Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

ΟΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ...


ΒΙΒΛΟΣ, ΤΟ ΧΕΙΡΙΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ.

Η Ιδέα του θεού σημαίνει την αποκύρηξη της ανθρώπινης λογικής. Και της δικαοσύνης. Είναι η αποφασιστικότερη άρνηση της ανθρώπινης ελευθερίας και οδηγεί αναγκαστικά στην δουλεία των ανθρώπων. Η ρήση του Βολταίρου, εαν ο θεός δεν υπάρχει πρέπει να τον εφεύρουμε, ειναι μια δραματικη σκηνοθεσία του ιδεαλισμού για να ρίξει τους περιπλανώμενους στην άγνοια σε βαθύτερα σκοτάδια.Και οι άνθρωποι δεν είναι προιόν χυδαίας ύλης, είναι προιόν καλύτερης ύλης.

Ας πάρουμε τα πράγματα απο κάποια αρχή. Ο Ιεχωβά των Εβραίων, δεν έπλασε κανέναν Αδάμ και καμια Εύα. Αυτά είναι οι παράλογες απαιτήσιεις ενος σεσημασμένου λαού και πιο πολύ κατοπινές φαντασιώσεις των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Ακόμα και ο Μπακούνιν παραδέχεται τον σατανά σαν ύπαρξη εξεγερμένου ανθρώπου αλλά σήμερα, οι φαντασιώσεις της Βίβλου [ισως το χείριστο εγχειρίδιο για την ανθρώπινη βλακεία] δεν μπορούν να σταθούν σαν παραδείγματα για την συνέχιση της ζωής.Είναι τόσα τα παράλογα παραμύθια που διδάσκονται ακόμα και σήμερα σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική κι αυτό το λέμε εκπολιτισμό του κόσμου. Ίσως δεν μπορώ να το εκφράσω καλύτερα: Οι παράλογες πεποιθήσεις ενός λαού[Εβραίοι] είναι αιτία που μοιραία η μιζέρια των λαών της Ευρώπης οδηγεί στην μιζέρια όλου του κόσμου.

Δεν μπορούμε ν αντικαταστήσουμε τις απατηλές και κτηνώδεις απολαύσεις της πνευματικής και σωματικήςεξαχρείωσης αλλά μπορούμε να κλείσουμε όλες τις εκκλησίες κι όλα τα καμπαρέ του κόσμου. Οι παπάδες χρειάζονται μόνο για να καίνε τους νεκρούς οχι για να τους δοξολογούν και να τους θάβουν. Μόνο να τους καίνε. Και η ανάγκη των ανθρώπων να ψάχνουν εναν θεό που θα τους σώσει-απο ποιόν να τους σώσει ο θάνατος είναι εξακριβωμένη πράξη- απο την καταστροφή που οι ίδιοι πραγματοποιούν, μόνο γελειότητα μπορεί να χαρακτηρηστεί.

Δεν χρειάζεται καμια θρησκεία και κανένας θεός για κανέναν λαό.

 


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

μεγάλες ΑΓΓΕΛΙΕΣ


..Μικρές η μεγάλες αγγελίες. Ζητείται εργαστήρι τέχνης


Ρωσσιδα για κλαμα 003.jpg

...έχω καταλάβει την εποχή μου και έχω εκμεταλλευτεί την ηλιθιότητα, τη ματαιοδοξία,την πλεονεξία των συγχρόνων μου. Είναι μια πικρή ομολογία, πιο επίπονη απ΄ότι φαίνεται. Αλλά τουλάχιστον και επι τέλους είναι τίμια. Πάμπλο Πικάσο-1952

[ Σε κάποιους οι ομολογίες στην τέχνη δεν κοστίζουν.]

Είναι καιρός τώρα που ψάχνω ενα εργαστήρι ζωγραφικής στο κέντρο της πόλης. Ψάχνω για εκατό τετραγωνικά.Ή λιγότερα, ίσως πενήντα. Και εικοσιπέντε, φτάνουν. Λιγότερα δεν γίνεται.Στα δέκα τετραγωνικά η τέχνη δε χωράει. Αλλα, μάλλον λάθος. Λάθος, η τέχνη χωράει παντού. Η τέχνη χώρεσε στα σπήλαια, δε θα χωρέσει στα παλάτια;

Ε, ναι. Ο χώρος πρέπει να είναι ευάερος, ευήλιος με θέα τον Λυκαβηττό και την Ακρόπολη. Άρα σε κάποιο ρετιρέ. Αλλά μπορεί να είναι και στον ημιόροφο. Γιατί όχι; Πίσω από στρόγγυλες κι ανηφορικές σκάλες. ν ανεβαίνεις και να σου κόβεται η ανάσα, να τρίζουν τα κότσια της τέχνης, τα κάγκελα της πινελιάς, τα κάγκελα του μυαλού σου.

Μπορεί όμως να είναι και ημιυπόγειο.Όλα ημι- στη ζωή μας. Ολα τα ημι- δεν μου αρέσουν. Όρα ιμιτασιόν. Όλα τα ειμί μου αρέσουν. Ειμί, εγώ. Εί, εσύ. Εστί αυτός. Όχι εισίν. Εισίν αυτοί.Επειδή όμως υπάρχουν στη ζωή μας τα ημι- ακόμα κι ένα ημιυπόγειο θα μου έκανε. Ανήλιαγο και λιγοσκότεινο, να βλέπω απ τον φεγγίτη τις πατούσες των ανθρώπων, τις φθαρμένες σόλες, να πατούν τους λερωμένους καμβάδες μου και να δακρύζουν από το κρύο των σιδεριών. Να βλέπω να περνούν οι μπότες πανωθέ μου, οι μπότες των πλουσίων, οι μπότες των στρατιωτών και τα λυγερά πόδια των όμορφων γυναικείων οραμάτων.

Χρειάζομαι χώρο εργαστηρίου. Υπάρχει όμως και η λύση του υπογείου. Της υπόγας. Υγρή και βουλιαγμένη στη μούχλα στου κέντρου της πόλης. Στη μούχλα της αιώνιας θύμισης [ κάτι μου θυμίζει αυτό ]

Υπόγειο. Πως να ζωγραφίσεις εκει μέσα; τα χνώτα μου θα συναντώνται μ αυτά του σκοταδιού και του Άδη. Πως να απλώσεις, πως να ανοίξεις τις ιδέες, παρέα με τη σκουριά τη μούχλα και τους αρουραίους; Αλλά καλά είναι κι εκεί. Η τέχνη ευδοκιμεί παντού. Δεν χρειάζεται σαλόνια.

...όποιος φιλότεχνος διαθέτει υπόγειον χώρον στο κέντρο της πόλης ας τηλεφωνήσει:6983610743. Αινίκοιον αινας ποίνακας το δοίμινο.


Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

ΣΠΑΣΜΕΝΟ μάρμαρο.



Όταν άνοιξε μια πόρτα και μπήκα σε κείνο το διαμέρισμα, η πρώτη εικόνα που αντίκρυσα, ήταν το γυμνό κορμί μια γυναίκας ξαπλωμένης στον καναπέ. Καθόταν σε μια στάση συλλογιστικής οδαλίσκης και γερμένη στο πλάι, έβλεπε προς εμένα.. Μου χαμογελούσε συνέχεια και ως να φτάσω κοντά της, μου φάνηκε να πέρασε πολύς χρόνος. Τα μάτια της ήταν απαστράπτοντα πρασινογάλαζα αλλά γιατί είχα την εντύπωση πως δεν με έβλεπε; Σαν να ήμουν και να μην ήμουν εκεί. Απλωσα το χέρι μου στην επιδερμίδα της, άσπρη, λεία, με αρμονικές καμπύλες, μια γυναίκα απο αρχαίο Ελληνικό, σπασμένο μάρμαρο, αλλά και μια τσιτωμένη κλειτορίδα, πιθανώς Βραζιλιάνικη. Αυτή λοιπόν ήταν η γυναίκα που είχα επιθυμήσει χρόνια τώρα, απο παιδί. Γιατί αυτή η επιθυμία, αυτό το όραμα να με παιδεύει; Μήπως δεν ήταν ένα πραγματικό πρόσωπο; Αν την είχα φτιάξει με την φαντασία μου, τώρα πως ήταν εκεί μπροστά μου ολοζώντανη στον καναπέ; και γιατί είχα πάντα την εντύπωση πως είναι η γυναίκα κάποιου άλλου; Κάποιου ναυτικού, που ίσως να κατέφτανε από στιγμή σε στιγμή αλλά λες και δεν με ένοιαζε-εγω που δεν ήθελα να πάρω ποτέ την γυναίκα κάποιου άλλου- καθόμουν κοντά της και της χάιδεψα τον ώμο. Μείναμε αρκετά έτσι, αυτή ήταν η γνωριμία μας. Μέσα μου, πολλές φορές, μπερδεύομαι, αν έκανα έρωτα μαζί της, κι αν αυτή ήταν η ιδανική γυναίκα που υπήρχε σε όλον τον κόσμο για μένα και που υπήρχε στον καναπέ, με την αριστερή της παλάμη να στηρίζει το μάγουλο της, τον αγκώνα ν ακουμπάει στον καναπέ και με την δεξιά χούφτα της, να κρύβει το χνούδι του αιδοίου της που ήταν μικρό, σιγανό, σαν μικρής κοπέλας.

Χρόνια μετά, προσπαθώ να σκεφτώ, αν υπήρξε πραγματικά εκείνο το διαμέρισμα με την γυναίκα στον καναπέ.

 


Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΤΟ.


Κάποτε ζωγράφιζα ότι ήθελα, έγραφα ότι ήθελα. Τώρα ζωγραφίζω κατά παραγγελία του εαυτού μου.

Γράφω. Σπουδαίο ρήμα, για να γράφεις σημαίνει πως έχεις κάτι να πεις. Να το διαβάζουν οι άνθρωποι και να χωράνε μες το μυαλό σου, πως έχεις κάτι να τους πεις κι αυτοί να σου απαντήσουν. Δεν είναι για μένα, τίποτα χωρίς ευθύνη. Μεγάλωσα.

βιρνα 001.jpg

Υπερασπίζομαι κάποια δικαιώματα, πως είμαι τάχα ελεύθερος, κανείς δεν είναι ελεύθερος, μετρώ τις λέξεις μου. Μέσα από μένα κρύβεται όλος ο κόσμος σας. Λέγοντας έτσι δεν κρύβομαι, ίσως αυτό να είναι μια μορφή ελευθερίας.

Είναι σκληρή η ζωή μας, αλύπητη. Αφού δε γεννηθήκαμε αθάνατοι.

βιρνα 003.jpg


Οι άνθρωποι είναι σπουδαίοι. Φτιάχνουν όλα αυτά τα θαυμαστά. Εγώ δεν μπορώ να φτιάξω ούτε ένα κινητό τηλέφωνο. Αν μείνω μόνος πως θα επικοινωνώ μαζί σας;





Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΚΡΙΝΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΛΙ.


ΤΟ ΚΡΙΝΟ ΠΑΝΩ ΣΟ ΜΕΛΙ.

 

Είχε πάει κάπου μακριά από το σπίτι του. Μην φανταστείτε καμιά τεράστια απόσταση, ίσως ένα προάστιο πιο δίπλα. Από την Ηλιούπολη στο Μπραχάμι, ας πούμε, παραμόνευε ο παράξενος τρόπος για να ζήσει. Τσακώθηκε λίγο με την γυναίκα του, προσποιητά μάλλον, για να βρει ευκαιρία να φύγει, το χρησιμοποιούσε μερικές φορές αυτό το κόλπο κι έπιανε. Δεν είχε κάτι συγκεκριμένο να κάνει, απλά ήθελε να είναι μόνος. Το έκανε συχνά καιτου άρεσε. Αυτός κι ο εαυτός του, οι καλύτεροι φίλοι.

