, λες τώρα θα την πει. Ένας τέτοιος ήταν ο φίλος μου ο Άιδονίδης. Κοντός, χοντρός, ασουλούπωτος, με στραβά πόδια, πονηρούτσικο μούτρο- οι ωραίοι δεν βγάζουν χιούμορ. Είναι σαν να έπαιζε κωμωδία ο Κούρκουλος. Τέλος πάντων ο Περικλέτος, έτσι τον φωνάζαμε τον Αιδονίδη, κανείς δεν θυμόταν το κανονικό του, έπαιζε με τη ζωή σαν τη γάτα με το ποντίκι.
Είχα μείνει άνεργος εκείνο τον καιρό και γύριζα άσκοπα στην Καλλιθέα και αλλού. Σποραδικά τα Σαββατοκύριακα δούλευα γκαρσόν στου Μπάρμπα -Γιάννη, ερχόταν και ο Περικλέτος, πίναμε καφέδες στις πλατείες. Εμ, τι το πέρασες, εδω Μαυρόπουλε, παράδεισο; δε γαμιέται, μη νοιάζεσαι, μου λεγε ξύνοντας το πονηρό του μούτρο γελώντας. Όλο γελούσε, που το βρισκε το κέφι; δεν τον είχα δει ποτέ σοβαρό, ακόμα και σε μια κηδεία που είχαμε πάει, γελούσε. Κινδυνέψαμε να γίνουμε νούμερα, σαράντα χρονών σοβαροί άνθρωποι με γραββάτα. Αλλά πως να γλίτωνα απο τον Περικλέτο; και δεν το θελα κιόλας, γούσταρα τις πλάκες του.
Μια μέρα, εκει που περπατούσαμε στην πλατεία γύρω- γύρω μήπως βρούμε κανα δεκάρικο, κάνει έτσι και σκάει μια σφαλιάρα σε ένα μπροστινό μας που ήταν και γορίλας. Γυρνάει εκείνος ξαφνιασμένος πιάνοντας τον πονεμένο σβέρκο του έτοιμος να τον φάει. Α, ρε φίλε, του είπε ανοίγοντας τα μάτια, δεν ξέρεις πόσο μοιάζεις με έναν φίλο μου! Όποτε τον βρίσκω του ρίχνω σφαλιάρες΄! συγνώμη, τι να σου πω; Τι να κανε κι ο γορίλας; έφαγε τη σφαλιάρα του κι έφυγε απορημένος. Έχεις αλήθεια τέτοιον φίλο; τον περιέπαιξα. Ποιός εγώ; δε με πιστεύεις; να, σου ορκίζομαι στη ζωή της μάνας μου. Τι να του λεγα; Η μάνα του είχε πεθάνει χρόνια.
Μια άλλη μέρα, με πήρε τηλέφωνο. Πάμε να φάμε , μου λέει. Σου κάνω το τραπέζι Μαυρόπουλε, γιατί σε λίγο σε βλέπω να γίνεις μαυροπούλι από την πείνα. Ντύσου, βάλε κουστούμι, γραβάτα και τα λοιπά. Θα σε πάω στο Δελφοί, στο Σύνταγμα.
Το Δελφοί ήταν ένα αριστοκρατικό εστιατόριο, άλφα κατηγορίας.. Ας πάω, είπα κι έβαλα τα καλά μου. Συναντηθήκαμε και ο Περικλέτος έμοιαζε με Αμερικανάκι, ντυμένος στα παρδαλά. Πουκάμισο σαν τραπεζομάντηλο με κίτρινα και μπλέ τετραγωνάκια, γραβάτα κοκκινόμαυρη κι αυτή με τετραγωνάκια, ριγέ παντελόνι, αχνογάλαζο, γκρίζο σακκάκι και ρεμπούμπλικο. Σαν σταυρόλεξο είσαι; του είπα και με κοίταζε λοξά κρατώντας ένα κουτί τυλιγμένο με χαρτί πολυτελείας, κορδέλλες και λοιπά. Τι έχεις εκεί; τον ρώτησα όταν κατεβήκαμε από το ταξί στο Σύνταγμα. Α, τίποτα, είπε σοβαρά. Ένα δώρο για τη μάνα μου. Τι να του λεγα; πως ήταν πεθαμένη χρόνια; Δεν άλλαζε τίποτε. Έσκασα στα γέλια. Τι γελάς; και το στομάχι του τρανταζόταν από τα δικά του γέλια. Πω,πώ! μια συμφορά είμασταν, σαν τον Ούγκο Τονιάτσι και τον Βιτόριο Γκάσμαν στους Εντιμότατους Φίλους μου. Μπήκαμε στο εστιατόριο, κοίτα μην κάνεις καμιά μαλακία, του ψυθίρισα, έχεις λεφτά;  Ποιός εγώ; και βέβαια έχω, τι με πέρασες εμένα κι έκανε να βγάλει ένα μάτσο από την τσέπη του. Αλλά δεν το βγαλε.
Τον πίστεψα δεν τον πίστεψα, δεν έχει σημασία. Πεινούσα και μόλις καθήσαμε παράγγειλε, Αστακό, σαλάτες του σεφ, Γαλλικό κρασί ροζέ Σελάρ που ήξερε πως ήταν η αδυναμία μου. Αιντε γεια μας φίλε! μου είπε και έδιωξε με νεύμα το γκαρσόν που μας έβαλε κρασί στα  ποτήρια μας. Άλλο κακό και τούτο, ένας άνθρωπος να στέκεται από πάνω σου και να σου γεμίζει το ποτήρι μόλις δει ότι άδειαζε. Δεν το μπορούσαμε και τέλος πάντων, αφού φάγαμε κι ανάψαμε τσιγάρο, μου ψυθίρισε στο αφτί. Μαυρόπουλε, λεφτά δεν υπάρχουν! Μου πεσε το τσιγάρο από το χέρι, το γκαρσόνι έτρεξε να το πιάσει στον αέρα και μου το βαλε στο στόμα που έχασκε. Θα φάμε ξύλο, του είπα σοβαρά όταν συνήλθα. Μη σε νοιάζει, πόδια έχεις; για να δω...και μου σήκωσε το ρεβερ να δει τα πόδια μου, γυμνά είναι, αποφάνθηκε, γι αυτό, σε λίγο, κάντην εσύ, συνέχισε, πες πως θέλεις να πάρεις λίγο αέρα, αν σε ρωτήσουν και περίμενέ με στη γωνία Όθωνος και Φιλελλήνων. Εντάξει; Τι να έκανα; Σηκώθηκα σιγανοπατώντας, κατόρθωσα να μην ιδρώσω και μόλις έφτασα στη γωνία των δρόμων που μου είπε, κοντοανάσανα και χτύπησα το κούτελό μου. Ρε, τι είχα πάθει! Όμως σε λίγο εμφανίστηκε σιγανοσφυρίζοντας ο Περικλέτος. Άνετος, μια χαρά. Μόλις έφτασε κοντά μου, κοίταξε πίσω κι ύστερα, τρέξε! μου είπε.
Το βάλαμε στα πόδια και σταματήσαμε μόνο όταν φτάσαμε στο Ζάππειο. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι, ο κίνδυνος είχε περάσει. Πως ξέφυγες ρε; τον ρώτησα σοβαρά. Α, εύκολο, έκανε γελώντας. Τους είπα πως θα πάω να πάρω τσιγάρα. Ρώτησα το γκαρσόνι αν έχουν τσιγάρα μάρκας Γκουανταλαχάρα και μου είπε όχι προθυμοποιούμενος να πάει στο περίπτερο να μου πάρει. Σιγά μην τον άφηνα. Άσε, ευχαριστώ, του λέω, πετάγομαι εγώ στο περίπτερο απέναντι, μόνο έχε το νού σου στο πακέτο, έχω μέσα ένα ακριβό δώρο για τη μάνα μου. Έμεινα να τον κοιτάζω εμβρόντητος, με τη σκέψη πως το γκαρσόνι ακόμα θα φυλάει το δώρο του Περικλέτου.

ΤΕΛΟΣ



Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

ΈΧΤΡΑ Λαρτζζζζ.



ΕΞΤΡΑ ΛΑΡΤΖΖΖΖΖ!...

 