Μπήκε σε μια καφετέρια, παράγγειλε καπουτσίνο και τον έπινε με σκουριασμένες σκέψεις, γιατί είχε παντρευτεί, τι τον ήθελε τον γάμο και τέτοια, δεν του άρεσαν οι δεσμεύσεις, οι υποχρεώσεις, τα παιδιά και τα σκυλιά ή μπορεί να τα ήθελε αλλά, από μόνα τους, ως δια μαγείας, σαν παραμύθι. Τότε μπορεί να του άρεσαν, ίσως όμως να μην του ταίριαζε και η γυναίκα που είχε παντρευτεί, πράγμα που του τόνιζε συνέχεια με στόμφο: «μπορεί να γνώρισες πολλές γυναίκες αλλά εμένα παντρεύτηκες!» Μπορεί, λοιπόν, να μην ήταν αυτή που είχε ονειρευτεί αλλά αρνιόταν να το παραδεχτεί, ήταν μια καλή σκέψη και την ενστερνήθηκε κι ετοιμαζόταν να φύγει, όταν στο βάθος πήρε το μάτι του έναν φίλο με δυο γυναίκες παρέα, που τις γνώριζε εξ αποστάσεως. Η μία ήταν η Ελπίδα, μια γυναικάρα, που την είχε δει μερικές φορές να κυκλοφορεί με έναν πιτσιρικά. Η άλλη, δεν ήξερε το όνομα της, ήταν κοντούλα σαν κούκλα, μικροσκοπική. Ο φίλος, του έκανε νόημα να πάει στην παρέα τους. Παντρεμένος ήταν κι αυτός, φαίνεται πως είχε βρει κάποιον τρόπο να ξεπορτίσει. Αμυδρά θυμόταν, πως σε μια από τις τελευταίες τους συναντήσεις, του είχε πει ότι ψαχνόταν με κάτι μικρές αλλά δεν τον είχε πιστέψει. Να, όμως που έλεγε την αλήθεια.
Πήγε στο τραπέζι τους με αίσθηση ανωτερότητας. Είχε την  υπεροχή, ήταν ένας έξυπνος και ωραίος άντρας γύρω στα τριανταπέντε. Ο φίλος του ήταν επίσης γοητευτικός αλλά κομπλεξαρισμένος. Φτωχούλης, ασήμαντος, μεροκαματιάρης με δυο παιδιά.
-Θα κεράσεις; Τον ρώτησε αφού τον σύστησε στις γυναίκες.
-Και βέβαια θα κεράσω! Ότι καλύτερο έχει το μαγαζί, είπε με έπαρση.
-Το ξέρουμε πως έχεις λεφτά ...είπε με νόημα ο φίλος του.
-Λεφτά! Όποιος δεν έχει λεφτά σήμερα είναι βλάκας, είπε περιφρονητικά.
-Μην το λες αυτό! έκανε η Ελπίδα που ναι μεν ήταν γυναικάρα αλλά η φτώχεια ξεχείλιζε από τα μπούτια της, που ήταν έτοιμα να πεταχτούν από το σχιστό τσόλι που φορούσε.
-Γιατί;
-Γιατί η φτώχεια έχει αξιοπρέπεια! είπε πειραγμένη.
-Τρίχες!
-Τρίχες;
-Τρίχες.
-Είσαστε πολύ υπερόπτης.
-Είμαι.
-Το λες σα να μην σε πειράζει.
-Δεν με πειράζει.
-Εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω με έναν άντρα σαν εσένα, είπε εμφανώς πειραγμένη.
-Καλά, θα τσακωθείτε τώρα; Εδώ βρεθήκαμε για να διασκεδάσουμε, μίλησε ο φίλος του.
-Ναι, βέβαια για να διασκεδάσουμε, επανέλαβε σαν ηχώ η κοντή κούκλα.
-Δεν τσακωνόμαστε, μη φοβάσαι, γέλασε αυτός.
-Όχι, δεν τσακωνόμαστε, μιλάμε, έκανε και η Ελπίδα.
-Θα πιούμε άλλο εδώ; ρώτησε κοιτώντας τους.
-Να πάμε κάπου αλλού; Πρότεινε η κοντή κούκλα.
-Πάμε, συμφώνησαν.
Οι γυναίκες πήγαν στην τουαλέτα, να φρεσκαριστούν.
-Που θα τις πάμε; Ρώτησε μουλωχτά ο φίλος του.
-Πάμε για φαγητό στη Λωξάντρα.
-Είναι ακριβά εκεί ρε!
-Εγώ πληρώνω.
-Εντάξει. Άμα είναι έτσι ... θα τις αγκαλιάσουμε λες; είπε ακόμα πιο συνωμοτικά.
-Την κυνηγάς από καιρό την κοντή ε; γέλασε.
-Χμ, ναι, κάνει τη δύσκολη, άσε η άλλη..
-Αν δεν τις πηδήξουμε απόψε, ξέχασε το, δεν θα τις πηδήξουμε ποτέ, αποφάνθηκε.
Ωστόσο οι γυναίκες γύρισαν.
-Λοιπόν αρχηγέ; Που θα μας πας; Ρώτησε και τον κοίταζε προκλητικά η Ελπίδα.
-Πάμε και θα δείτε.
Μπήκαν στο καινούριο του αυτοκίνητο, μια ασημένια μπεμβέ, που μόλις είχε αγοράσει.
-Καινούριο ε; Έκανε ενθουσιασμένη δίπλα του η Ελπίδα.
-Εμ, φαίνονται τα λεφτά, γέλασε από πίσω η κοντή κούκλα.
-Σιγά μην το ματιάσετε, χαμογέλασε και πάτησε το γκάζι μόλις βγήκε στην Βουλιαγμένης.
Η ασημένια μπεμβέ απογειώθηκε σαν αεροπλάνο στον άδειο δρόμο. Δεν είχε κίνηση εκείνη την ώρα.
-Μην τρέχεις τόσο πολύ, του είπε η Ελπίδα. Φοβάμαι, κι ακούμπησε πάνω του. Αυτός της έπιασε το χέρι, χαμήλωσε ταχύτητα. Την κοίταξε στα μάτια κι ύστερα στο άνοιγμα του φορέματος, στα μπούτια. Η Ελπίδα πήρε το χέρι του και μαζί με το δικό της τα έχωσε ανάμεσα στα πόδια της. Ώσπου να φτάσουν στην Λωξάντρα, είχε φτάσει πιο μέσα της. Κι ο φίλος του  δεν πήγαινε πίσω. Είχε αγκαλιαστεί με την κοντή και φιλιόντουσαν. Γύρισε, τον κοίταξε κλείνοντας του το μάτι και συνέχισε να χαϊδεύει το ιδρωμένο μύρο της Ελπίδας.
-Φτάνει, του χαμογέλασε, μόλις σταμάτησε για να παρκάρει.
-Ναι, φτάσαμε, έκανε πως την διόρθωνε.
Η Λωξάντρα ήταν μια πολυτελέστατη ταβέρνα στο γκολφ της Γλυφάδας. Πήγαινε πολλές φορές εκεί.
-Ωραίο μαγαζί, θαύμασαν οι φίλοι του όταν κάθισαν.
-Ναι, ωραίο, συναίνεσε. Χαίρομαι που σας αρέσει.
-Είδες; Άμα θέλεις γίνεσαι ευγενικός, έτσι μ' αρέσεις, έκανε η Ελπίδα.
-Τότε θα είμαι συνέχεια ευγενικός, μειδίασε.
Έφαγαν, ήπιαν κόκκινο κρασί, ήρθαν περισσότερο στο κέφι, μίλησαν διάφορα, πέρασε η ώρα, οδήγησε πίσω, κανόνισαν να αφήσει τον φίλο του με την κοντή κούκλα κάπου στο Μπραχάμι κι αυτοί συνέχισαν για την Ηλιούπολη. Σταμάτησε σε ένα σκοτεινό στενό κι αμέσως φιλήθηκαν. Άρχισαν τα χάδια, άναψαν.
-Που θα πάμε; Δεν μ αρέσει στο αυτοκίνητο, τραβήχτηκε η Ελπίδα που κατάλαβε πως προχωρούσε πολύ.
-Πάμε στο μαγαζί μου, είπε.
-Τι μαγαζί;
-Έκθεση επίπλων, και ξεκίνησε.
Της είχε βγάλει την κυλόττα και τώρα εκείνη προσπαθούσε να την ξαναφορέσει.
-Μην την φοράς, την εμπόδισε με το χέρι του. Μου αρέσει η σκέψη ότι δεν φοράς τίποτε από κάτω. Έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα την ξαναβγάλεις.
Έφτασαν στην έκθεση, μπήκαν, κλείδωσε την πόρτα πίσω του, δεν άναψε φως, την παρέσυρε προς την τουαλέτα και τη στρίμωξε στον τοίχο, σήκωσε το φόρεμα, άνοιξε το φερμουάρ του και της έβαλε το κρίνο αμέσως, ήταν έτοιμος μετά από τόσα χάδια και τόση αδημονία, το λευκό φως σάρκαζε, ο κόσμος έσταζε μέλι.
-Μη βιάζεσαι, του είπε ναζιάρικα.
-Μη σε νοιάζει, θα σου δώσω όσο κρέας θέλεις, την ησύχασε.
Καθώς άρχισε το μέσα έξω, ένα φως αναβόσβηνε ρυθμικά, σύμφωνα με τις κινήσεις τους.
-Τι είναι αυτό; τρόμαξε η Ελπίδα.
-Τίποτα, γέλασε και την τράβηξε παραπέρα.
Πίσω της ακριβώς ήταν ένας διακόπτης και τον πίεζε με την πλάτη της κάνοντας τον να αναβοσβήνει.
Τέλειωσαν εκεί το πρώτο με φωνές ηδονικές. Το κρίνο πάνο στο μέλι πάνω στις τρίχες, πάνω στο φόρεμα, παντού.
-Θα με λερώσεις, του παραπονέθηκε και πήρε το λευκό στο στόμα.
Ήταν τόση η δίψα τους που συνέχισαν αμέσως,  πήγε στο βάθος, άναψε ένα χαμηλό πορτατίφ, γυμνώθηκαν, έσμιξαν τα νεανικά κορμιά τους, αγαλλίασαν, την ανέβασε στον πάγκο του εργαστηρίου, έτσι που να τον βολεύει, άνοιξε τα πόδια, γονάτισε, φίλησε τρυφερά το ωραίο της μαύρο, άνοιξε και παιχνίδισε την γλώσσα πάνω στην ωραία σάρκα, στα λευκά ημισφαίρια.
-Μη! ανατρίχιασε η Ελπίδα. Μη από εκεί, με τρελαίνεις δεν το έχω ξανακάνει.
Αυτό τον ερέθισε περισσότερο, θα ανέβαινε σε παρθένο βουνό.
Έβαλε πρώτα στην πρώτη πόρτα, να πάρει υγρά και πάνω στην τρελή ανάσα της, τον έχωσε με βία στο βουνό.
-Ααα! Μη!.. με ξεσκίζεις! ούρλιαξε αλλά τον έσπρωχνε με τα χέρια της να μπει περισσότερο.
Πάντα αναρωτιόταν γιατί οι γυναίκες γούσταραν  τόσο πολύ από το βουνό και καθώς μπαινόβγαινε, την κοίταζε στο πρόσωπο. Δάγκωνε τα χείλια της, γύριζε το κεφάλι δεξιά-αριστερά, έσβηνε από την ατέλειωτη ευχαρίστηση. Ύστερα ανέβηκε κι αυτός στον καναπέ, την έβαλε να καθίσει στα τέσσερα, όπως τα ζώα, μία  μπρος, μια στο βουνό, μέχρι τα χαράματα που τους βρήκαν αγκαλιασμένους σε κάποιον από τους πολλούς καναπέδες, τρελάθηκαν  με τις σάρκες τους. Στο σκοτάδι, όταν ξύπνησε, προσπαθούσε να θυμηθεί, πόσες φορές την είχε πάρει. Πάνω από εφτά φορές, μονολόγησε. Εφτά ήταν τα θαύματα κι αυτό το όγδοο
-Με πονάει το βουνό μου, μουρμούρισε η Ελπίδα και τον ξανάφτιαξε.
-Από μπροστά μωρό μου, από μπροστά, είναι πρωί ακόμα, τον παρακάλεσε.
Ο πρωινός έρωτας μετά από μια οργιαστική νύχτα, σου κόβει τα πόδια, σε παραλύει. Βασανίστηκε πολύ, ίδρωσε και κάποτε τα κατάφερε μουγκρίζοντας σαν ζώο. Αηδιασμένος από τον εαυτό του σηκώθηκε, ντύθηκε βιαστικά.
-Τι έπαθες; τον ρώτησε με ανησυχία ενώ ντυνόταν κι αυτή.
-Τίποτα, την απέφυγε. Πρέπει να φύγουμε, έχω πολλές δουλειές σήμερα.
-Είσαι παντρεμένος! τρεμόπαιξε τα μάτια της
-Νόμιζα πως το ήξερες.
-Έπρεπε να μου το πεις, μούτρωσε.
-Τι θα άλλαζε;
-Πόσα χρόνια; έχεις παιδιά;
-Όχι ακόμη, τέσσερα πέντε.. δε θυμάμαι.
-Την αγαπάς;
-Δεν ξέρω.
-Κι εμένα;
-Είναι νωρίς, θα δούμε. Έλα να σε πάω στο σπίτι σου.

Οι δουλειές του πήγαιναν περίφημα. Άνοιξε κι άλλη έκθεση επίπλων, προσέλαβε προσωπικό, ξέφυγε από το εργαστήρι κι από ξυλουργός έγινε επιχειρηματίας. Απόκτησε χρήμα, πλούτη κι ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο. Η γυναίκα του ήταν ευτυχισμένη η Ελπίδα το ίδιο. Τις φρόντιζε να μην τους λείπει τίποτε. Ο ίδιος είχε αρχίσει να παχαίνει, έπαιρνε κιλά επικίνδυνα.
-Δεν θέλω να γίνεις χοντρός, του είπε η γυναίκα του.
-Παράτα με! της απάντησε για πρώτη φορά έτσι.
-Πως μου μιλάς! τόλμησε.
-Σκάσε! και της έδωσε δυο χαστούκια.
Ήταν η αρχή και κάθε αρχή, έχει συνέχεια, δεν ήξερε ούτε μπορούσε να το εξηγήσει, κάτι συνέβαινε κι εκεί που ήταν μια χαρά, τον νευρίαζε και την πλάκωνε στα χαστούκια. Αυτός που έλεγε πως οι γυναίκες είναι σαν τα τριαντάφυλλα, τώρα τα μαδούσε.
-Είσαι τρελός! του φώναξε μια μέρα ανάμεσα από κλάματα. Τι σου φταίω εγώ;
-Τίποτα, έλεγε και ηρεμούσε. Συγνώμη.
Μετάνιωνε πικρά, έλεγε πως δεν θα το ξανακάνει και μετά από κάθε ξυλοδαρμό, της έκανε έρωτα. Κάθε μέρα έκανε έρωτα. Την ημέρα με την Ελπίδα και το βράδυ την γυναίκα του.
Η γυναίκα του άντεχε, έκανε υπομονή. Η Ελπίδα δεν ήξερε τίποτε. Την είχε προσλάβει υπάλληλο στην καινούρια έκθεση, έπαιρνε τον μισθό της, τα δώρα της, τα λούσα. Η γυναίκα του δεν ανακατευόταν στις δουλειές του, το είχε απαγορεύσει ρητά. Αλλά ούτε κι εκείνη το ήθελε. Καθόταν στο σπίτι της, φρόντιζε τα οικιακά, ήταν μια νοικοκυρούλα. Μόνο να μην την έδερνε ...
Αυτός αποστεωμένος από αισθήματα, κουβαλούσε το χρήμα στην πλάτη του, μακάριος. Κάπνιζε ακριβά πούρα, έπινε που και που πανάκριβα ουίσκι κι έτρωγε σαν βουβάλι. Θα είχε φτάσει εκατό κιλά μα δεν τον ένοιαζε, δεν πα να καιγόταν ο κόσμος ...
-Πως έγινες έτσι ρε! του είπε μια μέρα ο παλιός φίλος που του είχε γνωρίσει την Ελπίδα.
-Να μη σε νοιάζει! Του πέταξε σκληρά, εσύ να κοιτάζεις την φτώχεια σου, που δεν έχεις να πάρεις ούτε το γάλα του παιδιού σου.
-Εγώ δεν έχω αυτά που λες αλλά δεν είμαι ηλίθιος! του απάντησε εξ ίσου σκληρά.
Πως είχε καταντήσει έτσι; δεν αναγνώριζε τον εαυτό του. Νευρίαζε με το παραμικρό, μόνο όταν βρισκόταν με την Ελπίδα ηρεμούσε, λες και ήταν το χάπι του, την έπαιρνε και πήγαιναν στα ακριβότερα ξενοδοχεία, στον Αστέρα Βουλιαγμένης και αλλού. Δεν του έκανε ποτέ σκηνές, ήταν  πάντα χαρούμενη, γελαστή, έτοιμη να του ανοίξει τα πόδια.
Όπως ξαφνικά είχε αρχίσει να δέρνει την γυναίκα του, έτσι ξαφνικά, σταμάτησε, αλλά ούτε της μιλούσε πια, ούτε της έκανε έρωτα. Η γυναικούλα δεν παραπονιόταν, είχε αξιοπρέπεια ή ήταν αγαθή. Ότι και να ήταν, πάντως, δεν έδειχνε τα συναισθήματα της. Η κατάσταση συνεχίστηκε σ' αυτό τον ρυθμό, περίπου δυο χρόνια. Σταδιακά, έχασε πάλι τα κιλά, έγινε ο γνωστός αθλητικός τύπος που ήταν πριν. Τα νεύρα του είχαν χαλαρώσει, άλλαζε δέρμα σαν τον Χαμαιλέοντα. Η ζωή συνεχίζεται, έλεγε, όλα αλλάζουν, όλα τρέχουν, τίποτε δεν είναι παντοτινό, επέμενε ένα βράδυ που είχε πάει με την Ελπίδα στον Αστέρα Βουλιαγμένης, αφού έφαγαν, την αγκάλιασε για τελευταία φορά, ανόρεχτος και σκεφτόταν να γυρίσει στην γυναίκα του. Σ' αυτήν που είχε παντρευτεί και είχε παραμελήσε κι όλη την νύχτα δεν κοιμήθηκε. Στριφογύριζε στο κρεβάτι, ανήσυχος και το είχε αποφασίσει. Μάλιστα, δεν έβλεπε την ώρα να ξημερώσει, να τελειώσει με αυτή την ιστορία, είχε βαρεθεί.
Δεν της είπε τίποτε. Ούτε η Ελπίδα κατάλαβε, τι έκρυβε στην ψυχή του.

Βιάστηκε να φτάσει στο σπίτι του, χαρούμενος που είχε πάρει τέτοιες αποφάσεις. Ένας γλυκός, Φθινοπωριάτικος αέρας έπνεε καθώς ανηφόριζε την Βουλιαγμένης. Ήρεμος, παρκάρισε την μπεμβέ, κατέβηκε και προχώρησε την αυλή του σπιτιού του. Άδειο του φάνηκε, χωρίς να ξέρει γιατί. Αλαφιασμένος, ξεκλείδωσε. Μπήκε στο σαλόνι, κοίταξε ερευνητικά, δεν είδε κανέναν, έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Κανείς.
Πήγε στην κουζίνα. Το ίδιο. Βουβαμάρα, τεράστια ησυχία.
Επέστρεψε στο σαλόνι. Πάνω στο τραπεζάκι, είδε το γράμμα. Έσκυψε και το διάβασε.

«Τα ξέρω όλα. Μην με αναζητήσεις. Φεύγω για πάντα. Η γυναίκα σου.»

ΤΕΛΟΣ

[Μελαγχολικό διήγημα που έγραψα πριν από χρόνια, βασισμένο στο ερωτικό τρίγωνο.]


Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΛΑΚΗ.


ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΛΑΚΗ

Είχε αρχίσει να τον παίρνει η κάτω βόλτα. Παρέπαιε σε μπαρ, με φίλους εφήμερους, γυναίκες της μιας μέρας, ζωή της μιας δεκάρας. Χρειαζόταν πολύ ποτό, τώρα πια, για να αντέχει την πραγματικότητα.Του φαινόταν αστείο στα σαράντα δύο του να ψάχνει για δουλειά. Ξυπνούσε το πρωί και δεν ήξερε γιατί ζούσε. Το ποτό μεγάλωνε την κατάθλιψη του και όλα έμοιαζαν μαύρα. Μαύρο το ντιβάνι, μαύρο το ταβάνι της οροφής, μαύρο το πάτωμα της μικρής γκαρσονιέρας που έμενε, αφού είχε να σφουγγαρίσει καιρό, μήνες.
Αυτός, ένας ακραιφνής εραστής, είχε καταντήσει έτσι ! Περίγελος του εαυτού του.
 Για τους άλλους δεν τον ένοιαζε, τον εαυτό του δεν μπορούσε να κοροϊδεύει. Αλλά στο κάτω της γραφής, τι είναι η ζωή; Δεν πάει στο διάολο; Δεν θα μείνουμε εδώ αιώνια.
Έτσι άρχιζε να σκέφτεται μόλις έπινε το πρώτο ποτήρι κονιάκ ή τσίπουρο χαμαιτυπείου. Κι έφτυνε κόκαλα αιμάτου.
Βρισκόταν στις παρυφές του Πειραιά. Της επαρχίας των Αθηνών. Βρωμιά, καταγώγια, υπολείμματα ανθρώπινης φυλακής κα μιζέριας.
Σερνόταν ή υποκρινόταν πως σέρνεται;
Από καιρό, πήγαινε στο καφενείο της λαϊκής. Πίσω από καφάσια, στραβολαιμιασμένες γυναίκες, ανήμπορους γέροντες, κρυβόταν η αξιοπρέπεια της χαμένης ζωής. Μόλις τον έβλεπε ο καφετζής, έπιανε την κοιλιά του και του έβαζε ποτό. Τσίπουρο ή ούζο.
Είχε μισό μάτι και μισό μυαλό. Αραγμένος στην στεριά, καπετάνιος της ζωής πια, ο κυρ-Βασίλης ο Δαμδινόπουλος. Είχαν μια περίεργη σχέση συμπάθειας. Φυσικά τους ένωνε το ποτό. Ο Κυρ-Βασίλης ήταν μέρα-νύχτα με ένα τσίπουρο στο χέρι.
-Που το έχασες το μάτι γέρο; Τον ρωτούσε καμιά φορά ανεξέλεγκτα.
-Γέρος είσαι και φαίνεσαι! Νευρίαζε στα αλήθεια κι έκανε κανένα μισάωρο να του μιλήσει.
Ύστερα, αφού απόμεναν μόνοι στο καφενείο, καθόταν στο τραπέζι του.
-Τι να σε κάνω ρε διάολε, έχε χάρη που σε αγαπάω, αλλιώς ...
Και του έλεγε κάθε φορά μια διαφορετική ιστορία. Μια πως τον τύφλωσε ένας δυναμίτης, δύο πως πάλεψε με έναν ξιφία σε κάποιο ναυάγιο, τρία πως του το έβγαλε μια πουτάνα στο Ρίο ... και πάει λέγοντας.
Δε ήταν πολύ μεγάλος-εξηντάρης αλλά ναυάγιο της ζωής. Μόνος, χωρίς παιδιά, χωρίς σκυλιά, χωρίς κανέναν να νοιάζεται γι αυτόν, είχε καταφέρει να φτιάξει αυτή την τρύπα στην Λαϊκή, να μπεκροπίνει και να ψευτοζεί.
Εκείνο το μεσημέρι, κατά τα συνηθισμένα, τσακώθηκαν λίγο.
-Δεν σου βάζω τσίπουρο, ξέρεις πόσα χρωστάς; Του είπε
-Βάλε μου ούζο, βρήκε την διάθεση να αστειευτεί. Ούζο χρωστάω;
Και τον μπέρδεψε. Έξυσε το κεφάλι του, κοίταξε τα δεφτέρια.
-Όχι, είπε. Ούζο δεν χρωστάς ...
-Ε, φέρε ούζο τότε!
Και σκάσανε και οι δυό στα γέλια.
Έτσι τους βρήκε η χοντρή. Σκασμένους.
Την κοίταξαν και γέλασαν ακόμα περισσότερο.
Η χοντρή, έψαξε γύρω της λίγο αμήχανη. Ύστερα γέλασε κι αυτή.
-Γιατί γελάμε ρε παιδιά; Ρώτησε και ξεκαρδίστηκαν χειρότερα.
Φορούσε μαύρα τζιν, πάνω κάτω. Με πιέτες, με πολλά κουμπιά και κουμπότρυπες που έμοιαζαν με τα μάτια της. Έτσι ήταν κι αυτά: δυό μαύρες μικροσκοπικές κουμπότρυπες.
Τα μαλλιά της, μακριά, δεμένα κότσο. Τα χέρια της στρουμπουλά, αφράτα, χούφτωναν το τσίπουρο, το κατέβαζαν με μιας.
-Σοφία, τους είπε. Απόφοιτος Γυμνασίου.
Κάθισε στο τραπέζι τους, ήπιε μαζί τους τον αγλέουρα.
-Τι είναι ο αγλέουρας; Ρώτησε.
-Αγλέουρας είναι ...άρχισε ο κυρ-Βασίλης. Τι είναι ρε αγλέουρας; Γύρισε σ' αυτόν.
-Βαπόρι! Απάντησε σοβαρά έτοιμος να σκάσει στα γέλια.
-Λέγε ρε, τώρα κι ας τα βαπόρια, έκανε ο παλιός καπετάνιος.
-Ξέρει; Ξέρει; Κατέβασε μια σαρδέλα ολόκληρη η Σοφία
-Ξέρει αυτός! Λέγε μωρή σαλμονέρα!
-Λοιπόν! Θέλετε αλήθεια να μάθετε τι είναι ο αγλέουρας; Ρώτησε αυτός.
-Ναι, ναι, έκαναν και οι δυο με ένα στόμα.
-Αγλέουρας είναι εμείς οι τρεις.
-Άστα αυτά. Αυτά τα ξέρουμε.
-Εντάξει, καλά έκανε. Είναι δηλητηριώδες φυτό.
-Έτσι μπράβο! Το ήξερα εγώ αλλά ήθελα να δω τι θα μας πεις, γιατί μας κάνεις τον έξυπνο, μισογέλασε ο κυρ-Βασίλης.
-Δεν κάνω τον έξυπνο, πουλούσα κάποτε εγκυκλοπαίδειες..
-Ε, και; Τον έκοψε η Σοφία.
-Τι ε, και, διάβαζα που και που κανένα λήμμα.
-Πρόβλημα θέλεις να πεις! Τον διόρθωσε
-Ναι, πρόβλημα. Ουφ! Βαρέθηκα. Πάμε να φύγουμε; Και κοίταζε την Σοφία.
-Άιντε να φύγετε, άιντε στο καλό, έκανε ο καπετάνιος.
Και πήρανε τα πόδια τους.
Η Σοφία, η τελειόφοιτος Γυμνασίου, είχε μια παλιά, μαύρη Χάρλει, αραγμένη απ' έξω.
-Θα ανέβεις; Τον ρώτησε.
-Περίμενε,της είπε και με το ζόρι ανέβηκε πίσω της.
-Που πάμε; Τον ρώτησε μετά από λίγο που τριγύριζαν άσκοπα στα στενά.
-Πάμε να πιούμε, της είπε.
Σταμάτησαν στον πρώτο καφενέ  που βρέθηκε μπροστά τους. Ήπιαν κι άλλο, έγιναν σταφίδα. Ούτε τι ώρα είναι ήξεραν, ούτε αν έπρεπε να φύγουν  ή να μείνουν. Ο τελευταίος καφετζής, πήγε να τους πετάξει έξω με τις κλωτσιές αλλά, είδε τα κιλά της Σοφίας και μετάνιωσε. Θα τον έδερνε.
Σα να τον λυπήθηκε όμως και τον άφησε να ζήσει.
Κατά τις εννέα-δέκα το πρωί, προσπαθούσε να ελευθερώσει το δεξί του χέρι, από κάτι βαρύ που τον πλάκωνε. Απορημένος, έπιασε ένα τεράστιο μπούτι. Ανασηκώθηκε αναμαλλιασμένος. Σταυροκάθισε στο κρεβάτι και την κοίταξε με συμφορά.
Τι ήταν πάλι τούτο;
Έξυσε το κεφάλι του να θυμηθεί. Αδύνατον.
Μέχρι που πίνανε τα ουζοτσίπουρα στου κυρ-Βασίλη, καλώς. Μετά κενό αδιόρατο.
Ξανακοίταξε την χοντρή που, σα να κατάλαβε κάτι, τι είναι μωρό μου, είσαι καλά;  τον ρώτησε κι αυτός ανατρίχιασε. Μωρό μου! Ωραίο μωρό είχε καταντήσει.
Τον έπιασαν πάλι οι μαύρες- πιο πολύ, τα πρωινά τον έπιαναν. Μαύρες σκέψεις, μαύρες γυναίκες, μαύρα ντουβάρια. Ντουβάρια παντού, σκέφτηκε και σηκώθηκε να φτιάξει καφέ. Το στόμα του ήταν ξερό, η ανάσα του μύριζε ούζο και ναυτία. Άφησε την Σοφία να ροχαλίζει σαν δράκος και πήγε στην κουζίνα. Κάπου θα εύρισκε τα καφεδοκούτια, να φτιάξει μια στάλα καφέ.
Τα βρήκε ανάμεσα από τηγάνια, κατσαρόλες, σάπιες κυλόττες. Ξέπλυνε ένα τζιβέ, άναψε με χίλια ζόρια ένα λεριασμένο γκαζάκι, έφτιαξε δυο φλιτζάνια καφέ. Τα πήρε  και γύρισε εκεί που ήταν σαλόνι και κρεβατοκάμαρα μαζί. Μια στάλα σπίτι, πώς να χωρέσει η χοντρή;
Και τι ήθελε αυτός τώρα εκεί;
Κάθισε στο σπασμένο τραπέζι, σε μια επίσης σπασμένη καρέκλα. Ρούφηξε καφέ, άναψε τσιγάρο και συγκρατήθηκε να μην βήξει, μην την ενοχλήσει στον ύπνο της. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια καράφα. Την μύρισε, είδε που ήταν τσίπουρο, έβαλε λίγο μέσα στον καφέ.
-Βάλε κι εμένα μωρό μου, διέκοψε το ροχαλητό η Σοφία και ξανακοιμήθηκε αφήνοντας τον με ανοιχτό το στόμα.
Τέτοιο ροχαλητό δεν είχε ξανακούσει..ούτε μπουλντόζα χαλασμένη.
Ήπιε το καφετσίπουρο, έβαλε στο φλιτζάνι λίγο ακόμα, άναψε ένα άλλο τσιγάρο. Θυμήθηκε μερικές σφήνες από το βράδυ. Ειδικά εκεί που προσπαθούσε να την γδύσει-πότε ντύθηκε μετά;- κι αναγούλιασε με τον εαυτό του. Να κυλιέται με μια τέτοια γυναίκα; Απόρεσε κι άλλο με τον εαυτό του. Ή ηλίθιος ήταν ή αλλοπαρμένος, δεν εξηγιέται διαφορετικά. Αυτός ένας ακραιφνής εραστής, ένας εραστής του διαβόλου και της κόλασης, πως τα κατάφερνε τώρα έτσι;
Κάποια στιγμή, ξύπνησε η Σοφία. Αναμαλλιασμένη, ξεκούμπωτη, με κάτι βυζιά να σέρνονται, σχεδόν μέχρι τον αφαλό, ανάμεσα από ροζ πιζάμες, ανακάθισε στο κρεβάτι, χωρίς να τον κοιτάξει. Πήρε τον καφέ, τον ήπιε μονορούφι.Άναψε τσιγάρο.
-Τι μέρα είναι; Σήκωσε τις κουμπότρυπες και τον κοίταξε.
-Κυριακή, της γέλασε.
-Γιατί γελάς; Μήπως είσαι γελοίος;
Γελαδερός θα ήθελε να πει. Τι να της έλεγε;
-Κι απ' τα δύο, ομολόγησε με ειρωνική διάθεση.
-Μη με ειρωνεύεσαι..τον παρακάλεσε.
-Δεν ειρωνεύομαι εσένα, της απάντησε.
-Πάμε να φάμε κάτι; Ψοφάω της πείνας.
-Δεν έχω λεφτά.
-Έχω εγώ μωρό μου, μη σε νοιάζει. Και τον αγκάλιασε.
Φύγανε. Μεσημέρι ήτανε πάλι. Πέρασαν απ' του Κυρ- Βασίλη, ήπιαν δυο, τρία, τέσσερα τσίπουρα και ξαναφύγανε.
Σταμάτησαν παρακάτω σε μια ταβέρνα. Στρώθηκαν στο φαΐ και στο κρασί.
-Τι δουλειά κάνεις; Τον ρώτησε
-Ήμουνα ξυλουργός.
-Α, ωραία δουλειά. Γιατί δεν δουλεύεις τώρα;
Την κοίταξε με κορακίσια μάτια. Ύστερα σκεφτικά.
-Καλή ερώτηση. Γιατί δεν δουλεύω τώρα ... Δεν βρίσκω. Στα ξυλουργεία έχουν αλλάξει τα πράγματα. Μπήκαν κι εκεί τα κομπιούτερ, ήρθαν οι Αλβανοί, οι Πακιστανοί ...
-Έλα στου Ρέντη, στην αγορά, εκεί δουλεύω εγώ. Κουβαλάω καφάσια. Μισό ευρώ το καφάσι.
-Μισό ευρώ το καφάσι;Πολλά είναι ...
-Ναι αλλά δεν μπορείς να κουβαλήσεις παραπάνω από πενήντα- εξήντα καφάσια..
-Γιατί; Απόρεσε.
-Γιατί, δεν βρίσκεις. Είναι πολλοί, όπως είπες κι εσύ. Κούρδοι, Κινέζοι Έλληνες..
Κουβαλάνε και οι Κινέζοι καφάσια; Είπε ηλίθια.
-Έλα εκεί που θα πάμε και θα δεις. Το βράδυ, θα δεις.
Πριν από το βράδυ, ήπιαν κι άλλο. Καβάλησαν με χίλια ζόρια την παλιά Χάρλει κι έφτασαν στο σπίτι της. Μπήκανε μέσα σ αυτήν, σε άθλια κατάσταση και την πήδηξε. Ούτε καταλάβαινε γιατί το έκανε και πως το έκανε. Έψαχνε να βρει το μαύρο της χοντρής Σοφίας. Μια ζωή το αυτό έψαχνε. Ένα κομμάτι κρέας. Θα σου δώσω και κρέας. Ποια το είχε πει αυτό; Πετυχημένο ήταν.
Η Σοφία ήθελε κι άλλο. Τι να έκανε αυτός; Την ξαναπάτησε στο δάπεδο ώσπου αυτή αποκοιμήθηκε.
Απόκαμε, γύρισε ανάσκελα, να κοιτάζει το μαυρισμένο ταβάνι. Μύγες του φάνηκε πως είχε. Ανάμεσα από μύγες, κίτρινα χρώματα της ώχρας, χοντρά πόδια και βλοσυρές σκέψεις, του ήρθε να την σκοτώσει.
Γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένος. Γιατί να την σκοτώσει; Τι του έκανε; Τίποτε.
Παρ  όλα αυτά ένιωθε έντονη την επιθυμία να τον σκοτώσει. Αν έπαιρνε ένα μαχαίρι από την κουζίνα ... και κοίταξε κατά εκεί. Αι στο διάολο, σκέφτηκε. Κοίτα να δεις που το έπαιρνε σοβαρά!
Αλλά το πράγμα ήταν όντως σοβαρό. Αν σηκωνόταν την νύχτα υπνοβάτης, και ήθελε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του;
Του ήρθε να το βάλει στα πόδια. Έκανε να σηκωθεί, το ημίδιπλο κρεβάτι, έτριξε απεγνωσμένα.
Ανακάθισε πάλι, που να πήγαινε; Εξ άλλου, σε λίγες ώρες θα έπιανε δουλειά στα καφάσια ...
Σηκώθηκε σιγά-σιγά, περπατώντας στις μύτες. Πήγε στην κουζίνα να βάλει ένα τσίπουρο. Καθώς γέμιζε το ποτήρι, είδε το σουβλερό μαχαίρι στον νεροχύτη κι ανατρίχιασε. Άφησε το ποτήρι και το πήρε στα χέρια του. Ανατρίχιασε περισσότερο. Αυτός δεν είχε σκοτώσει ούτε μυρμήγκι, σκεφτόταν τώρα να σκοτώσει άνθρωπο; Πως σκοτώνουν έναν άνθρωπο;
Έκοψε μια φέτα ξεραμένο ψωμί-ποιος ξέρει από πότε ήταν εκεί- και το φερε στο στόμα του με μορφασμούς αηδίας. Έφαγε μια μπουκιά, άφησε το μαχαίρι στην άκρη, σμίγοντας τα φρύδια. Όχι, δεν θα την σκότωνε, τουλάχιστον τώρα.
Ήπιε το τσίπουρο, ξαναήρθε στην πραγματικότητα. Πήγε στο κρεβάτι και σιγά-σιγά, βούλιαξε στην ανυπαρξία του ύπνου.