Καθόμουν στην έκτη στάση Ιλισίων και περίμενα το λεωφορείο να πάω στη δουλειά μου. Η ώρα ήταν τρεις το μεσημέρι, ο ήλιος έσκαγε σαν σφυρί στο κεφάλι μου, - το ένιωθα σαν εκείνο το μπρούτζινο γκόγκ που χτυπούσε ο μαύρος, στην αρχή των παλαιών τανινών του κινηματογράφου. Κόσμος πολύς δεν περίμενε, ίσως πέντε-έξι στέκονταν γύρω μου. Ναι, πέντε-έξι και μια χοντρή γυναίκα έγκυος. Την παρατηρούσα και σκεφτόμουν, πως αντέχουν οι χοντροί το βάρος τους και πόσο μάλλον όταν είσαι και έγκυος γυναίκα. Τι κοιτάς; με ρώτησε με έχθρα κι εγώ γύρισα πίσω μου να δω σε ποιον μιλάει. Εγώ; έδειξα με τον δεξιό δείχτη τον εαυτό μου, απορημένος. Ναι, εσύ! μου φώναξε. Που κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις! και μ έκανε να κοκκινίσω από ντροπή. Εγώ είμαι συνεσταλμένος, δεν είμαι όποιος κι όποιος, πήγα δικαιολογηθώ αλλά η χοντρή είχε πάρει ανάποδες και μ έστρωσε στο κυνήγι. Το βαλα στα πόδια, τι να κανα; ενώ πίσω μου έπεφτε το γέλιο της αρκούδας. Φυσικά κατάφερα να ξεφύγω εύκολα απ την γκαστρωμένη χοντρή και λίγο πιο κάτω, σταμάτησα το τρέξιμο να ξελαχανιάσω. Ρε, τι έπαθα, σκεφτόμουν, μεγάλος άνθρωπος, πενήντα χρονών τώρα εγώ, να με κυνηγάει μια χοντρή κι όπως κοίταζα το λεωφορείο που ερχόταν-πάει το είχα χάσει- μου ήρθε ένα μπουγέλο νερό απ το χέρι της χοντρής μέσα απο το λεωφορείο! Με πήρε κι ο αέρας απ τη φόρα του οχήματος- το νερό κύλησε στο κουστούμι μου, έγινα μούσκεμα, πως θα πήγαινα τώρα στη δουλειά μου; Ανασηκώθηκα, τινάχτηκα κι ένας περαστικός με κοίταζε με λύπηση. Τα μάτια μας συναντήθηκαν κι απορήσαμε και οι δύο. Αυτός άνοιξε τα χέρια του, δείγμα πως με συλλυπούταν και έφυγε το δρόμο του. Εγώ κοίταξα μια μπρος μια πίσω και αποφάσισα να πάω πίσω στην έκτη στάση, ήταν πιο κοντά απ ότι υπολόγισα. Περπατούσα αργά, δε μ ένοιαζε και να καθυστερούσα στη δουλειά μου- ήμουν προϊστάμενος στην τροφοδοσία μεγάλου εμπορικού οίκου τριάντα χρόνια τώρα. Σκέφτηκα να πεταχτώ σπίτι ν αλλάξω αλλά ντράπηκα , τι θα λεγα στη γυναίκα μου; κι έπειτα όπως το παρατηρούσα σε λίγο θα στέγνωνε. Βέβαια θα της το έλεγα το βράδυ και θα γελούσαμε, α, γελάμε πολύ με την γυναίκα μου, παιδιά δεν έχουμε, δε μας έδωσε ο θεός, έτσι έλεγε αυτή κι έκανε σταυρούς. Έφτασα ξανά στην έκτη στάση και ήμουν μόνος. Καλύτερα, σκέφτηκα, μην έχουμε πάλι κανένα άτυχο γεγονός. Σε λίγο όμως είδα να καταφτάνει δρομαίως ο φίλος μου ο Λεωνίδας. Ο Λεωνίδας, ναι βέβαια, φίλοι από παιδιά. Μαζί στο δημοτικό, μαζί στο γυμνάσιο, στις αλάνες, αργότερα είχε γίνει και κουμπάρος αλλα εμείς κρατούσαμε το φίλος. Φίλος είναι άλλο πράγμα, έλεγε ο Λεωνίδας, κουμπάρο κάνεις κι από συμφέρο. Μόλις έφτασε κοντά μου, ξελαχάνιασε, μου δωσε το χέρι, του δωσα το δικό μου, πάντα έτσι έκανε, όποιον συναντούσε τον χαιρετούσε δια χειραψίας, εγώ το βαριόμουν αυτό αλλά τι να κανα; φίλος ήταν. Τι κάνεις εδώ ρε; με ρώτησε με έξαψη. Και γιατί είσαι μούσκεμα; κοίταξε τον ουρανό. Μήπως έβρεξε μονάχα εδώ; κι έδειξε γύρω. Είχε πλάκα ο μπαγάσας. Α, τίποτα, έριξα ένα μπουκάλι νερό πάνω μου, κάνει πολύ ζέστη, δεν κάνει; Κι άμα κάνει ζέστη, μπουγελώνεσαι μοναχός σου; ξεκαρδίστηκε στο γέλιο. Εντάξει, αλλά εδω τι κάνεις; σοβαρεύτηκε. Περιμένω το λεωφορείο, είπα ήσυχα. Εσύ; περιμένεις το λεωφορείο; τόνισε τα λόγια του. Τι να το κάνεις το λεωφορείο; Να πάω στη δουλειά μου ρε Λεωνίδα. Και γιατί θα πας με το λεωφορείο; εσύ μισείς τα μέσα μαζικής μεταφοράς; γιατί δεν παίρνεις το αυτοκίνητο σου; Έχω αυτοκίνητο εγώ; άνοιξα τα μάτια μου. Ωστόσο είχε μαζευτεί κόσμος και παρακολουθούσε τη συζήτηση. Τι θέλετε σεις; τους έδιωξε πέρα με το χέρι του σαν να έδιωχνε μύγες, ο Λεωνίδας. Ρε, άιντε πάμε να πάρεις το αυτοκίνητο, τρελάθηκες; Και με παρέσυρε αγκαζέ στο δρόμο..

Προχωρούσαμε με τον Λεωνίδα αγκαζέ και μου φάνηκε κάπως. Γύρισα και τον κοίταξα. Μου φάνηκε ψηλός σα μια πολυκατοικία. Με κοίταξε κι αυτός. Τι με κοιτάς; μου είπε. Κάνεις σα να με βλέπεις πρώτη φορά. Όχι, ρε του λέω, τι πρώτη φορά... και μέσα μου σκεφτόμουν αν πράγματι τον έβλεπα για πρώτη φορά. Μην κάνεις σαν χαζός, σε πείραξε το μπουγέλο που σου ριξε η χοντρή; Έλα, φτάσαμε κάτσε λίγο να τα πούμε, εγω δεν έρχομαι μέσα. Καθίσαμε στο πεζούλι δίπλα στο γκαζόν της μονοκατοικίας. Α, ρε κερατά! έχεις το πιο ωραίο σπίτι στα Ιλίσια. Και μόνο γι αυτό, σε ζηλεύω. Μόνο γι αυτό; άνοιξα τα μάτια μου. Εντάξει, και το αυτοκίνητο σου δεν παίζεται, εγώ δεν είχα ποτέ πόρσε, έκανε κι έδειξε την μαύρη πόρσε που ήταν αραγμένη στο γκαράζ. Ο ίσκιος που έπεφτε από τα μεγάλα δέντρα δρόσιζε τον χώρο. Ωραίες οι ακακίες αλλά γεμίζουν τον κόσμο με τα άνθη τους, είπε ο Λεωνίδας και τις κοίταζε. Της γυναίκας σου θα της βγαίνει η πίστη για να μαζεύει όλα αυτά τα άνθη και τα κίτρινα φύλλα ε; Ο παππούς σου δεν είπες πως τις φύτεψε; Κοίταξα τα δέντρα κι έγνεψα ναι, τι να λεγα; ότι δεν τις φύτεψε; Λοιπόν, συνέχισε, άιντε να σε αφήσω τώρα εγώ να πας και στη δουλειά σου, γιατί άργησες κιόλας. Εντάξει κουμπάρε; έλα γεια. Φιλιθήκαμε σταυρωτά. Πάντα έτσι κάναμε όταν χωρίζαμε με τον Λεωνίδα, μου σφιξε πάλι το χέρι, ωχ αυτές οι ατέλειωτες χαιρετούρες του! Κι έφυγε. Με άφησε μόνο μου. Εντάξει, λέω, ας μπω να πάρω την πόρσε να πάω στη δουλειά μου, τι κάθομαι; Άνοιξα την εξώπορτα, προχώρησα στο διάδρομο, έψαξα τα κλειδιά μου, φτάνοντας κοντά στο πολυτελέστατο αυτοκίνητο. Αλλα κλειδιά δεν υπήρχαν επάνω μου. Έψαξα όλες τις τσέπες, την τσάντα μου, τίποτε. Που στο διάολο είχαν πάει τα κλειδιά; Τα είχα χάσει; Και πως θα έπαιρνα τώρα το αυτοκίνητο; Α, σκέφτηκα, θα χτυπούσα το κουδούνι να μου ανοίξει η γυναίκα μου, αλλά εγώ δεν είχα ούτε γυναίκα ούτε αυτοκίνητο, τι διάολο έκανα εκεί; Γύρισα να κοιτάξω για τον Λεωνίδα αλλά κι αυτός είχε φύγει πολλή ώρα πριν... Ένας μεγάλος μαύρος σκύλος βγήκε από το σπιτάκι του και ερχόταν προς εμένα με αργά απειλητικά βήματα. Οπισθοδρόμησα ιδρωμένος, σύγκορμα. Θα είχα κιτρινίσει πολύ, ο φόβος κάλπασε σαν λευκό άλογο στις φλέβες μου. Κατουρήθηκα. Όπως πήγαινα πίσω-πίσω σκόνταψα σε μια πέτρα, κύλησα στο πράσινο γκαζόν, το πουκάμισο μου γέμισε πρασινάδα-πως θα πήγαινα έτσι στη δουλειά μου; γεμάτος πρασινάδες; ο διευθυντής θα γκρίνιαζε και με το δίκιο του. Ωστόσο ο μαύρος σκύλος είχε φτάσει από πάνω μου κι με έγλειφε με μια τεράστια γλώσσα. Ένιωσα τα σάλια του να κυλάνε σ αυτιά μου, αισθάνθηκα χειρότερη αηδία από κείνη που ένιωσα όταν με μπουγέλωσε η χοντρή, σηκώθηκα έτοιμος να το βάλω στα πόδια αλλά δεν το κανα γιατί θυμήθηκα πως άμα το βάλεις στα πόδια ο σκύλος θα σε δαγκώσει οπωσδήποτε κι έτσι στήθηκα απέναντί του, αντιμέτωπος με τα ήρεμα μάτια του. Έσμιξα τα χείλια μου μπρος και έξω, απόρεσα με τη συμπεριφορά του. Πάντα φοβόμουν τα σκυλιά, δε θα αγόραζα ποτέ έναν σκύλο και μάλιστα μαύρο, ίσως κανένα χαζόσκυλο, κανένα Ραν-Ταν-Πλαν ναι, αλλά μαύρον και τεράστιο σαν τούτον εδώ; Ποτέ. Αλλά ο μαύρος σκύλος στεκόταν χαρούμενος εκεί μπροστά μου. Κουνούσε την ουρά του πέρα-δώθε, πέρα-δώθε. Λες να ήταν δικός μου ο σκύλος;