Στην αγορά του Ρέντη, η νύχτα ήταν ένα απίθανο πανηγύρι. Αν δεν ήξερες, δεν θα καταλάβαινες τι συμβαίνει.Ποιος πουλάει ποιόν ...ποιος αγοράζει, τι αγοράζει και ποιος κλέβει τον πελάτη ή τον έμπορο και τανάπαλιν. Ένας συφερτός κόσμου, πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα.. Αυτοκίνητα παντός είδους, φόρτωναν, ξεφόρτωναν, έρχονταν, έφευγαν.
Η Σοφία φώναζε, διαλαλούσε την δουλειά της.
-Καφάσιααα! ...φορτώνω, ξεφορτώνω ...καφάσιααα!!!
Αυτός δίπλα της, ίδρωνε και ξεΐδρωνε. Μούσκευε στον ιδρώτα-Καλοκαίρι καιρός ήτανε.
Αφού τέλειωσαν και ξημέρωνε, κάθισαν στο βάθος, σ' έναν καφενέ να πιούνε μια ρετσίνα, του είπε η Σοφία.
-Έχει και πατσά! Θέλεις;
-Καλοκαιριάτικα πατσά; Ούρλιαξε αυτός.
-Καλά, καλά, πως κάνεις έτσι μωρό μου, δεν σε σφάξανε. Εγώ θα φάω
Την παρατηρούσε που έτρωγε με μεγάλες κουταλιές αυτό το πράγμα που έλεγε πατσά και βρωμούσε βοώδικα. Σκέφτηκε πως είχε δίκιο που ήθελε να την σκοτώσει.
Η Σοφία, αφού απόφαγε ήπιε μια κούπα μαύρη ρετσίνα.
-Στην υγειά σου μωρό μου
-Στην υγειά σου, της είπε καθαρίζοντας ένα κρεμμύδι.
-Θα βρωμάς με το κρεμμύδι, του παραπονέθηκε  και ξεράθηκε στα γέλια.
-Έλα να μετρήσουμε τα ευρώ, ξέφυγε κι αράδιασε ένα σωρό κέρματα στο τραπέζι. Έβγαλα τριάντα ευρώ, συνέχισε, δηλαδή εξήντα καφάσια. Εσύ;
Μέτρησε τα δικά του φραγκοδίφραγκα.
-Δέκα πέντε ευρώ, είπε με συντριβή.
-Μην κάνεις έτσι, τον παρηγόρησε. Εγώ την πρώτη φορά, δεν είχα κουβαλήσει ούτε δέκα καφάσια. Αύριο θα πας καλύτερα.
Δεν ήξερε αν θα υπήρχε αύριο σ' αυτήν την δουλειά. Γενικά δεν ήξερε αν θα υπάρχει αύριο και μελαγχόλησε.
-Μην χάνεις το κέφι σου, μωρό μου, του έλεγε η Σοφία και τον έπιανε περισσότερη απελπισία.
Πέρασαν τρεις, τέσσερις μέρες σ αυτόν τον ρυθμό. Την νύχτα φορτοεκφορτωτής στην αγορά του Ρέντη, τα ξημερώματα, έρωτα και ύπνο στης Σοφίας κι ύστερα, τα απογεύματα, μπεκρουλιό, εδώ κι εκεί. Ωραία ζωή!
Ένα από αυτά τα απογεύματα, είχαν πάει στον κυρ- Βασίλη τον Δαμδινόπουλο.
-Καλώς τ αρχ ... πήγε να πει και τον πρόλαβε. Του κλεισε το στόμα.
-Μην το πεις! τον απείλησε.
-Καλά ρε! Θα με πνίξεις, έκανε σκασμένος. Γεια σου Σοφία, γύρισε στην χοντρή.
Κάθισαν κι έπιναν.
Κάποια στιγμή, δεν θυμάται πως ήρθε η κουβέντα, πρώτα του είπε πως είχε ένα οικόπεδο στο Πέραμα κι ύστερα πως είχε και έναν αδερφό που μπαρκάριζε στα καράβια. Το οικόπεδο το είχαν μισό-μισό.
-Έχω περιουσία, μη νομίζεις..ολοκλήρωσε. Εγώ θέλω να το πουλήσω, ο αδερφός μου, όχι, κι έτσι έχουμε γίνει μαλλιά κουβάρια.
-Και τι θέλεις τώρα από μένα; Αναρωτήθηκε περισσότερο.
-Ε, πως, να του μιλήσεις κι εσύ ...άντρες είστε.
Ως εκεί είχαν φτάσει τα πράγματα, μέσα σε μια βδομάδα που την γνώριζε. Έκανε όνειρα η Σοφία κι αυτός τα βράδια, προσπαθούσε να ξεφύγει από την επιθυμία του να την σκοτώσει. Χτες είχε σκεφτεί να την πνίξει αλλά κατάφερε να γλιτώσει, επειδή τον απορρόφησε η σκέψη του οικοπέδου. Αν πουλούσαν το οικόπεδο, θα είχε κι αυτός οικονομικά οφέλη. Έπειτα θα έβλεπε πως θα ξεγλιστρούσε.
-Ο Αντώνης, θα έρθει αύριο, του είπε εν ευθέτω χρόνο.
-Ποιος είναι ο Αντώνης;
-Ο αδερφός μου καλέ!
Ήρθε όντως και τους βρήκε. Ήταν ένας κοντοτσούπωτος, νταβραντισμένος, αναλφάβητος του λιμανιού.
-Άκου να σου πω, του είπε απερίφραστα. Δεν μου αρέσεις! Κι όταν λέει ο Αντώνης δεν μου αρέσεις, σημαίνει να πάρεις τον πούλο. Δεν κάνεις για την αδερφή μου, κατάλαβες;
Η Σοφία πήγε να αντιδράσει.
-Μα, Αντώνη ...τόλμησε.
-Εσύ, μη μιλάς! Σκάσε! Και της έχωσε δυο μπουνιές και δυο κλωτσιές.
Αυτή, έβαλε τα κλάματα, κάθισε στην άκρη αμίλητη. Ούτε αυτός μίλησε. Αγριοκοίταζε βέβαια, τον κοντοτσούπωτο- δεν ήταν από αυτούς που φοβούνταν- αλλά πιθανώς τον βόλευε έτσι. Ήταν ευκαιρία να την κάνει. Γι αυτό, χτύπησε τάχα φιλικά τον καραβίσιο στην πλάτη.
-Έχεις δίκιο, ρε, του είπε. Έχεις δίκιο.
-Μπράβο! Τώρα είσαι μάγκας. Και του έτεινε το χέρι.

Αυτός, δεν έδωσε το δικό του. Τον κοίταξε μόνο με σημασία στα μάτια και του γύρισε την πλάτη. Πήρε περίλυπος τους δρόμους του λιμανιού, ενώ πίσω του η Σοφία, έσκουζε με μαύρο δάκρυ.
ΤΕΛΟΣ

 


Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ.



Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ  [FOR A FEW BREAD ONLΙ]