Τέλος



Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

... ΚΑΙ ΑΝΟΗΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Κάποιος μου είχε κλέψει το πουκάμισο, την ώρα που εγώ πήγα στην τουαλέτα κι άφησα τη μπύρα μόνη της να καθιζάνει τον αφρό της, μπύρα χωρίς αφρό δεν πίνεται, που λέει κι ο ξανθός, ο ωραίος άντρας δίπλα μου, αέρα! αέρα να φύγει η χολέρα, του απαντάει, μια άσχημη μύτη ο φίλος του, κάπου μεταξύ Ναβαρίνου και Ζωοδόχου Πηγής αλλά το πουκάμισο μου είχε κάνει φτερά, ποιος χρειαζόταν ένα λευκό πουκάμισο, εκτός από μένα που τώρα ήμουν γυμνός και σκεφτόμουν αν θα ζήσουμε μια ευτυχισμένη ζωή ή θ αφήσουμε αυτόν εδώ τον κόσμο, το ίδιοανόητο και κακό, όπως τον είχαμε βρει όταν ήρθαμε-αυτό το λέει ο Βολταίρος, που μεταξύ μας δεν τον είχα και σε πολύ εκτίμηση πριν απ αυτό- και γιατί να ζήσουμε, αφού η ζωή στο μεγαλύτερο της μέρος είναι γεμάτη βάσανα και πόνους κι εγώ συνέχιζα να είμαι γυμνός απ τη μέση και πάνω, καλά που δεν μου πήραν και το παντελόνι, ξανασκέφτηκα σφίγγοντας την ζώνη μου, ενώ όλο το μαγαζί με κοίταζε περίεργα, οι γυναίκες θαύμαζαν τους ωραίους μου κοιλιακούς, όλα είναι ωραία επάνω μου και πιο ωραίος ο πούτσος μου, έτσι μου είπε η Φώφη, η πουτάνα που πήδαγα χτες, έχεις τον πιο ωραίο που έχω δειποτέ μου κι εγώ καμάρωνα, γιατί σκεφτόμουν πως το λεγε η Φώφη που είχε δει τις ψολές όλου του κόσμου και αγαλλίασα ψάχνοντας τους γύρω μου να δω, ποιος φορούσε το λευκό μου πουκάμισο. Κανείς. Κανείς δεν φορούσε ένα άσπρο, λευκό πουκάμισο που το είχα φορέσει επίτηδες για να ξεχωρίζω απ το πλήθος στην πορεία διαμαρτυρίας και όπως γύριζα το βλέμμα μου, ανακάλυψα μια γάτα κουλουριασμένη κι αδιάφορη στην ψάθινη καρέκλα, να γουργουρίζει, χωρίς να την νοιάζουν οι φωνές αγανάχτησης, οι φωνές των αγανακτισμένων πολιτών, δεν το πήρα εγώ, λέει ο άλλος με το μούσι και την μύτη, εγώ γαμούσα εκείνη την ώρα, όταν αυτός έβγαινε από την τουαλέτα και δίπλα, τρώγανε νερωμένες φρυγανιές κάτι γέροι χωρίς δόντια και πίνω μια γουλιά μπύρα χωρίς αφρό, σκατά είναι, αλήθεια δεν πίνεται χωρίς αφρό, σκατά είναι όλα, ακόμα και η ευδαιμονολογία του Σοπεγχάουερ, που επιμένει πως, η ατομικότητα του ανθρώπου, του έχει ορίσει απο πριν ως ποιο μέτρο ευτυχίας μπορεί να φτάσειαλλά δε μου γεμίζει το κεφάλι, επειδή οι περισσότεροι αρκούνται σε μια μέτρια ζωή, οικογενειακή, με πρόσκαιρες απολαύσεις και χυδαίες διασκεδάσεις, σαν αυτήν τώρα που ζω εγώ, ανάβοντας το τελευταίο μου τσιγάρο, λέω και ξαναλέω και τουλάχιστον ν ανακάλυπτα ποιος πούστης μου πήρε το λευκό μου πουκάμισο, κανείς δεν ομολογεί, ενώ ο ντιτζέι παίζει το πουκάμισο το θαλασσί, με την εξαίσια φωνή της Μαρινέλλας, καθώς ο ωραίος ξανθός, λέει στον φίλο του, πιες τη ρε μαλάκα, Καλοκαίρι είναι, η ζωή θέλει ξεκούραση και ξεκούρασμα απ την κούραση, βράδυ μετά την εκδήλωση των αγανακτισμένων πολιτών, γαμίσι, ιδρώτας, η ξανθειά απέναντι, καυλωμένη, μουσκεμένη, φιλάει τον καραφλό εραστή της χωρις να την νοιάζει που την βλέπουμε, ποιος την γαμάει μωρέ, συνεχίζει η μύτη, χύμα, χύμα, χύμα, άμα την έχεις στο σπίτι την ξεσκίζεις, επειδή δεν σου φτάνει ο κόσμος, ο κόσμος είναι τρελός αλλά θέλεις να γίνεις και συ λίγο μαλάκας, να μιλήσεις στο κινητό, όπως μιλάνε όλοι, λένε για το άσπρο μου πουκάμισο, που το πήρε ο αέρας και το ριξε να κρέμεται σε ένα τεντωμένο σχοινί, ναι, το είδα κι έτρεξα με λαχτάρα να το βουτήξω, να βρω επιτέλους την χαμένη ευτυχία του Σοπενχάουερ αλλά μια μαύρη μούρη ή εικόνα, ή κάτι τέτοιο, μια άλλη πουριτανή με μεγάλη κλειτορίδα, ανοργασμική, παίδευε το μυαλό μου, όταν γύρισα ξανά στο τραπέζι μου, φόρεσα το πουκάμισο, μ ένα χαμόγελο υπεροχής, άδειασα την μπύρα στο ποτήρι να κολυμπάει στον αφρό της, ενώ ο ωραίος ξανθός, έλεγε στον διπλανό του με την μύτη, είσαι για τον, η επανάσταση δεν έχει αρχίσει ακόμα.







Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ


Έπεσε πρώτα μια σταγόνα. Μια σταγόνα στη θάλλασα. Άνοιξε τον κύκλο της, μικρό στην αρχή, μεγάλωνε σύντομα έσβηνε όπως ακριβώς σβήνει ένας κύκλος της ζωής. Όπως τελειώνει ένα Καλοκαίρι κι έρχεται το Φθινόπωρο, η πιο γλυκιά εποχή του χρόνου.
Αυτή τη μοναχική σταγόνα πάνω στο βαθυγάλαζο, στο σκούρο χρώμα μιας θάλασσας σχεδόν παραπονεμένης, την παρατηρούσα καθισμένος στα βράχια της χθεσινής παραλίας. Είχε αρχίσει, σχεδόν το σούρουπο και οι μοβ ανταύγειες στο βάθος της Δύσης γλύκαιναν την όψη ενός κόσμου που ήθελε να ζήσει έτσι αλλά δεν τον άφηναν. Ν απολαύσει τις μικρές στιγμές της σταγόνας, τον παφλασμό, το ανασήκωμα του νερού, πλίτς! το συντρόφευμα μιας κόρης στην αγάπη, ενός παιδιού στην άκρη να παίζει με το τόπι, να μια ζωή ευτυχισμένη για όσους ήξεραν να την απολαύσουν για όσους γνώριζαν πως η σταγόνα διαρκεί όσο μια ζωή.
Η βροχή έπεσε απαλά, πράγμα παράξενο γι αρχές Φθινοπώρου, ένα πολύ μακρινό μπουμπουνητό, υποχθόνιο, μου υπενθύμισε τις σκληρές και καλά κρυμμένες υποσχέσεις της φύσης για τιμωρίες. Οι αστραπές τύφλωναν τον ορίζοντα με ένα φως που έλεγες δε θα έρθει ποτέ εδώ.
Όταν άρχισε η βροχή έλυσα τα μαλλιά μου να βραχούν καλύτερα. Οι σταγόνες που έγιναν πολλές τώρα, κύλισαν στο πρόσωπο μου, στο κορμί μου καθώς ήμουν γυμνός, ολόγυμνος στην άδεια πλέον παραλία. Δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος, μόνο το πυκνό σκοτάδι και η βροχή μου έλεγαν πως υπάρχω. Αυτή η απείθαρχη μοναξιά και η γνώση πως ένα αντρικό κορμί περπατούσε μόνο του στη βρεγμένη άμμο, μου έδινε τη χαρά πως έκανα κάτι σπουδαίο. Κάτι που δεν μπορούν ή δε θέλουν να κάμουν οι άλλοι.
Οι σταγόνες δυνάμωσαν αρκετά, πάνω στην επιφάνεια του μαύρου της θάλασσας πιτσιλούσαν σαν μικροί καλικάντζαροι, όμοια με μικρούς ήρωες των κόμικς όταν βούτηξα στο νερό της βροχής και της θάλασσας.
Θα έφευγα πολύ μακριά μαζί τους.

-->


Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Ποιος φοβάται την ερημιά.


ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ;

Ήταν ένας μακρύς δρόμος στην Αριζόνα ή την Αμαλιάδα. Ξεκινούσε από ένα μικρό ύψωμα, έκανε μια μεγάλη καμπύλη, ίσιωνε στην άγονη σαβάνα, χανόταν στο βάθος της Δύσης, καθώς στένευε εντυπωσιακά, με προοπτική. Ψυχή δε φαινόταν πουθενά, άκρα ησυχία ενός πρωινού που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο, το άνυδρο τοπίο, οι γκρίζοι βράχοι, ακούνητες σκιές ακολουθούσαν το μάτι και ούτε τα βήματα του μοναχικού διαβάτη που βάδιζε στην άσφαλτο δεν έσπαζαν την απόλυτη ησυχία. Δε φορούσε παπούτσια; ή τα είχε καλύψει με πανιά; Ποιον φοβόταν σε τούτη την ερημιά; Ήταν ένας άνθρωπος μέσης ηλικίας με γένια και μαλλιά μεγάλα, άπλυτος, κακοντυμένος, νηστικός. Πόσες μέρες θα είχε να φάει; κι έπειτα; δεν τον ένοιαζε καθόλου ή δεν έμοιαζε να τον νοιάζει. Αυτός κάπου πήγαινε, είχε τον προορισμό του, που μπορεί να ήταν ένα μυστικό αφού σε κανέναν δεν είχε πει που πήγαινε. Σταμάτησε λίγο στην κατηφόρα, έβαλε το χέρι του αντήλιο, έψαξε πέρα μακριά στο βάθος του δρόμου, προσπαθώντας ν ανακαλύψει κάτι. Η αγωνία ζωγραφίστηκε στις ρυτίδες του. Δεν μπορεί; κάπου εκεί έπρεπε να βρίσκεται αυτό που έψαχνε δε χάνονται τόσο εύκολα οι άνθρωποι, έστω κι αν οι δρόμοι είναι τόσο μεγάλοι. Ξαναπήρε τα βήματα του σαν Ινδιάνος- ή μήπως ήταν ;- χωρίς να σκέφτεται τίποτε πια. Τι χρειαζόταν οι σκέψεις στην ερημιά;
Θα είχε φτάσει στη μέση του δρόμου και είδε λίγο πιο μακριά του έναν όγκο που έμοιαζε με ανθρώπινο κουφάρι ξαπλωμένο μπρούμυτα καταμεσής στην άσφαλτο. Πλησίασε γοργά προς τα κει, του φάνηκε σαν πεθαμένος, δεν σάλευε καθόλου, μπορεί και κοιμισμένος αλλά στη μέση του δρόμου; Κοιμούνται οι άνθρωποι καταμεσής στην άσφαλτο; Δεν κοιμούνται αλλά να που ετούτος βρισκόταν εκεί, λίγο μακριά του ακόμα κι έμοιαζε όντως να κοιμάται. Έφτασε ακριβώς από πάνω του, τον παρατήρησε όπως ήταν μπρούμυτα, τον γύρισε με το πόδι ανάσκελα. Φορούσε ένα κουστούμι ακριβό, μια γραβάτα πιο ακριβή, σφιχτή στο κολάρο του άσπρου πουκάμισου. Τα μάτια του ήταν κλειστά, τα μέλη του παραδομένα, χαλαρά αλλά δεν είχε την όψη του νεκρού. Ο διαβάτης έσκυψε, ακούμπησε το αυτί του στο μέρος της καρδιάς. Τίποτε. Τι τον ένοιαζε αυτόν; μπορεί να ήταν και νεκρός. Με αργές κινήσεις, έψαξε τις τσέπες του σακακιού, βρήκε το πορτοφόλι του. Ανασηκώθηκε, το άνοιξε, μερικά κέρματα, έπεσαν στο έδαφος, κύλισαν την κατηφόρα, τίποτε άλλο. Με βιαστικές κινήσεις τα πρόλαβε, τα πάτησε με το πέλμα του, τα μάζεψε, στην αγκαλιά του,- θα του ήταν χρήσιμα, πάντα τα χρήματα είναι πιο χρήσιμα από τους πεθαμένους. Τα έβαλε στην δικιά του τσέπη, έκανε μια γκριμάτσα σιχασιάς, έφτυσε προς το μέρος του ξαπλωμένου, πέταξε το πορτοφόλι δίπλα του. Με προσοχή τον ξαναγύρισε μπρούμυτα και πήρε πάλι ήσυχος το δρόμο του. Θα είχε ξεμακρύνει κανένα χιλιόμετρο στην ευθεία, όταν ξαναέστρεψε το βλέμμα του πίσω . Το κουφάρι ήταν ακόμα εκεί, μια μουντζούρα στην άσφαλτο, ένας απροσδιόριστος όγκος στον απροσμέτρητο κόσμο μας.