Λίγο πιο κάτω από την Καλλιδρομίου, προς την Τοσίτσα, υπήρχαν παλιά πεντε -έξι παντοπωλεία. Τώρα με την κρίση, τα πιο πολλά έκλεισαν και έχει απομείνει ένα. Πήγαινα εκεί και έκανα τις αγορές μου αλλά και τώρα εκεί πηγαίνω, βαριέμαι τα σουπερ μάρκετ και τα μεγάλα καταστήματα, μου δημιουργούν άγχος. Παλιά βέβαια με τη δραχμή, το χρήμα είχε αξία κι αγόραζα όλα τα καλά αλλά τώρα με το ευρώ τα πράγματα είχαν σκουρύνει πολύ.  Αμάν  πια!  φώναζε η γυναίκα μου η Βάσω. Πάρε και  κανένα παριζάκι για πρωινό! τσιγκούνης έγινες μου φαίνεται! Τσιγκούνης δεν ήμουν ούτε θα γινόμουν και ποτέ δε μου άρεσαν αυτοί οι άνθρωποι αλλά ένεκα κρίσης το παριζάκι είχε κοπεί. Φτωχοί άνθρωποι ήμασταν, εγώ εργάτης στη σιδηροβιομηχανία του κυρίου  Φωτάκη και η γυναίκα μου η Βάσω, να μην ξεχνιόμαστε, καθαρίστρια στις απέναντι πολυκατοικίες. Εντάξει τα βολεύαμε, φτωχοί άνθρωποι αλλά με ιδεολογία, ήμασταν αριστεροί, αναγνωρίζαμε την τάξη μας όπως υπερτόνιζε η κόρη μας  η Νίκη που σπούδαζε φιλολογία και εργαζόταν πωλήτρια σε κεντρικό κατάστημα για να συμπληρώνει, τα τσιγάρα της, τις εξόδους της. Έτσι τσούλαγε η ζωή μας, σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι. Τα απογεύματα πήγαινα στο καφενείο, τέρμα Καλλιδρομίου κι έπαιζα τάβλι, δηλωτή, πίναμε κανένα ούζο με τους φίλους. Αμάν μ αυτό το τάβλι! γκρίνιαζε η Βάσω, η γυναίκα μου, να μην ξεχνιόμαστε. Τι να της έλεγα; δεν θα καταλάβαινε ποτέ αυτή την ανάγκη των αντρών, ούτε τη μανία μου κάθε μέρα να παίρνω εφημερίδα αλλά εμένα αυτά ήταν οι διασκεδάσεις μου, τι να κανα; να τα κοβα κι αυτά; δεν γινόταν ήταν το ναρκωτικό μου. Την εφημερίδα την ξεκοκάλιζα, μέχρι τις μικρές αγγελίες διάβαζα κι έτσι μορφωνόμουν κοινωνικά όπως με κορόιδευε η κόρη μου η φιλόλογος. Τι διαβάζεις ρε μπαμπά; άστο αυτό είναι για τους άλλους και μου έκανε κόντρα. Ξέρεις τι σημαίνει διαβάζω; Διαβάζω; χμ, της απαντούσα, ναι, διαβάζω σημαίνει διαβάζω, τι άλλο να σημαίνει! Χαχα! γελούσε, α, ρε μπαμπά. Ξέρεις πως αρχαία το διαβάζω ήταν διαβιβάζω; Τι λες; απορούσα, δεν το πιστεύω! Άλλο το διαβάζω άλλο το διαβιβάζω. Τέτοια μου έκανε και την αγαπoύσα. Όπως αγαπούσα και τη Βάσω, τη γυναίκα μου να μην ξεχνιόμαστε.
Στο καφενείο λοιπόν, χρόνια τώρα από παιδιά έκανα παρέα με τον Θόδωρο. Ήταν περίεργο το μπλέξιμο μας. Εγώ είπαμε δεν ήμουν τσιγκούνης, ίσα -ίσα απλοχέρης παρ όλη τη φτώχια μου. Ο Θόδωρος ακριβώς το αντίθετο. Τσιγκούνης! δεν έδινε του αγγέλου του νερό που λένε αλλά ακόμα προσπαθώ να καταλάβω γιατί το λένε αυτό και τι ανάγκη είχε ο άγγελος από νερό, αλλά με το Θόδωρο δεν έβγαζε άκρη. Γόνος πλούσιας οικογένειας με παραδόσεις, με αρχές, σπουδαγμένος στο Λονδίνο. Τι σπούδασες ρε Θόδωρε; τον ρωτούσα πολλές φορές μα δεν απαντούσε. Συνοφρυωνόταν μισόκλεινε το μάτι και με κοίταζε αφ υψηλού σα να μου λεγε τι να καταλάβεις εσύ; Κάποτε που είχα έρθει σε μεγάλες ανάγκες οικονομικές αναγκάστηκα να του ζητήσω δανεικά και μου έκανε ολόκληρο κήρυγμα περί της οικονομίας και περί του τρόπου που πρέπει να διαχειρίζεται κανένας τα οικονομικά του. Με άφησε με ανοιχτό το στόμα αλλά και με ανοιχτή την παλάμη. Δεν δίνω δανεικά μου είπε. Τι δανεικά να δινε αυτός αφού σαράντα χρόνια που γνωριζόμαστε δεν με είχε κεράσει ούτε ένα ούζο. Αλλά ούτε και δεχόταν κέρασμα. Ότι έκανε, το έκανε μόνος του. Ήξερα πως είχε έναν πατέρα πλούσιο επιχειρηματία, εισοδηματία, περήφανο για την καταγωγή τους. Αυτά. Τίποτε άλλο. Στο αρχοντικό τους δεν είχα πατήσει ποτέ.
Εκείνη την Κυριακή δεν είχα διάθεση να κάνω τίποτα. Πως είναι μερικές φορές που δε θέλεις να κάνεις τίποτε;  Έτσι κατηφόρισα στην πλατεία  να πάρω την εφημερίδα και πήγα στο καφενείο. Κάθισα στο τραπεζάκι μου και περίμενα να μου σερβίρουν τον καφέ, άνοιξα  την εφημερίδα και έριχνα αδιάφορες ματιές, διάβαζα και δε διάβαζα. Ήρθε ο καφές, άναψα επανωτά τσιγάρα. Δίπλα μου γινόταν οχλαγωγία. Έπιασα κάτι λέξεις, ληστεία ... λήστεψαν το παντοπωλείο στην Τοσίτσα ...μα δεν έδινα σημασία, είπαμε δεν είχα όρεξη για τίποτε. Ε, με σκούντησε κάποια στιγμή ο διπλανός μου. Δεν έμαθες τίποτε; Εδώ κόσμος καίγεται, εσύ κοιμάσαι ακόμα; Έγινε ληστεία είπαμε! Έξυσα το αφτί μου, πλήρωσα τον καφέ και βγήκα. Τις Κυριακές τα πρωινά το καφενείο ήταν πάντα γεμάτο και νωρίς δεν έδινε τάβλι, ούτε χαρτιά για παιχνίδι, μόνο όταν αραίωναν οι παρέες κι έτσι πήρα τους δρόμους να περπατήσω λίγο. Όπως ανέβαινα την Καλλιδρομίου να σου ο Θόδωρας.  Ρε! του κάνω, που είσαι εσύ; Εδώ, είμαι, μου είπε αμίλητα, κουνώντας το κεφάλι του. Ξέρεις του είπα ξαφνικά, λήστεψαν τον Κυρ-Γιώργο, το μικρό παντοπωλείο.. Α, να, τίποτε Αλβανοί θα το έκαναν, ποιος άλλος, μου απάντησε. Μπα, γιατί Αλβανοί; Τον ρώτησα. Μπορεί να το έκανες  εσύ! Τι λες; Μου λέει και με κοιτάει κοκκινισμένος, εγώ έχω λεφτά.. Έχεις αλλά μπορεί να χρειάζεσαι κι άλλα. Μπα, δεν έχω ανάγκη εγώ, να πάρε κι ένα κατοστάρικο για να δεις! και με παραμέρισε να φύγει. Εγώ τον εμπόδισα, κοιτάζοντας τον στα μάτια. Τι με κοιτάς μου είπε με φανερή αμηχανία κι έφυγε αφήνοντας μου εκατό ευρώ στην παλάμη. Έμεινα άφωνος. Αυτός δεν έδινε του αγγέλου του νερό και γιατί το λένε αυτό αναλογίστηκα, τι ανάγκη έχει για νερό ο άγγελος αλλά τώρα το πράγμα ήταν φως- φανάρι, αυτός τα είχε πάρει, αυτός είχε κλέψει το μικρό παντοπωλείο και μ αυτή τη σκέψη έφτασα απ έξω στο παντοπωλείο. Καλημέρισα μερικούς που γνώριζα, όλοι συζητούσαν το γεγονός ο κυρ-Γιώργος έκλαιγε κι εγώ πήρα παράμερα τον Δάσκαλο. Έλα του λέω έχω να σου πω. Πήγαμε στο σπίτι του απέναντι, έβγαλε δυο τσίπουρα. Τα λεφτά τα πήρε ο Θόδωρος του λέω. Τι είναι αυτά που λες συνοφρυώθηκε. Δε γίνονται αυτά τα πράγματα. Ο Θόδωρας έχει λεφτά ο πατέρας του, τον ξέρω είναι πρώτης τάξεως νοικοκύρης. Μπορεί να είχαν ανάγκη και από άλλα, εγώ θα πάω στην Αστυνομία, είπα αμήχανα. Μην το πεις πουθενά αυτό Δημήτρη, άει  πήγαινε να παίξεις κανένα τάβλι, συνέχισε και με έδιωξε ο δάσκαλος που ήθελε να τα χει καλά με τους πλούσιους. Αλλά εγώ είμαι αγύριστο κεφάλι, δεν το βάζω εύκολα κάτω και πήγα στον Αστυνόμο. Έτυχε να είναι υπηρεσία κάποιος Παπαδόπουλος που τον ήξερα. Αυτό, του λέω και γελάει. Χα, χα, με κανες και γέλασα Δημήτρη. Ο θόδωρας, ο γυος του μεγαλοεισοδηματία να κλέψει; Τι αστεία είναι αυτά που λες; Μη το πεις ούτε του παππά. Άει πήγαινε στο καλό. Εγώ στο καλό θα πήγαινα αλλά δε μου το έβγαζαν από το μυαλό κι έτσι πήγα στον παππά να συμπληρώσω την επίσκεψη στην εξουσία.  Τι είναι τέκνο μου λέει, δε σε είδα σήμερα στην εκκλησία- και πότε με είδε, εγώ δεν πατούσα εκεί εδώ και δεκαπέντε χρόνια- τέλος πάντων, αυτό του λέω. Ντροπή σου! Μου απαντάει. Είναι δυνατόν να κάνει τέτοιο πράγμα ο Θόδωρας! Κι έφυγα απηυδισμένος από τις τρεις εξουσίες. Μηχανικά κατευθύνθηκα προς το σπίτι του Θόδωρα, το αρχοντικό που δεν μας είχε βάλει ποτέ μέσα κι αναθυμόμουν το Θόδωρα μικρόν που έτρωγε τις σοκολάτες κρυφά και δεν έδινε ούτε του αγγέλου του, πάλι ο άγγελος και λοιπά, οπότε μου ανοίγει η μάνα του με μια κακία και μια μοχθηρία στα μάτια στην ψυχή, στο μυαλό. Τι θέλεις εσύ εδώ; Να φύγεις, δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ αλλά εκείνη τη στιγμή που είχα περάσει στο σαλόνι σπρώχνοντας την, εμφανίζεται από το βάθος ο άντρας της ο μεγαλοεπιχειρηματίας με ένα πούρο στο χέρι. Πήγαινε μέσα εσύ! Τη διατάζει. Πήγαινε μέσα. Έλα εδώ συ ρε Δημητράκη.. Δημήτρη με λένε! λέω εγώ υψώνοντας τη φωνή. Άκου να σου πω Δημήτρη, αφού είδες πως δε σε πιστεύει κανείς. Πήγες στις εξουσίες, δεν πήγες; Κανείς δε σε πιστεύει. Εξ άλλου είναι ολοφάνερο πως έχεις άδικο. Γιατί να κλέψει ο Θόδωρας; Ε, σε ρωτάω; Γιατί να κλέψει; Δε με ενδιαφέρει, αυτό που με ενδιαφέρει είναι να πάει τα πέντε χιλιάρικα στον παντοπώλη. Χα, χα! Και τι είσαι εσύ; Προστάτης των φτωχών και των αδυνάτων; Εργάτης στη χαλυβουργία δεν είσαι; Τι  είναι αυτά που κάνεις; Άιντε πήγαινε στη δουλειά σου, και ήρθαν προς το μέρος μου απειλητικά πατέρας μάνα και γυος. Με έσπρωχναν προς την έξοδο. Γύρισα κι εγώ την πλάτη και βγήκα. Βγήκα στον Ανοιξιάτικο ήλιο που έριχνε παντού σκιές. Σκιές που έτρεχαν γρήγορα και το φως ποτέ δεν μπορούσε να τις νικήσει. Όσο υπήρχε το φως θα υπήρχαν και σκιές, σκέφτηκα. Ύστερα πήγα στην πλατεία, κάθισα στο παγκάκι, έβγαλα την εφημερίδα από την κωλότσεπη να αποτελειώσω τα γραφτά τους.

ΤΕΛΟΣ


Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΙΣ ΤΑ ΧΕΡΙΑ.



ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΙΣ ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Η ζωή είναι αυτή που αγάπησες έτσι είναι , του είπε και χαμογέλασε, πίσω και μέσα από την Κίρκη. Τίποτε δεν αξίζει περισσότερο από ένα ποτήρι νερό. Μου είχε στείλει ένα μήνυμα.

Ο Μπέρκμαν σκηνοθέτης γαρ το επάγγελμα, το γαρ είναι υπεύθυνη σκάψη, αναρωτήθηκε που θα την ξανάβρισκε τόση ομορφιά εξόν από τα χλιδάτα σκέρτσα μιας υποψίας, ας πούμε πως ονειρευόταν και πως η Κίρκη ξόδεψε λίγο από τον χαμένο εγωισμό κοιτάζοντας τη φωτογραφία του όταν ήταν νέος σαν αυτήν. Και η νοσταλγία πέρασε αστραπιαία απ το μυαλό του-πάντα οι αστραπιαίες σκέψεις έχουν να κάνουν μ αυτό που δεν μπορούν να κάνουν οι ήρωες.Η παρένθεση θα έλεγε ανοησία του είδους; Είμαστε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε; Τώρα βρήκα το κατάλληλο ύφος να συμπεριφερτώ μαζί σας, εγώ, τι ήμουν εγώ τότε, έχει σημασία να μιλάμε στον ενικό κάποτε, άρα πρέπει να σας πω τα πράγματα όπως έγιναν για να με δικάσετε σύμφωνα με τους νόμους των ιθαγενών, ή των πρωτόλειων, που σκότωσαν κάποια άλλα θνησιγενή, το κρασί τέλειωσε, ο πόνος των πραγμάτων
Η Κίρκη έσκυψε στο λαιμό του, κόκκινη από τον αφράτο εραστή ξεζουμισμένη, ωραία λέξη αυτή, σου πήρα το ζουμί.
-Και τώρα; Έγειρε ειρωνικά στον ατίθασο ασθμαίνοντα.
Είναι πολύ δύσκολο να γράψεις για μια ιτιά που έγειρε στο πλάι, για το νερό που κυλούσε στο λαιμό της Κίρκης, οι λέξεις δεν είναι ότι θέλεις εσύ να τις κάνεις, ένα τσιγάρο και η ανάσα του κοριτσιού του έκοψε τον βήχα.
-Είναι μυστήριο πράγμα η ζωή ενός ανθρώπου, ψιθύρισε.