 μακης καφενειο και άλλες 004.jpg

 


Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Γλώτταν...


ΓΛΩΤΤΑΝ ...

Δεν είμαι φιλόλογος με την επαγγελματική ιδιότητα της λέξης, -ο καθένας άνθρωπος οφείλει να είναι φίλος του λόγου,- πόσο μάλλον εμείς οι Έλληνες που είχαμε την τύχη να μας "χαρίσουν" αυτό το τεράστιο δώρο, την χρήση της Ελληνικής γλώσσας. Παιδιόθεν οι λέξεις μου δημιουργούσαν απορίες, τις έψαχνα, προσπαθούσα να βρω άκρη μαζί τους και πολλές φορές οι συγκρούσεις μου ήταν τρομαχτικές. Σαν συγγραφέας, βέβαια, το μέγεθος της τριβής και της ανέλιξης αυτών καθαυτών των νοημάτων, λέξεων, ονομάτων, επιθέτων, γινόταν ακόμα πιο επικίνδυνο. Και λέω επικίνδυνο, επειδή είναι πολύ εύκολο να διολισθήσεις σε σφαλερούς δρόμους, αν δεν μπορέσεις να κατανοήσεις, να τελειοποιήσεις μέσα σου, την δυνατότητα που παράγουν στην εξέλιξή τους. Έτσι, οι λέξεις από μόνες τους παράγουν μια ενέργεια, δεν είναι άψυχες, άρα διακινούνται προς μια εντελέχεια. Η Αριστοτελική αυτή έκφραση, η τάση προς την τελειότητα, εκφράζει από μόνη της ολόκληρο τον μύθο της ανθρώπινης διάστασης, την δυνατότητα να μετεξελιχθεί μια ιδέα, ένας σπόρος, σε ενεργειακή κατάσταση. Πως γίνεται ένας κορμός δέντρου, τραπέζι; Πως ο πέτρινος όγκος μεταβάλλεται σε άγαλμα; Η διαρκής αναζήτηση του τέλειου, η συνέχεια του άμορφου προς μορφή, ψυχή, ανανεώνει το φάσμα του πολιτισμού μας.


-->


Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ

Πολλές φορές συναντιούνται

με ρούχα ωραία τα κορμιά

αναλογίστηκα μετά πως

αυτή η αγκαλιά της γλυκιάς στιγμής που φεύγεις ή έρχεσαι

δεν είναι κάτι απερίγραπτο;

Όχι δε μιλώ για την άπλα ενός κρεβατιού

με νοιάζει η αγκαλιά του λεπτού

με ανθρώπους που δεν είναι ανάγκη ν αγαπήθηκαν με πάθος-

αυτοί ξέρουν πόσο αγαπήθηκαν-

το τρίψιμο των λαιμών και των παρειών

τα σώματα φευγαλέα ενώνονται στήθος με στήθος μέχρι τις μύτες των ποδιών

και μένει σαν ένα κλικ στη μνήμη

και μια λύπη λέει, πως δε θα ξανάρθουν τέτοιες στιγμές.


[Ανέκδοτη ποίηση Κώστα Πλιάτσικα. Εδώ προσπάθησα ν αποδώσω στιγμή αποχαιρετισμού ή ερχομού, δεν ξέρω αν τα κατάφερα να αποδώσω το συναίσθημα.]


ok 021.jpg



Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑ.


ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑ.

 

Ήμουν τότε, μια νέα και όμορφη γυναίκα αλλά μόνη. Κατάμονη. Ψηλή, με μακριά μπούτια και λίγες παραπάνω τρίχες στις μασχάλες που τις άφηνα επίτηδες μακριές. Τα καλοκαίρια που φορούσα ξέπλατα ή κοντομάνικα οι άντρες ξετρελαίνονταν μαζί μου. Το έβλεπα στα μάτια τους, πως κοίταζαν εκεί και σκέφτονταν σίγουρα το κάτω μου. Θα ήμουν τότε είκοσι πέντε χρονών, ωραία γυναίκα. Τα μαλλιά μου καστανά, τα μάτια μου καστανά, τα χέρια μου καστανά, όλα καστανά ήταν πάνω μου. Και οι άντρες να τρελαίνονται για μένα αλλά εγώ, είπαμε, ήμουν μόνη. Κατάμονη. Μου άρεσε να με κοιτάνε οι άντρες, μα μέχρι εκεί. Εγώ τους κοίταζα όταν δεν με κοιτούσαν, όταν δε με έβλεπαν, γιατί ντρεπόμουν. Φίλες δεν είχα, ήμουν μόνη, δεν ήξερα γιατί ξυρίζονταν κάτω, εγώ άφηνα παντού τις τρίχες μου να μεγαλώνουν, στα μπούτια και στις γάμπες δεν είχα, ήταν λείες κι έφταναν μόνο μέχρι τις μασχάλες των ποδιών, έβγαιναν λίγο έξω από τη μικρή μου κυλοτίτσα, την σιέλ-τρελαίνομαι για τις σιελ κυλόττες, όλες μου οι κυλόττες είναι σιέλ- και όσο να προσπαθούσα να τις κρύψω, όταν φορούσα μίνι, μια πιθαμή φούστα, έβγαιναν έξω, καστανές και λίγο ρούσες προς το τελείωμα τους.

Είχα αποφασίσει να πάω σινεμά εκείνο το βράδυ. Καλοκαιράκι, θερινό σινεμά, πασατέμπο, τρελαινόμουν! Τέλειωσα τη δουλειά μου, πήγα στο σπιτάκι μου, είχα νοικιάσει ένα ωραιότατο δυαράκι, κάπου στου Αμπελοκήπους, τρελαίνομαι για τους Αμπελοκήπους! Μη μου πεις να μείνω αλλού! Σε σφαξα. Δεν είχα όρεξη να φάω δεν πεινούσα, σπάνια πεινούσα και δεν καταλάβαινα τους ανθρώπους που ήταν λαίμαργοι. Κοιμήθηκα, γυμνή, δε με έβλεπε κανένας, αν και οι άνθρωποι σε βλέπουν παντού, ούτε σεντονάκι δεν έριξα πάνω μου, ή ζέστη ήταν ανυπόφορη εκείνο το Καλοκαίρι, τι να κανα;  Κοιμήθηκα σα ζωάκι, σα γατούλα και ξύπνησα με την αίσθηση ότι είχα αργήσει. Πετάχτηκα επάνω δεν ήθελα να χάσω την ταινία. Ήθελα να δω την Τελευταία γυναίκα, με την Ορνέλα Μούτι και τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Τρελαινόμουν γι αυτούς τους δυο! Είχα διαβάσει σχόλια γι αυτή την ταινία και με είχαν  κάνει να νιώσω πως ήθελα να την δω.