Τέσσερις άνθρωποι καθόταν στη γωνία. Η Κίρκη, ο Χρήστος, ο Νικ Ντόνοβαν κι εγώ.
Μαζί όλοι, δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ, καθένας ξεχωριστά και κάποτε κάποτε, ένας-ένας, δυο, δυο, η Κίρκη αγαπούσε εμένα, μια αγγλίδα, φτωχή, πλην τιμία, όμορφη αν και τι σημασία έχει η ομορφιά, η Κίρκη έλεγε πως είμαι ανασφαλής- uninsured, δε βρίσκω άλλη λέξη, μαζί της μιλούσα ανάμικτα ελληνοαγγλικά, την αγαπούσα και με αγαπούσε αλλά δεν ήταν δυνατό να ζήσουμε για πάντα μαζί.
Ο Χρήστος ήταν ένας άτριχος φίλος, μια μέρα ή ένα βράδυ καθήσαμε στο ίδιο κρεββάτι, δεν μπορώ να περιγράψω στιγμές μεταξύ δυο αντρων, απόκρυφες και δε χρειάζεται άλλωστε.
-Μπορούμε να τον σκοτώσουμε αυτόν; Με ρώτησε και ανασηκώθηκα μουδιασμένος.
-Μη λες αηδίες!
Ο Χρήστος εννοούσε πως μπορούσαμε να σκοτώσουμε τον Νικ Ντόνοβαν αφού του κλέψουμε ότι είχε.
Πήγαμε συνειδητά σ εκείνη τη βίλα.
Η πραγματικότητα ήταν πιο αισχρή από τη φαντασία, το φως λιγοστό, παράθυρα κλειστά, κάπου-κάπου έβρεχε, μπουμπουνητά ανασάλευαν, ο Χρήστος έπιασε απ το λαιμό τον Νικ Ντόνοβαν.
-Είσαι καριόλης! Του είπε. Γι αυτό πρέπει να πεθάνεις!
Ο Νικ Ντόνοβαν επιχειρηματίας το επάγγελμα, ομοφυλόφιλος, τι παλιολέξη είναι αυτή, δεν είχε κανέναν άλλον στη ζωή,  γέρος τότε πια, φοβήθηκε, εγώ σταμάτησα τον Χρήστο από αυτό το αποτρόπαιο; Έγκλημα.
-Τι πας να κάνεις; ούρλιαξα αλλά ποιος να με άκουσε;

Ο Νικ Ντόνοβαν πέθανε εκείνη τη νύχτα, ίσως από φόβο, ίσως από γηρατειά, είπαμε ήταν ενεννήντα χρονών, ο Χρήστος έτρεξε στο χρηματοκιβώτιο, άρπαξε, ότι άρπαξε, πολλά λεφτά, ίσως πάνω από ένα εκατομμύριο, γύρισε στο σκοτεινό σαλόνι, άναψε όλα τα φώτα, εγώ δεν ήξερα τι να κάνω, ο Χρήστος μετρούσε τα λεφτά, μου απίθωσε τα μισά στα πόδια μου, ο χρόνος έτρεχε, κάποιοι άλλοι δε σέβονταν την προσπάθεια μας ν αλλάξουμε τον κόσμο, αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει, δεν άλλαξε ούτε με σφυριά και δρεπάνια, ο Στάλιν είχε πει πως πρέπει να σκοτώσουμε τους μισούς και το κανε αλλά δεν άλλαξε τον κόσμο, ο οποίος παραμένει ίδιος, από τότε που ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο.

Τα λεφτά σου λύνουν τα χέρια, ένας φόνος, κι ένα μυστικό που το ξέραμε μόνον εγώ και ο Χρήστος, η Κίρκη δε γνώριζε τίποτε απ όλα αυτά, μια αθώα ύπαρξη που έλεγε εμένα ανασφαλή, ντύθηκε τα καλά της και με περίμενε στην είσοδο του Χίλτον, η αστυνομία έψαχνε τον στυγνό δολοφόνο ενός αθώου γέρου, οι εφημερίδες σάρωναν το γεγονός, οι άνθρωποι μιλούσαν στα καφενεία, πολλοί έλεγαν καλά που έπαθε ο πουστόγερος κι εγώ κρυμμένος πίσω από μια μάσκα παλιανθρωπιάς απολάμβανα τα χρήματα.
Καθίσαμε στο εστιατόριο, είχα φορέσει ένα λευκό παπιγιόν σε ολόμαυρο πουκάμισο, είχα ντύσει και την Κίρκη στα μπλέ, μια απαίσια μουσική κύκλωνε τον κόσμο μου, απαλή, φιλική, ένας Μπομπ Ντίλαν, έλεγε πως ο κόσμος είναι καλός αν θέλεις να τον δεις έτσι. Σηκωθήκαμε να χορέψουμε ένα εξαίσιο μπλουζ, η Κίρκη είχε δεμένα τα χέρια της πίσω από την ωραία μέση μου, τι διάολο, εικοσιπέντε χρονών ήμουνα και εκείνη είκοσι.
-Μου αρέσουν τα χέρια σου, ψιθύρισε. Θυμάσαι το μήνυμα;
-Ναι, το βράδυ να προσέχεις τα χέρια. Γιατί μου το γραψες;
-Ήθελα να σου πω πως ο κόσμος μας είναι τα χέρια μας.
Δεν ήθελα να τη μπλέξω στα δικά μου συναισθήματα για το τι είναι ο κόσμος. Αφέθηκα στην αγκαλιά της, γιατί σκέφτομαι έτσι, συλλογίστηκα, ο κόσμος είναι ότι είναι, διπρόσωπος, κρυφίνους, δεν υπάρχει τέτοια λέξη, αλλά δεν μπορούσα να βρω άλλη, εγώ ήξερα πως ο Χρήστος είχε σκοτώσει τον Νικ.
-Εγώ θ αγαπώ για πάντα αυτά χέρια, σε παντρεύομαι! Συνέχισε σε αναπάντεχο χρόνο η Κίρκη. Είσαι μόνο ένας ωραίος άντρας!
Ήθελα να πω πολλά που δε λέγονται, όλοι μεταξύ μας είμαστε αστείοι, κι εγώ κι εσύ και ο Καζαντζάκης που είδε ευτυχισμένους τους ανθρώπους πίσω από το έγκλημα και τη δυστυχία, πίσω από τη θρησκεία και κανονικά, σύμφωνα με τους νόμους αυτής της κοινωνίας έπρεπε να ήμουν στη φυλακή σαν συνεργός σε ένα ειδεχθές έγκλημα αλλά αντ αυτού απολάμβανα τα χέρια της Κίρκης στο κάτω μέρος της σάρκας μου, όμοιος με ότι κι αν ο Ρασκόλνικοφ υποψιάζεται πως κρύβετε, επτά δοκίμια για την σοβαρή μας κοινωνία, αγαπητοί συνάδελφοι της οικειότητας, αυτή η λέξη γράφεται έτσι; Τίποτα δεν ήταν όπως πριν και έπρεπε να το ομολογήσω στον εαυτό μου.
-Δεν μπορούμε να κάνουμε σοβαρή λογοτεχνία, της είπα.
-Δε θα με παντρευτείς; αγνόησε την ύπαρξη μου.
-Και βέβαια θα σε παντρευτώ, είσαι η καλύτερη γυναίκα του κόσμου! Δεν μπορώ ν αρνηθώ την πρόταση σου αλλά επιμένω πως δεν μπορούμε να κάνουμε ξανά Παπαδιαμαντική τέχνη του λόγου. Αύριο τα στέφανα και μεθαύριο πίσω από τα κάγκελα της φυλακής.
Δε βγαίνει νόημα, θέλω να πω κάτι αλλά δεν το λέω, αυτοί οι τέσσερις που στάθηκαν στη γωνία είχαν να πουν κάτι, ίσως πως ο κόσμος είναι αυτός που είναι αλλά δε χωράει σε ένα διήγημα τριών σελίδων, το πρώτο πρόσωπο με δυσκολεύει επειδή μιλάω για τον εαυτό μου και μερικά από αυτά μπορεί να είναι αλήθεια, οπότε γιατί να με πάτε φυλακή, χωρίς αιτία; Τι έφταιγα εγώ που ο Χρήστος σκότωσε τον Ντόνοβαν; Εξ άλλου χιλιάδες φόνοι έμειναν ανεξιχνίαστοι.
-Έχεις τύψεις; Με ρώτησε σε ανυποψίαστο χρόνο η Κίρκη.

Ένα ωραίο τέλος σ αυτή την ιστορία θα ήταν εγώ να παντρευτώ την Κίρκη και ο Χρήστος να έχει ξεχάσει πως σκότωσε τον Ντόνοβαν αλλά φευ, μακριά νυχτωμένοι δεν καταλάβαμε πως στη ζωή υπάρχει δίκην οφθαλμός, κάτω απ το παραθυρόφυλλο καιροφυλακτεί ο φύλακας, τι ωραίο, να ξέραμε μόνον εμείς την αλήθεια, χρόνια μετά που δεν ήμασταν άφοβοι.

Δε συναντήθηκα ποτέ με τον Χρήστο. Αόριστα, κάποτε μιλήσαμε στο τηλέφωνο και ήταν επιθετικός, ήθελε να μου πει πως δεν έπρεπε να τον γαμήσω, είχα μάθει πως ειχε παντρευτεί, είχε γεννήσει δυο παιδιά και πως αυτή η παλιά ιστορία ήταν σαν να μην έγινε ποτέ. Η δολοφονία του Ντόνοβαν παρέμεινε στα άγραφα της ζωής.

 


Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΣΓΟΥΡΟ ΤΟΥ ΣΒΕΡΚΟΥ



Η ΜΥΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Πως μυρίζουν άραγε δυο κορμιά; Όπως το σπασμένο κλαρί της ροδακινιάς ή το μασημένο χορτάρι ; Το ιδρωμένο μαύρο μια σαραντάρας και το όρθιο ξύλο ενός τριαντάρη;
Η οσμή του έρωτα μοιάζει με αυτή της όξινης βροχής. Η ξυλινότητα με τον αέρα που αποπνέει ένα κοπάδι τράγων. Η οσμή και των δυο φτιάχνει τις μνήμες των ερωτευμένων. Κανείς δε μένει ατιμώρητος, ο έρωτας είναι παντού.