Έφτασα στον κινηματογράφο φουριόζα, έκοψα εισιτήριο φουριόζα, μπήκα στο τσακ, φουριόζα και κάθισα κάπου πίσω. Πάντα πίσω καθόμουν. Ποτέ μπροστά ή στη μέση. Ένιωθα ανασφάλεια και αν ήμουν πίσω, θα μπορούσα εύκολα να την κάνω σε περίπτωση, πυρκαγιάς ή πανικού. Πάντα φοβόμουν τον πανικό των ανθρώπων, αν και πίστευα πως ήμασταν ασφαλείς, υπάρχει κράτος υπό νόμους έλεγε μια φίλη μου, αυτή που μετά θα απαρνιόταν αυτή τη σκέψη.
Είχα φορέσει την μια πιθαμή φούστα μου κι όλο την τράβαγα προς τα κάτω να μεγαλώσει. Τι μανία κι αυτή που έχουμε οι γυναίκες! Αφού μας αρέσει που τη φοράμε κοντή, την την τραβάμε προς τα κάτω;  Γέλασα μόνη μου, πάντα μόνη ήμουν εγώ. Κατάμονη. Πήρα πασατέμπο κάθισα, βολεύτηκα, άρχισα το κριτσ, κριτσ- υπ όψιν, άμα το κάνεις εσύ δεν σε πειράζει, άμα το κάνουν οι άλλοι είναι σπαστικό. Ωραίος ο Ζεράρ! Αλλά και η Ορνέλλα,πω,πω,  κορμάρα. Ήμουν αφοσιωμένη στο έργο αλλά κοιτούσα και γύρω μου να δω στο μισοσκόταδο ποιοι κάθονταν δίπλα μου, τα λουλούδια στα πλάγια της αίθουσας, κάποιους που ξαναπήγαιναν στο μπαρ να συλλέξουν ένα ποτό, ωραίο το συλλέγω ένα ποτό; Τότε πρόσεξα έναν ωραίο νεαρό, στην ηλικία μου, που ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Μου φάνηκε πως επίτηδες ήρθε εκεί, σα να είχε διαλέξει την θέση αλλά δεν μπορούσα να κάνω και τίποτε, ο καθένας μπορεί να καθίσει δίπλα σου. Τον κοίταζα λοξά που και που, ενώ αυτός έδειχνε να μην δίνει σημασία. Σε λίγο όμως ένιωσα  να με ακουμπάει με τον αγκώνα του στο μπούτι μου. Δεν έκανα καμιά κίνηση, να δείξω πως ξαφνιάστηκα, ποιος ξέρει, άθελα θα έγινε σκέφτηκα αλλά δεν με πείραξε κιόλας. Αμέσως όμως ένιωσα το μικρό του δαχτυλάκι να ακουμπάει στην λεία επιδερμίδα μου κι ανατρίχιασα αλλά πάλι δε με πείραξε. Αστον λέω, να δούμε τι θα κάνει. Είχε θράσος, φαινόταν, δεν μου είχε ξανατύχει να μου βάλουνε χέρι και δεν ήξερα πως ν αντιδράσω. Κοκκίνισα μεσ το σκοτάδι και μου άρεσε. Ντράπηκα που το παραδέχτηκα αλλά αφού μου άρεσε; Σε λίγο ο νεαρός κύριος ακούμπησε και το άλλο δάχτυλο κι άρχισε να κάνει μικρούς κύκλους πάνω στο μπούτι μου. Τρεμούλιασα και το κατάλαβε. Το απολάμβανε, το έβλεπα με το λοξό μου βλέμμα- δεν τολμούσα να στρέψω το κεφάλι μου από τον φόβο μην τον αποθαρρύνω. Αυτός σιγά-σιγά ακούμπησε όλη την παλάμη του στο μπούτι μου και με χάιδευε κανονικά τώρα. Τι να κανα; Δεν ήξερα αλλά αφού μου άρεσε; Είχε ωραία μακριά δάχτυλα και αργά-αργά πλησίαζε προς τις τρίχες μου. Ένιωθα φοβερή ηδονή, τέτοια που δεν είχα νιώσει άλλη φορά, εντάξει δεν ήμουν και του κατηχητικού, σκεφτόμουν τι σόι πράγμα είναι το κρυφό, αυτό που δεν μπορούμε να πούμε ούτε στον εαυτό μας, αυτό που δεν μπορούμε να ομολογήσουμε πως είναι τόσο γλυκό, είχα πηδηχτεί με πέντε-έξι άντρες αλλά ετούτο τώρα; Δεν ήξερα τι να κάνω, θα γινόμουν ρεζίλι αν ερχόμουν σε οργασμό και του τράβηξα απαλά το χέρι. Μη μωρέ! του είπα σιγανά κι αυτός έσκυψε στο αφτί μου και μου ψιθύρισε: «Θέλω να σε παντρευτώ!»  Απορημένη στο σκοτάδι σκεφτόμουν τι μου έλεγε και τι θα έκανε τώρα και πως μέχρι τότε, κανείς δε μου είχε κάνει πρόταση γάμου. Με είδα κιόλας στην οθόνη αντί της Ορνέλας, ντυμένη νύφη, τι βλέπει ο άνθρωπος στον ξύπνιο του, αλλά ο μέλλων άντρας μου δεν άργησε, άρχισε πάλι απ την αρχή, λίγο-λίγο, δειλά-δειλά με το δαχτυλάκι να με αγγίζει κι εγώ τον άφησα, άντρας μου ήταν μπορούσε να με κάνει ότι θέλει, ενώ τρεμούλιαζα, «Κι εγώ θέλω!» του απάντησα κι αυτό ήταν η αρχή του πανικού. Τότε τα φώτα άναψαν ξαφνικά, τέλειωσε η ταινία, έχασα το τέλος εκεί που τον κόβει ο Ζεράρ με το ηλεκτρικό πριόνι, η φωνή απ το μικρόφωνο ούρλιαξε, «αγαπητοί θεατές υπάρχει παγιδευμένη βόμβα, παρακαλούμε ν αποχωρήσετε με τάξη, δεν υπάρχει κίνδυνος όλα είναι υπό έλεγχο!» αλλά ποιος άκουγε, όλοι όρμησαν προς την έξοδο, οι σβέλτοι πρόλαβαν να βγουν, οι άλλοι, ανήμποροι, χοντροί δυσκίνητοι στο μυαλό και στο σώμα, τσαλαπατήθηκαν μεταξύ τους, δυο τρεις πέθαναν από ασφυξία, ενός το κεφάλι έβγαζε αίμα, μια όμορφη γυναίκα, στριμωγμένη στο ασανσέρ σοδομήθηκε, ενώ φώναζε δεν υπάρχει κράτος! και οι μόνοι που είχαν απομείνει ήμουν εγώ και ο νεαρός που ήθελε να με παντρευτεί, αγκαλιασμένοι στη μέση της άδειας αίθουσας , σε μια μοναδική καρέκλα του σκηνοθέτη, γιατί άραγε οι σκηνοθέτες είχαν διαλέξει αυτή την πάνινη καρέκλα για τον εαυτό τους, κανείς δεν μπορούσε ν απαντήσει με βεβαιότητα, «πως σε λένε;» ρώτησα προσπαθώντας να τον αγκαλιάσω περισσότερο, «Ζεράρ» μου απάντησε και τα μάτια μας συναντήθηκαν για πρώτη φορά  στο λευκό, στο άπλετο φως.

Τέλος

 


Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

ΑΦΕΛΕΙΑΣ Όνυχες.


ΔΕΝ ΠΗΓΑΜΕ ΠΟΥΘΕΝΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ.

 



Αύγουστος μήνας, η γη να καίει στο παραθύρι

Μα εμείς δεν πήγαμε πουθενά τούτο το Καλοκαίρι

Περιμέναμε να έρθει από πέρα

η αγάπη μιας μέρας.

Συνοδοιπόροι με την ήρεμη μοναξιά

Είχαμε σκεφτεί πως να κάναμε το καλύτερο

Αλλά δεν ήταν έτσι

 

Αυτός ο Αύγουστος που η γη έκαιγε στο παραθύρι

οι άλλοι έλεγαν

πως είχαν δίκιο οι παλιοί

που κάτι ήξεραν από τη ζωή.

Εμείς, γιατί αρνούμαστε στο παρελθόν;

Τα λάθη μας ήταν γνωστά

ακόμα και τα παιδιά που έπαιζαν τα ήξεραν

Μα δε μιλούσαν

Δε μιλάνε τα παιδιά

ξέρουν καλύτερα απ τους μεγάλους να λυπούνται

ή να χαίρονται.

Α, είναι ωραίο να είσαι παιδί τον Αύγουστο

 

Δεν πήγαμε πουθενά τούτο το Καλοκαίρι

περιμέναμε να φύγει ο ήλιος

στο απογευματινό παράθυρο

-παρέα με λεύκες, ρόδα και μολόχες

σε φοντί ανσενέ, χαμογελούσαμε ευχαριστημένοι στις σκιές

που έπαιζαν πίσω από τα δέντρα της παλιάς αυλής.

Στο τραπέζι μας η γάτα έπαιζε

πάντα οι γάτες παίζουν- α, είναι ωραίες οι γατες μας

όταν θέλουν σχίζουν με τα νύχια την αφέλεια μας

να καλυτερεύσουμε τον κόσμο.

 

Πεινασμένα όνειρα.

 

Και τούτο το Καλοκαίρι δεν πήγαμε πουθενά

Ο βασιλικός μας ήταν στη γλάστρα 

και τα σκυλιά δεμένα σε μιαν άκρη

Τι λόγο είχαμε εμείς να μην είμαστε ευχαριστημένοι;

Ο αέρας μύριζε ξεραμένο στάχυ

Στη μεγάλη πόλη μας έφτανε η μυρωδιά του

Αυτή τη μυρωδιά που είχαμε κρατήσει από παιδιά

μέσα μας κι έξω μας, όπως τις άγριες μέλισσες

εικόνες απ το παρελθόν, μες τη ζέστη του Καλοκαιριού

που το μεσημέρι έκαιγε τις μνήμες στο παραθύρι.

 

Άραγε, εμείς γιατί να μην είμαστε ευχαριστημένοι;




Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΠΕΡΙΤΤΗ Η ανιδιοτέλεια.


Κοιτάξτε τώρα. Εγώ δεν είμαι το παιδάκι που θα σας χαρίσει κάστανα.
Η Ποίηση δεν είναι αυτές οι μαλακιούκες που γράφει κάποιος Πέτρος [που δεν κάνει λαικ ούτε στον εαυτό του] στυλ ακαδημαισμού.
Τα λάικ δεν χαρίζονται τιμής ένεκεν μίστερ Τζον σινεφιλ. Μάνια δε θυμάσαι που λέγαμε πως όσα δε φτάνει ο λύκος τα τρώει ο σκαντζόχοιρος; Περιττή η ανιδιοτέλεια. Γιώτα μετά από έναν αιώνα τα σταφύλια της οργής ωρίμασαν κι αυτό το κορίτσι φαιρ έλενα που είπες κάποτε πως κάποιος με έκανε διάσημο πέθανε; συνεχίζει να υπάρχει εκείνο το σαρκαστικό στυλάκι του Πλιάτσικα που χέζει και τραγουδάει; Το μπλογκ δεν είναι του πεθαμού αν συμπεριλάβω τιμής ένεκεν τον Ταξιδιώτη που μάλλον την έκανε με μικρά αλματάκια, την Αναίς, την Μαρία Βουλάκη, γράφω μερικά ονόματα που μου έρχονται, ή την σοβαρή Λίνα-Λίνα, πιθανώς και την ακραιφνή Λυγερή που της οφείλουν οι Άρπυιες, την Μαρία, και την άλλη ΜΑΡΙΑ, την εκλεκτή Βιργίνια, ω! ρε Βιρτζίνια! κάτι κρύβεις στο μανίκι σου, ο ΓΙΩΡΓΗ-ΓΙΩΡΓΗΣ και ο ΠΚάρσον μεγάλωσε. Ο Καρφίτσας κρύβει κάποιο συναισθηματισμό και ο Θέμης υπάρχει όταν υπάρχει, τα μεσάζοντα διαστήματα φίλε Τζον, το σινεφιλ δεν είναι της πλάκας αλλά, μπήξε και κανένα κοντάρι για τους κακούς της υπόθεσης! [Κοίταξε, ωραίο είναι να επαινούμε πάντα τα ωραία αλλά ζούμε και σε έναν κόσμο της αιθάλης.] 

Είχα αποχωρίσει κανα δυο χρόνια, ξαναγύρισα και δρέππω τις δάφνες μου σαν άλλη Πυθία. Σκέφτομαι σοβαρά ν αποχωρίσω, μη βλέποντας κανέναν σκοπό.

Λέγοντας πως δεν είμαι το παιδάκι που χαρίζει κάστανα, δε συμπεριλαμβάνω τις θεούσες και τους θεούσους, τον Απολλώνιο που ζει στον κόσμο του, τους Ήγγικεν και τους Καταραμένους  και, αν τελικά, αποχωριστούμε από αυτό που λέγεται πατθφαιντερς, τι μένει τελικά; Δεν έχω καμιά επαφή μ αυτούς που διοικούν την πλατφόρμα των πατθ και δεν γνωρίζω τα πραγματικά τους οφέλη και μάλλον μας θεωρούν κορόιδα που συνυπάρχουμε κοντά τους. Δηλαδή, δε βλέπω και κανέναν σοβαρό λόγο να γράφει κάποιος στους πατθ. Αναθυμιάζοντας τους μεγάλους, ανακυκλώνοντας λόγους ύπαρξης, δε βγάζουμε δα και κανένα συμπέρασμα της προκοπής. Θα πιάσουμε κοριούς Αυγουστιάτικα, κολλήσαμε στον πάτο κι αν κάποιοι κρύβουν μέσα τους την ανασφάλεια ή και κάποιους μικρούς κραδασμούς κοτσομπολίστικης συμπεριφοράς, λέγοντας πως εμείς δεν είμαστε φέιςμπουκ, οι διαξισφισμοί εδώ απέχουν. Απέχουν λόγω τιμής.



Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

ΕΝΑ ΣΑΚΙ γέλιο.



SDIM2269-CROP.jpg

Μόλις τους στρίμωξαν και τους τέσσερις στο κελλί ο καθένας έξυνε τον κόσμο του, η Μέλανυ με τη Μελανή κοιτάζονταν σε έναν αόρατο καθρέφτη, ο Πετράν κρατούσε το πονεμένο του μάτι και ο Νταής έκλαιγε στη γωνιά και στον καναπέ ένας χασικλής ντυμένος με παρδαλά ρούχα, μεσήλικας, στραβοχυμένος έπαιζε τον μπαγλαμά του.
-Βάλτε μου δυο καναβουριέεες! Τον ίσκιο τους να ρίχνουν ...
-Σταμάτα ρε! φώναξε ο Πετράν.
-Γιατί ενοχλείται ο κύριος; Δε σου αρέσει το άσμα; Να σε πω το ρεφρέ θα σου αρέσει. Κανείς δε θέλω νάρθει-καντήλι μα μου ανάψει-ούτε κι αυτή που αγαπώ-για μένανε να κλάψει!
-Σταμάτα γιατί σε λίγο θα κλάψεις εσύ! Μουρμούρισε ο νταής.
-Ωραία τα λέει καλέ! Αφήστε τον να μας πει το άσμα του, είπε η Μελανή.
-Σας αρέσει μανδάμ; Σηκώθηκε και πήγε να μυρίσει το άρωμα των δυο γυναικών ενώ οι άλλοι δυο προσπαθούσαν να τον αποτρέψουν και οι δυο γυναίκες κρυφογελούσαν η μια στην άλλη.
-Γυναίκα σου ε; ρώτησε με κάποιο φιλικό ύφος ο Πετράν.
-Όχι, κοπέλα μου, πρόκειται να παντρευτούμε, ανταπόδωσε το φιλικό ύφος.
-Ωχ, την έβαψες!
-Τι είπες;
-Όχι, τίποτα, τίποτα ... καλά θα κάνεις ... καλά θα κάνεις. Εσένα γιατί σε φέρανε εδώ; γύρισε στον χασικλή.
-Εμένα;
-Εσένα.
-Εγώ κύριος κουβαλούσα ένα σακί να το πάω στην πεθερά και ο κύριος από κει με συνέλαβε κι έδειξε το όργανο που παρακολουθούσε απ το παραθυράκι του κελλιού έξω από τον διάδρομο.
-Επειδή κουβαλούσες το σακί;
-Μάλιστα κύριος, εμάς τους φτωχούς μας έχουνε του κλώτσου και του μπάτσου, δια ασήμαντον αιτίαν μας κουβαλάνε στο τμήμα.
-Και τι είχες στο σακί; Άνοιξε τα μάτια του ο αγαθός νταής.
-Εγώ είχα πάει στη λαική να πάρω πατάτες να το πάω στην πεθερά μου που είναι από τον Κορυδαλλό, έτσι; Εκεί μένουμε από τότε που μας έφερε σ αυτό τον παλιόκοσμο ο πατέρας μου ο Δημητρός που ήτανε από τη Μάνη, έτσι; πάει τώρα πέθανε ο φουκαράς, έτσι; και μας άφησε ορφανά στους πέντε δρόμους, εμένα και την αδερφή μου που παντρεύτηκε ένα καλό παιδί τον Μήτσο που δουλεύει στη λαική, έτσι; εκεί που είχα πάει να πάρω το σακί με τις πατάτες να το πάω στην πεθερά μου, έτσι; Δηλαδής τώρα επειδή δεν έχουμε να φάμε, ξέρεις πόσο καιρό τρώει μια οικογένεια με ένα σακί πατάτες; Έτσι; Αλλά το όργανο από εδώ θεώρησε καλό να μου κάνει έλεγχο στο σακί, τι δουλειά έχει να κάνει το όργανο; Έτσι; Να συλλαμβάνει τους φτωχούς ανθρώπους και να τους χώνει στη φυλακή; Έτσι; Κι έβαλε τα κλάματα.
-Καλά, καλά, μην κάνεις έτσι, θα σου πάρω εγώ δυο σακιά πατάτες, μισόκλαψε και ο Πετράν προσπαθώντας να τον παρηγορήσει.
-Θα σου πάρω κι εγώ δυο σακιά φασόλια, εντάξει είσαι; Μην κλαις! Μουρμούρισε ο νταής.
-Ναι, ναι! Να του πάρουμε και δυο σακιά μακαρόνια! Φώναξαν με ενθουσιασμό οι δυο Μελανές.
Ωστόσο το όργανο είχε ξεκλειδώσει την πόρτα του κελλιού και πρόσταξε τα δυο ζευγάρια να τον ακολουθήσουν.
-Περάστε, τους είπε. Σας θέλει ο αστυνόμος.
-Κι εμένα; Απόρεσε ο χασικλής.
-Εσύ να σκάσεις και να περιμένεις, θα ρθει κι η σειρά σου!
Αυτός πήρε το μπαγλαμά και συνέχισε το άσμα του ενώ οι άλλοι ανέβηκαν στο γραφείο του αστυνόμου.
-Τους έφερα κυρ- αστυνόμε με θέλετε τίποτε άλλο;
-Όχι, όχι παδί μου, σήκωσε το βλέμμα του από τον υπολογιστή ο αστυνόμος ένας κοντόχοντρος πενηντάρης με κοιλίτσα και τα τοιαύτα.
- Για πείτε μου τι συνέβη; Ρώτησε ενώ ταυτόχρονα είχε γουρλώσει τα μάτια από την ομοιότητα των δυο γυναικών.
Οι τέσσερις άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί έτσι που να γίνεται χάβρα Ιουδαίων και να μη καταλαβαίνει κανείς τι έλεγαν, ο καθένας όπως είχε ζήσει τα γεγονότα. Ο αστυνόμους βούλωνε τα αφτιά του, προσπαθούσε να επιβάλει την ησυχία ώσπου κάποια στιγμή σταμάτησαν κι έγινε ησυχία.
-Κατάλαβες κυριε μοίραρχε; Πλησίασε στο γραφείο ο Πετράν. Εμείς δεν κάναμε τίποτε..
-Ναι, κύριε πτέραρχε, τίποτε δεν κάναμε, ψέλλισε και ο νταής.
-Καλά, καλά, αυτό θα το δείξει η ανάκριση. Πηγαίνετε στη θέση σας! Έλα εδώ εσύ! Κι έδειξε τη Μέλανυ.
-Εγώ; Έδειξε τον εαυτό της.
-Ναι, εσύ. Και καθώς αυτή πήγε μπροστά στο γραφείο τη ρώτησε.
-Πως σε λένε;
-Μέλανυ.
-Μέλανυ, τι;
-Ααα! Μέλανυ, τι άλλο..
-Επίθετο δεν έχεις; Δώσε μου την ταυτότητα σου.
-Α, ναι, Μέλανυ Γκρίνουιτς, ενώ του έδινε την ταυτότητα της.
-Ρολόι είσαι; Πες όλο τα όνομα σου ελληνίδα δεν είσαι;
-Πως ...πως ...Μέλανυ Γκρίνουτς- Καβαλάρη. Ο άντρας μου ο κύριος Πετράν κι έδειξε τον.
-Μέλανυ Γκρίνουιτς Καβαλάρη, μουρμούριζε ο αστυνόμος ενώ έγραφε στον υπολογιστή τα στοιχεία. Ύστερα φώναξε και την Μελανή η οποία πήγε και στάθηκε δίπλα στην Μέλανυ.
-Εσένα;
-Τι εμένα; Απόρεσε η Μελανή.
-Πως σε λένε! Μην κάνεις την κουφή, θα με τρελάνετε όλοι σήμερα εδώ! τ όνομα σου! και δώσε μου κι εσύ την ταυτότητα σου.
-Α, ναι, ορίστε πάρτε την, Μελανή με λένε.
Ο αστυνόμος σήκωσε μισοτρελαμένος τα μάτια του.
-Εσύ είσαι η Μελανή; Είπε κι έδειχνε τη Μέλανυ.
-Όχι, εγώ είμαι η Μέλανυ! Διαμαρτυρόταν αυτή.
- Κι εσύ η Μέλανυ; Κι έδειχνε την Μελανή.
-Να σας εξηγήσω εγώ; Πήγαινε κοντά ο Πετράν. Εμένα η γυναίκα μου είναι η Μελανή κι έδειχνη την Μέλανυ!
-Πήγαινε πίσω εσύ ρε! θάρθει κι η σειρά σου!
-Κι ενώ ο Πετράν πήγαινε πίσω ερχόταν ο νταής.
-Να σας τα πω εγώ κύριε ταξίαρχε, δεν έγινε τίποτε, μια παρεξήγηση.
-Παρεξήγηση; Τι παρεξήγηση; Εδώ ήρθε ο άνθρωπος που έχει το μαγαζί να σας κάνει μήνυση και λέει πως σπάσατε πέντε τραπέζια, είκοσι καρέκλες, πενήντα μαχαιροπήρουνα..
-Σπάνε και τα μαχαιροπήρουνα..απόρεσε ο νταής.
-Πήγαινε πίσω! Διέταξε ο αστυνόμος. Θάρθει κι η σειρά σου αφού τελειώσω με τις δυο μελανές! Για πες εσύ Μέλανυ.
-Τίποτε κυριε υπουργέ, εμείς είχαμε πάει για δυο ουζάκια. Ε, ήρθαν και οι άλλοι να πιούνε άλλα δυο κι έγινε ότι έγινε..
-Εσύ τον χτύπησες αυτόν; Κι έδειξε τον νταή.
-Ε, ναι, τον χτύπησα! Έπεσε πάνω στο χέρι μου. Έτσι δεν είναι; και γύρισε στον νταή.
-Ναι, έτσι, έτσι, δεν έγινε τίποτα κύριε ταξιάρχη! Χτύπησα και σε μια γωνία.
-Σιγά μη με πεις και αρχάγγελο! Τέλος πάντων δε βρίσκω άκρη με σας. Αστυφύλαξ!
-Διατάξτε! Μπήκε αυτός καμαρωτός.
-Πάρτους πίσω στο κελλί και φέρε μου τον άλλον ...
-Μάλιστα έκανε αυτός και έσπρωξε προς την έξοδο τα ζευγάρια που διαμαρτύρονταν. Τους πήγε πάλι στο κελλί και την στιγμή που έβγαινε από την πόρτα ο χασικλής, ο Πετράν πρόλαβε να τον ρωτήσει.
-Τι πατάτες είχε το σακί ρε;
-Καναβουρίστικες, απλές πατάτες κύριος, τι ήθελες να έχει;
[συνεχίζεται]

Εμβόλιμη γραφή. Να ξέρετε πως τα μυθιστορήματα, οι κωμωδίες, ακόμη και τα διηγήματα έχουν εμβόλιμα κείμενα. οΟι αναγνώστες μπορούν εύκολα να μπουν στο πνεύμα. Αν δε γελάσατε σήμερα δε θα γελάσετε ποτέ! 



 


Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Ο ΑΝΤΙΝΑΡΚΙΣΣΙΣΤΗΣ και η μουμιοποίηση του είναι.


Σπουδη Μπέικον 004.jpg

Φτιάχνω αυτό τον καιρό προσωπογραφίες από τον Δαρβίνο μέχρι τη λαίδη Άντζελα.
-Τι φτιάχνεις εκεί! Μου τόνιζε αέναα ένας από τους πολλούς θυμόσοφους τρελούς των Εξαρχείων που πληθαίνουν επικίνδυνα τελευταίως. Φτιάχνεις πρόσωπα, όποιος θέλει να τον ζωγραφίζουν είναι ναρκισσιστής. Να, έχεις φτιάξει την Κατερίνα Γώγου, τον Μητσοτάκη, τον Ρουβά...Πφφ! τι να λέει τώρα αυτό! οι άνθρωποι αυτοί δεν προσφέρουν τίποτα σε μας τους φτωχούς.
-Ε, ναι, δε λέει, του απαντούσα συνήθως.
-Φτιάχνεις και τον εαυτό σου κι εσύ ναρκισσιστής είσαι! Νομίζεις πως κάνεις κάτι, τίποτα δεν κάνεις
- Μπορεί και να είμαι, συμφωνούσα σκεφτόμενος τη ματαιοδοξία του είναι.
-Εδώ ο κόσμος πεινάει, οι τζιχανιστές σκοτώνουν αθώους, ο Βαρουφάκης που έφτιαξες εκεί δίνει διαλέξεις για την αριστερά και κονομάει..ποιος μας σκέφτεται εμάς..
-Καλά, έχεις δίκιο στρίβω. Να σου πω..συνεχίζω και τον εξετάζω λεπτομερώς στο πρόσωπο. [μια σκαμμένη φάτσα, ταλαιπωρημένη στη δυστυχία των ψευτοαναρχικών]. Σκέφτομαι να ζωγραφίσω κι εσένα..
-Εμένα! ανοίγει τα μάτια του.
-Ναι, εσένα αν δεν έχεις αντίρρηση θα σε συμπεριλάβω στα πρόσωπα της έκθεσης..
-Όπα ρε μεγάλε! ναι, εγώ έχω φωτογένεια που να με έβλεπες στα νιάτα μου! είσαι μεγάλος ζωγράφος..
-Και τώρα καλός είσαι του λέω. Συμφωνείς;
-Ε, αφού θέλεις να με βάλεις με προσωπικότητες. Έχω κάνει κι εγώ πολλά μη νομίζεις...στη φυλακή..
-Ασε τη φυλακή, πάρε πόζα, του λέω και στήνεται!

Σπουδη Μπέικον 005.jpg


Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Ο ΑΝΘΡΩΠΟς από πηλό.

[Μια 4η συνέχεια από το ΜΑΤΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΣΤΟ χρώμα της βροχής.]
Το ταξίδι τους ήταν μακρινό και κουραστικό.
Άφησαν πίσω τους, δίχως να τους μιλήσουν τα δέντρα και το νερό. Τα τζιτζίκια τους ακολούθησαν σκαρφαλωμένα στις πλάτες τους και ο γρύλλος Γιάννης είχε θυμώσει μαζί τους, λέγοντας πως, πέντε εκατοστά μετά τους βράχους έπρεπε ν αλλάξουν δρόμο αν ήθελαν να ζήσουν. Εκείνα πειραγμένα δε μίλησαν καθόλου και χάθηκαν στο χώμα. Θα ξανάρχονταν το επόμενο Καλοκαίρι, ίσως πιο νωρίς γιατί ήθελαν να προδώσουν τον γρύλλο Γιάννη στους άλλους, αφού σίγουρα είχαν ζηλέψει την ευτυχία και το ταξίδι του. Ο αρσενικός τζίτζικας είχε πει μια άσχημη τελευταία κουβέντα. Κάτι σαν τζοστινγκς!
Ο γρύλλος Γιάννης σκέφτηκε να τσακωθεί μαζί του αλλά αρνήθηκε να δημιουργήσει προβλήματα.
«Οι φίλοι κερδίζονται με τις αντιθέσεις τους» είπε στον άνθρωπο από πηλό που περπατούσε δίπλα του.
Ο δρόμος ήταν ασφαλτοστρωμένος και έκαιγε καθώς προχωρούσαν οι δυο τους αλλά ο άνθρωπος από πηλό δεν μπορούσε να μιλήσει ακόμα μια και ήταν μόνο τριών χιλιάδων ετών, πέντε ημερών, τεσσάρων νυχτών, τριών ωρών, δυο λεπτών, ενός δευτερολέπτου και ένα εκατοστό του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου.
Ο γρύλλος Γιάννης είχε αρχίσει να τον συμπαθεί εξ αιτίας που δεν μπορούσε να μιλήσει και ούτε θύμωνε. Κοίταζε μονάχα με εκείνα τα μεγάλα μπλε μάτια, σα μικρό παιδί τους κόκκους από την άμμο, που ήταν ελαφρώς μεγαλύτεροι του στο μπόι και αστειεύονταν μεταξύ τους, πειράζοντας τον άνθρωπο από πηλό.
«Τουλάχιστον δεν είναι από άμμο!» γέλασε ο κόκκος Αντώνης που ήταν πολύ περίεργος. Βρισκόταν όπου ήθελε πετώντας με τον άνεμο, πειράζοντας και χαμογελώντας ειρωνικά ότι νόμιζε πως δεν ήταν άξιο λόγου να γίνεται. Πίστευε πως αυτός είχε ανακαλύψει τη μια και μόνη αλήθεια της ύπαρξης των πραγμάτων,  που δεν ήταν άλλη από την αισιοδοξία του εγωισμού. Αλλά ο γρύλλος Γιάννης όταν τον είδε για πρώτη φορά γελάει έτσι, του είπε πως έπρεπε να ήταν ευχαριστημένος αν είχε μισό πόδι και κανένα μάτι αν μπορούσε να ζήσει σαν αυτόν. Τούτο δεν το είχε καταλάβει ο κόκκος Αντώνης αλλά δεν το πήρε σαν προσβολή, επειδή πίστευε και σχεδόν λάτρευε ότι κι αν έκανε ο γρύλλος Γιάννης.
«Μια μέρα θα σου μοιάσω. Θα γίνω εγώ διάδοχος σου να ελέγχω την παραλία.»
«Πως θα το κάνεις αυτό;»
«Θα εκμεταλλευτώ τον στρατό μου. Όλους τους κόκκους που πιστεύουν σε μένα!»
«Μα εγώ δεν έχω στρατό ...»
Και τότε αφού κοκκίνισε λίγο του απάντησε εκείνο που ακόμα δεν μπορούσε να ξεχάσει.
«Έχεις τον άνθρωπο από πηλό!» και πέταξε με τον άνεμο μίλι μακριά.
Παρ όλα αυτά του ήταν συμπαθής ο εγωιστής κόκκος Αντώνης-παραδέχτηκε πως ήταν περίεργο να συμπαθούμε μερικούς από αυτούς που μας αντιπαθούν- κι αργότερα κατάλαβε πως τον συμπαθούσε επειδή παρουσιαζόταν δυνατός. Μπέρδευε τα πράγματα με μια σειρά λέξεων που κανένας δεν μπορούσε να μην πειστεί, έστω κι αν τα επιχειρήματα του στήριζαν ένα ανύπαρκτο και μη αποδείξιμο οικοδόμημα.
«Είναι μεγάλη αδυναμία αυτό που κάνεις. Να φοβάσαι τη δύναμη και να υπολογίζεις στην συμπάθεια της, είναι απόβλεψη σε ανήθικους και απώτερους σκοπούς που δε θέλεις να παραδεχτείς» μονολόγησε δυνατά.
Ο άνθρωπος από πηλό που βάδιζε δίπλα του τον κοίταξε με σημασία κι έβγαλε την πρώτη του κραυγή: τζόστινγκς!
Τον παρατήρησε κι αυτός και σκέφτηκε πως μιμήθηκε τη φωνή του τζίτζικα αλλά όταν έφτασαν στην περιοχή των βράχων μετά από τρία χρόνια και σαράντα μήνες, ακριβώς την πεντηκοστή δεκάτη και εβδόμη μέρα του μηνός Μεγεσθίωνα του ιερού και ξαναείπε την ίδια λέξη, τα βράχια απόρεσαν ανοίγοντας τις σχισμές τους.
Το πρόσεξε με κάποια απορία και σμίγοντας τα φρύδια άρχισε να του μιλάει.
«Εσύ δεν είσαι τζίτζικας» του είπε. «Είσαι ανώτερο ον και πρέπει να μιλάς τη γλώσσα των ανθρώπων. Και όχι μόνον αυτό αλλά πρέπει να μάθεις όσο το δυνατόν περισσότερες λέξεις για να ξεχωρίζεις και από τους άλλους ανθρώπους και τότε εγώ θα νιώθω περήφανος για σένα. Από τις λέξεις  θα χρησιμοποιείς εκείνες που θα σε χαρακτηρίζουν για το ανώτερο πνευματικό σου επίπεδο.
Δεν είσαι λοιπόν, ούτε τζίτζικας, ούτε γρύλλος, είναι εύκολο να το καταλάβεις αυτό, πως εσύ έχεις μυαλό. Καταλαβαίνεις τι μιλάω; Ανθρώπινο μυαλό, όχι σαν του τζίτζικα!»
«Θα σου μάθω λοιπόν λέξεις αρχίζοντας από το ΕΓΩ.»
«ΕΓΩ είσαι ΕΣΥ. Δείχνω  το ΕΓΩ σου. Πέστο.»
Ο άνθρωπος από πηλό έφερε τον δείχτη του στο στήθος απορημένος. Ύστερα τον πήγε στον κρόταφο του γρύλλου Γιάννη.
«Τζοστινγκς!» ξαναείπε.
«Ωραία!» σβήστηκε στο γέλιο. «Δε θα σου θυμώσω απλά θα σου μιλάω συνέχεια μέχρι να καταλάβεις. Δε θέλω να μου απαντάς και είμαι σίγουρος πως στο τέλος του ταξιδιού, με την επιστροφή μας θα έχεις αντιληφτεί τα πάντα, θα έχεις αποθηκεύσει στη μνήμη του εγκεφάλου σου τα πάντα.»
Κατά βάθος ήταν απογοητευμένος αλλά προσπαθούσε να το κρύψει-ο άνθρωπος από πηλό του θύμιζε κάτι ανήμπορο-σαν παιδική εικόνα από άλλους γρύλλους που σάλιωναν το στόμα τους και δυσκολεύονταν να βγάλουν ήχο.




Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

ΜΙΑ ΣΟΒΑΡΗ ΚΩΜΩΔΙΑ.



Ο Πέτρος Καβαλάρης ήταν ένας κανονικός άνθρωπος. Έπαιρνε συχνά το ποδήλατο του κι έκανε βόλτα στην πόλη. Συνήθως μερικά απογεύματα κατέβαινε μέχρι το Παλιό Φάληρο, καθόταν σ ένα παγκάκι απέναντι απ τη θάλασσα και χαμογελούσε.
Χαμογελούσε γιατί ήταν ένας χαρούμενος άνθρωπος που σπάνια μελαγχολούσε. Η ζωή του κυλούσε κανονικά, εργαζόταν στην αντιπροσωπεία αυτοκινήτων του Ζερβο και τα λοιπά, σαν λογιστής, έπαιρνε το μισθό του και τον ξόδευε για όλες τις μικρές χαρές της ζωής.
Ασχημούλης ήταν, κοντός το δέμας με μάτια μαύρα, σπινθηροβόλα, τριαντάρης, είχε κι ένα αυτοκίνητο παλιό μάρκας Ρενό, αντίκα του 1972μ κι οι φίλοι του τον φώναζαν Πετράν.
Το απόγευμα ο Πετράν αφού είχε κοιμηθεί, ξύπνησε ελαφρώς αναστατωμένος. Σκεφτόταν την αυριανή μέρα που θα πήγαινε με τη Μέλανυ στον Ζερβό και λοιπά και κάτι δεν του πήγαινε καλά.
Η Μέλανυ δίπλα του τον αγκάλιαζε.
-Άσε με τώρα, έκανε με δυσφορία. Σήκω να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα.
-Να κάνουμε πρώτα ένα παιδί;
-Πότε; Τώρα;-
-Τώρα αγάπη μου!
-Όρεξη που την έχεις! Δε γίνονται τα παιδιά τέτοιες ώρες..
-Τι έχουν οι ώρες; Έκανε και τον κουλούριασε κάτω απ το σεντόνι. Όλες οι ώρες ίδιες είναι μωρό μου. Έλα!
Αργότερα κατεβαίνοντας με το Ρενο προς το Φάληρο σκέφτηκε πως αν έπιανε αυτό το παιδί θα γεννιόταν βαριεστημένο και το είπε στη Μέλανυ μόλις κάθισαν σε ένα μοναχικό ταβερνάκι να πιούνε ένα ουζάκι.
-Αχ! Πως μ αρέσει αυτό το ουζάκι εδώ! δεν είναι χάρμα Πετράν μου; Το παιδί μας θα γεννηθεί μια χαρά! Πανέξυπνο αφού θα μοιάζει με σένα!
-Κι είμαι έξυπνος εγώ; Βλάκας είμαι.
Η Μέλανυ δεν απάντησε, του δειξε με το βλέμμα πως δεν ήταν βλάκας, μισοκλείνοντας ναζιάρικα τα δικά της. Το γκαρσόν τους έφερε τα ούζα και το μεζέ. Τσούγκρισαν τα λευκόχροα ποτήρια, κοιτάχτηκαν στα μάτια ευτυχισμένοι, ήπιαν μια γουλιά.
-Λοιπόν; Έκανε η Μέλανυ. Μίλησες μ τ αφεντικό σου;
-Ε, ναι μίλησα, τι θέλεις τώρα κι εσύ να πιάσεις δουλειά; Καλά δεν περνάμε με το μισθό μου;
-Καλά περνάμε, δε λέω αλλά δεν μπορείς να μου κάνεις όλα μου τα χατίρια..
-Εγώ; Δεν μπορώ να σου κάνω τα χατίρια σου; πες τι δεν μπορώ..
-Να δεν μπορείς ν αλλάξουμε αυτοκίνητο, μείναμε με το Ρενό ...
-Μια χαρά είναι το ρενό.
-Ούτε εκείνο το φόρεμα μπορείς να μου αγοράσεις. Να ξέρεις αν δεν πιάσω δουλειά να τα αγοράσω με δικά μου λεφτά θα βάλω τον χοντρούλη να μου το πάρει!
-Ποιο φόρεμα ... ποιος είναι ο χοντρούλης; Θορυβήθηκε ο Πετράν.
-Έλα, μην κάνεις έτσι σε παιδεύω. Ένας χοντρούλης εκεί στο Κολωνάκι, άστον αυτόν, θα μου το πάρεις;
-Μα είναι ακριβό, πόσο κάνει είπαμε; Στρίφτηκε.
-Ακριβό; Σιγά τα χίλια ευρό.
-Χίλια ευρό! Έπιασε το μούτρο του.
-Είδες! Είδες! Πετάχτηκε. Θα έρθω στη δουλειά και με τον πρώτο μισθό μου θα το αγοράσω μόνη μου. Αλλά για πες μου, πες μου πως είναι αυτό τα αφεντικό σου; πενηντάρης, μου χεις πει..
-Πενήντα πέντε.
-Και είναι καλός;
-Κάλος.
-Στριμμένος;
-Έχει τις βίδες του, του τις στρίβει ο Θωμάς.
-Ο Ζεν πρεμιέ; Ο φίλος σου; χαχαχα! ωραίος είναι ο Θωμάς. Να πιούμε άλλο ένα ουζάκι;
-Πιες εσύ, εγώ οδηγώ..
-Έλα με δυο ουζάκια δεν πιάνει το αλκοτέστ.. γκαρσόν! φώναξε. Φέρε μας δυο ακόμα.
Το γκαρσόν πήγε από πάνω τους.
-Από το ίδιο ούζο μαντάμ;
-Από το ίδιο, γιατί έχετε άλλον τενεκέ; Τον περιέπαιξε η Μέλανυ.
-Όχι.
-Ε, τότε τι ρωτάς!
-Μπορούμε να παραγγείλουμε από τη Βοστόνη.
-Έχετε σύνδεση με τη Βοστόνη; Είπε ηλίθια ο Πετράν.
-Απ το ιντερνετ κύριε! Μιλάμε κι έφτασε επί τόπου!
-Σε παρακαλώ! Φέρε μας δυο ίδια ουζάκια και να είστε πιο ευγενικοί.
-Μάλιστα κύριε! Έφτασαν! Είπε μουτρωμένα το γκαρσόν.
-Τι σου είναι κι αυτά τα γκαρσόνια ...
-Ε, άστον να κάνει τη δουλειά του, για πες μου; τι λέγαμε; Αααα, αλήθεια πως τον λένε τον αφεντικό σου; αλήθεια δε μου χεις πει ποτέ τα όνομα του ...
-Τι το θέλεις είναι και σιδηρόδρομος..
-Ε, πέστο, να μην ξέρω τα όνομα του; αγένεια δεν είναι;
-Ζερβοκιακινίδη, τον λένε.
Ζερβοκιακινίδη! Πετάχτηκε πάνω η Μέλανυ. Όχι! Τι μου λες!
-Τι κάνεις έτσι, ησύχασε.
-Τι να ησυχάσω, ξέρεις πως λένε αυτόν που του ριξα την πάστα στα μούτρα;
-Ε, πως τον λένε ...
-Ζερβο και τα λοιπά, σωριάστηκε στο τραπέζι ... Αχ, ρε Πετράν, όλα σε μας συμβαίνουν κι έβαλε τα κλάματα. Είμαστε άτυχοι Πετράν. Πάει το φόρεμα.
-Ποιο φόρεμα ... τι μου λες; στο αφεντικό μου πέταξες την πάστα; Έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
Η Μέλανυ σκούπισε τα δάκρυα και του το κλεισε, ενώ το γκαρσόν απίθωνε τα καινούργια ούζα στο τραπέζι.
-Τα ούζα σας, είπε. Στην υγειά σας!
Η Μέλανυ τον κοίταξε όπως τον κοίταξε και ο Πετράν προσπαθούσε να συνέλθει.
-Τι κάνουμε τώρα, είπε και ρούφηξε το ούζο μονοκοπανιάς.
-Μη..τι κάνεις εκεί..πήγε να της πάρει το ποτήρι αλλά δεν πρόλαβε.
Τον πρόλαβε ένας νταής από το διπλανό τραπέζι αρπάζοντας του το χέρι.
-Τι συμβαίνει κύριος; Γιατί κάνετε την όμορφη κυρία να κλαίει;
-Άσε μας ρε! τι σε νοιάζει εσένα, ο Ρομπέν των δασών είσαι;
-Σας συμπεριφέρεται βάναυσα ο μίστερ; Θα τον κανονίσω εγώ! Είπε ο νταής και σέρβιρε μια μπουνιά στον Πετράν.
Το μάτι του Πετράν θόλωσε, η Μέλανυ σέρβιρε μια άλλη μπουνιά στον νταή, το τραπέζι αναποδογυρίστηκε, το μάτι του νταή μελάνιασε, ο κόσμος πήρε γρήγορες στροφές κι όλοι μαζί βρέθηκαν στο δρόμο να ψάχνουν ποιοι είναι.
Η Μέλανυ Γκρίνουιτς ήταν μια ψηλή Ελληνοκαναδέζα που είχε γεννηθεί στον Καναδά αλλά είχε μεγαλώσει στην Ελλάδα. Στα είκοσι πέντε της χρόνια, τέλειωσε πανεπιστημιακές σπουδές ιδιαιτέρας γραμματέως, υψηλών προδιαγραφών κι έβλεπε τα όνειρα της να πηγαίνουν χαμένα στην Ελλάδα της κρίσης. Γνώρισε τον Πετράν μια μέρα και ύστερα από πέντε μήνες σχέσης αποφάσισε να τον παντρευτεί. Της άρεσαν τα όνειρα του, ταίριαζαν με τα δικά της.
-Πετράν τι θα γίνουμε; Τον ρώτησε όταν κάθισαν μεσάνυχτα σε ένα παγκάκι μετά τα επεισόδια στην ταβέρνα με τα ούζα.
-Τίποτα.
-Θα γίνουμε τίποτα; Με αγωνία.
-Όχι, δε θα γίνουμε τίποτα.
Η Μέλανυ χάιδεψε το πονεμένο του μάτι.
-Πονάς;
-Ε, λίγο..
-Του ριξα όμως κι εγώ μια..
-Ρε Μέλανυ ... πότε θα ηρεμήσεις;
-Γιατί να ηρεμήσω; ... ο κόσμος είναι κακός. Να τώρα αυτός ο Ζερβό και τα λοιπά.. τι θα κάνουμε τώρα;
-Λοιπόν, άκου, δε θα πούμε τίποτα, άσε θα τα μπαλώσω εγώ. Καλύτερα έτσι, θα βρεις αλλού δουλειά, εντάξει; Μη χάσω κι εγώ τη δικιά μου και μείνουμε στο δρόμο. Εσύ δε θα εμφανιστείς ποτέ στον Ζερβο και τα λοιπά.
-Καλά! Ότι πεις αγάπη μου! είσαι ο καλύτερος άντρας του κόσμου!

[συνεχίζεται]




Profile

56painter ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ
ΕΞΑΡΧΕΙΑ
Το προφίλ μου

O Κώστας Πλιάτσικας είναι ζωγραφος και συγγραφέας.Το εργαστηριο του βρισκεται στην οδο Μαυρομιχάλη 76 στα Εξαρχεια. τηλ.6983610743

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Σεπτέμβριος 2016
ΚΔΤΤΠΠΣ
    123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930 

Tags

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ:
Powered by pathfinder blogs