Ήταν άνεργος πάλι εκείνο τον καιρό. Το πλασιεδιλίκι το είχε βαρεθεί, τις περισσότερες φορές, τον έπιανε απελπισία, μόνο που σκεφτόταν να χτυπήσει πόρτες για να πουλήσει εγκυκλοπαίδειες σε καθώς πρέπει κυρίες, να τις γεμίσει ψέματα, γιατί αλλιώς, δεν έπιανε το παραμύθι, ποιο παραμύθι, ένα παραμύθι ήταν όλη του η ζωή και να κοροϊδέψει τα παιδιά, με ψεύτικα δώρα που έταζαν οι Εκδοτικοί οίκοι, δεν του πήγαινε αλλά, αραιά και που, έκανε κανένα μεροκάματο στο ξυλουργείο του Γιάννη που ήθελε να τον κάνει ξυλουργό.
Έτσι, κατ αυτόν τον τρόπο, τριγύριζε σαν παραδομένο σκυλί στην πλατεία Εξαρχείων με πρόσκαιρους φίλους, πότε από δω και πότε από εκεί, ο δρόμος δεν είχε απόλυτη σημασία, ούτε τα πολλά απογευματινά, που δεν είχε τι να κάνει, έπαιζε κανένα μπιλιάρδο στην Ακαδημίας ή στην Μαυρομιχάλη. Τις περισσότερες φορές, έπαιζε με τον Μιχάλη, επειδή τον κέρδιζε όποιος κερδίζει δεν πληρώνει σ αυτή τη ζωή, επειδή αυτός δεν είχε λεφτά ούτε για τσιγάρα. Ο Μιχάλης ήταν οικοδόμος, γερό παιδί, με αδρά χαρακτηριστικά, ηλιοκαμένος, μαυριδερός, μέρα-νύχτα στο γιαπί, έμοιαζε ότι ήταν άνθρωπος της δουλειάς, έβγαζε λεφτά.
Ένα τέτοιο απογευματινό  έπιναν καφέ στην Ακαδημίας.
-Δεν θα παίξουμε; ρώτησε ο Μιχάλης.
-Βαριέμαι, θα μ άρεσε καλύτερα μια θάλασσα,του απάντησε.
-Α, έλα, έχω κέφι σήμερα και θα χάσεις..
-Δεν το πιστεύω, τράβηξε τα χείλια του. Πάμε σε μια θάλασσα.
-Σήκω και θα δεις! Δεν πειράζει πληρώνω εγώ, αφού δεν έχεις λεφτά. Χάσω, κερδίσω.
Ήταν εγωιστής, ο Μιχάλης, ήθελε πάντα να κερδίζει. Αυτόν δεν τον ενδιέφερε τόσο η νίκη όσο το παιχνίδι, η διασκέδαση. Μερικές φορές όμως, γινόταν το αντίθετο. Αντί να διασκεδάσει, εκνευριζόταν. Έτσι έγινε και κείνο το απόγευμα. Άρχισαν το παιχνίδι και τίποτε δεν του πήγαινε καλά. Ούτε τις εύκολες καραμπόλες δεν έβγαζε.
-Είσαι εγωιστής! του φώναξε. Θέλεις πάντα να γίνεται το δικό σου! Σου είπα, δεν έγινε η καραμπόλα.
-Έγινε, επέμενε ο Μιχάλης. Δεν είδες καλά και συνέχιζε να παίζει.
-Εγώ δεν είδα καλά! νευρίασε περισσότερο.
-Εσύ, ποιος, εγώ;
-Α, παράτα μας ρε!
-Μη μου μιλάς εμένα έτσι!
Πήγανε να έρθουν στα χέρια.
-Ωοο, τώρα! Μην μου την δίνεις στα νεύρα, θα τσακωθούμε για το μπιλιάρδο;
-Εντάξει, χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του. Πλάκα έκανα, εσύ το πήρες σοβαρά. Θα παίξεις;
Καλμάρισαν και συνέχισαν το παιχνίδι. Έχασε και ο Μιχάλης άρπαξε την ευκαιρία να του τη βγει. Σαν μικρό παιδί έκανε.
-Είδες; Είδες τι ωραία έπαιξα που λες ότι δεν ξέρω μπιλιάρδο;
-Βάζεις τώρα καμιά μπύρα λέω εγώ; παράτα μας με το μπιλιάρδο.
-Να βάλω. Που πάμε;
-Πάμε πλατεία.
Ήπιαν μερικές μπύρες- ο Μιχάλης ήταν γερό ποτήρι, οικοδόμος γαρ- άλλαξε και το δικό του κέφι.
-Θυμάσαι που είχες χάσει το στοίχημα με το τελάρο τις μπύρες; γέλασε ο Μιχάλης.
-Τέτοιο σφουγγάρι που είσαι εσύ, πώς να μη το χανα..Μα να πιεις ένα τελάρο μπύρες.
-Πολύ ήτανε;
Δεν του απάντησε, τι να του λεγε; Πως ένα τελάρο μπύρες ήτανε λίγο; Δεν του απάντησε, πολλές φορές δεν απαντούσε σε αχρείαστα πράγματα και πρόσεξε που απέναντι τους καθόταν δυο γυναίκες. Αστειεύτηκαν λιγάκι μαζί τους-όχι τίποτε σπουδαίο,-έτσι για την πλάκα τους.
-Ρε φίλε, έχω ένα παράπονο, του είπε ξαφνικά ο Μιχάλης.
-Από μένα; απόρεσε.
-Από σένα. Ξέρω ότι έχεις γνωριμίες και μια φορά δεν είπες να με πάρεις μαζί σου, να γνωρίσω κι εγώ καμιά κυρία.
Είχε πράγματι γνωριμίες, περισσότερο με κάποιες κυρίες υψηλού επιπέδου, επειδή ήταν μέλος σε έναν πολιτιστικό σύλλογο. Πήγαινε σε διάφορες εκδηλώσεις που οργάνωνε, χορούς επί το πλείστον, κάποιες διαλέξεις, λίγο θέατρο, πολύ μουσική.
-Έλα σε έναν χορό που γίνεται μεθαύριο, του είπε. Αλλά κοίταξε μη με εκθέσεις.
-Αλήθεια; ,ανοιξε τα μάτια ο Μιχάλης. Θα με πάρεις; Όχι, όχι, τι να σε εκθέσω, αφού με ξέρεις τώρα εμένα.. δε με ξέρεις;
-Σε ξέρω. Αλλά εκεί οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί απ' αυτούς που γνωρίζεις. Θέλω να προσέχεις, να είσαι ευγενικός και να μην τα ρίξεις σε όλες τις γυναίκες.
-Εσύ να προσέχεις! Τώρα τελευταία είσαι οξύθυμος! Του απάντησε.

Την βραδιά που γινόταν ο χορός, δεν είχε κέφι, δε θα πήγαινε αν δεν το είχε υποσχεθεί στον Μιχάλη. Βαριόταν, θυμόταν και το οξύθυμος που του είχε πετάξει ο φίλος του, αυτός δεν ήταν ποτέ οξύς συν θυμός, άκου λέξη που βρήκε ο οικοδόμος, συλλογίστηκε!
-Πάμε, του είπε ο Μιχάλης, μη μου το χαλάς τώρα ...
Έφτασαν κατά τις δέκα και η σάλα ήταν γεμάτη, χαιρέτησε τον πρόεδρο, έναν ευγενέστατο κύριο και τη Βίλμα τη γραμματέα του συλλόγου, τους σύστησε τον Μιχάλη ο οποίος έμοιαζε πολύ περήφανος για τον φίλο του.
-Ωραία η Βίλμα, του ψιθύρισε, σαν ο Πάτροκλος στον Αχιλλέα
-Μη βιάζεσαι, πάμε στον μπουφέ να πάρουμε κανένα μεζέ, του απάντησε.
Πήγαν στον μπουφέ, πήραν μεζέδες και κρασί, κάθισαν σε ένα τραπέζι.
-Μην πίνεις πολύ, τον συμβούλεψε. Η βραδιά είναι μεγάλη.
-Δεν πίνω, δεν πίνω, έκανε αναψοκοκκινισμένος, ο Μιχάλης. Πότε θα αρχίσει ο χορός;
-Μετά το φαγητό, του απάντησε και πήρε είδηση μια κυρία που τον έκοβε από απέναντι-τον έκοβε, τι λέξη κι αυτή, σαν μαχαίρι ήταν τα μάτια της. [Υπάρχουν μάτια, μαχαίρια.]
-Εμένα κοιτάζει; έκανε ο Μιχάλης.
Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια.
-Όχι, του είπε. Δεν κοιτάζει εσένα.
-Την ξέρεις;
-Πρώτη φορά τη βλέπω.
Ήταν μια πολύ όμορφη κυρία, γύρω στα σαράντα, λίγο πιο πριν, όχι μετά και φορούσε ένα εντυπωσιακό φόρεμα μάξι, στο χρώμα του φούξια, λαμπερό. Στο λαιμό κυμάτιζε καθώς κινούσε τον κόσμο της ένα γαλάζιο φουλάρι, δύο χρώματα που μαζί έκαναν ωραίο σμίξιμο, ενώ μάτια της έβγαζαν φωτιές, το χαμόγελό της, γέμιζε τον περίγυρο.
Ο ξυλουργός δεν είχε καμιά διάθεση, ας ήταν η ομορφότερη του κόσμου, μερικές φορές, δεν καταλάβαινε τον εαυτό του, τον έπιανε μια ανεξήγητη ανία, μια τρέλα ιερή που θα σκότωνε τον κόσμο του.
-Έλα ρε, κάνε κέφι, άκουσε τον Μιχάλη δίπλα του.
-Κοίτα τον εαυτό σου, του αποκρίθηκε και νευρίασε με τη φούξια κυρία. Δεν έλεγε να πάρει τα μαχαίρια της από πάνω του.
Σηκώθηκε, πήγε να μιλήσει λίγο με τον πρόεδρο. Πάλι εκείνη η αναίτια ανία τον πλάκωνε, πουθενά δεν ήταν καλά, μπορούσε να το βάλει στα πόδια αλλά που θα πήγαινε; Όλος ο κόσμος ήταν μια στάλα, και θα μπορούσε να τον πυροβολήσει, αλλά, ωστόσο, ο Μιχάλης έκανε μια αδέξια κίνηση, χύνοντας το κρασί του στα μπούτια μιας παρακαθήμενης κυρίας.
Το γεγονός δεν ήταν τόσο σημαντικό αλλά τα λόγια που του απηύθυνε η κυρία ήταν άκρως προσβλητικά, καλά σκέφτηκε ο ξυλουργός για τον πυροβολισμό.
-Είσαι γουρούνι! Του είπε δυνατά.
Οι άλλοι γύρω, απόρεσαν, ο Μιχάλης τα χασε για λίγο. Αντάλλαξε μαζί του μια ένοχη ματιά, δεν πειράζει, του έγνεψε αυτός, την ήξερε την κυρία. Ήταν μόνη από χρόνια και της έβγαιναν όλα στραβά. Ο Μιχάλης σε λίγο το είχε ξεχάσει, σηκώθηκε και  πλησίασε τη Βίλμα, αφού μόνο αυτή είχε γνωρίσει. Έπιασε κουβέντα μαζί της, άλλο που δεν ήθελε η Βίλμα που σαν γραμματέας του συλλόγου ήταν το παιδί για όλες τις δουλειές. Αλαφρόμυαλη, πεταχτούλα, έψαχνε τα ξύλα όλου του κόσμου, του Μιχάλη δεν θα έψαχνε ...
Μετά από λίγο όταν τους πλησίασε κι αυτός, μ΄ ένα ποτήρι στο χέρι, η Βίλμα του είπε σαν να ήταν προσχεδιασμένο.
-Α, να σου συστήσω την κυρία Μαίρη, που ωστόσο, είχε καταφτάσει.
Ήταν η κυρία με το εντυπωσιακό φούξια..
Γύρισε της έδωσε το χέρι του.
-Χαίρω πολύ! του είπε άκρως ευγενικά.
-Δεν σας γαμάω κυρία μου! της απάντησε εντελώς απροσδόκητα.
Η Μαίρη έμεινε κεραυνόπληκτη, χλόμιασε, άφησε το χέρι του και εξαφανίστηκε, είχε πει τόσο δυνατά , το δεν σας γαμάω κυρία μου, που σχεδόν το άκουσε όλη η σάλα, ακόμα και ο πρόεδρος το άκουσε και ήρθε κοντά του απορημένος.
-Δεν το περίμενα από σένα. Η κυρία Μαίρη, είναι εκλεκτός άνθρωπος. Γιατί το έκανες αυτό; του είπε κι έφυγε μουτρωμένος.
-Εμένα έλεγες να είμαι ευγενικός, άκουσε δίπλα τον Μιχάλη. Κοίτα τι έκανες τώρα..τώρα θα σε διαγράψουν από τον σύλλογο.
-Ναι, καλέ, γιατί είπες τέτοιο πράμα; χαζογέλασε και η Βίλμα.
Ο ίδιος δε θέλησε να δώσει μεγαλύτερη σημασία, δεν υπάρχουν εκλεκτοί άνθρωποι, σκέφτηκε, άλλαξε κουβέντα, μπερδεύτηκαν με άλλες παρέες, το γεγονός όμως είχε πάρει διαστάσεις. Σε λίγο το γνώριζε όλη η χοροεσπερίδα. Σχεδόν τον έδειχναν με το χέρι.
Πάρ' όλα αυτά στην συνέχεια, πέρασαν πολύ ωραία, ο Μιχάλης κόλλησε σα στρείδι για τα καλά με τη Βίλμα, χόρεψαν, ήπιαν , ευχαριστήθηκαν, χόρεψε κι αυτός μαζί τους, χόρεψε και μόνος του, ζεϊμπέκικο, τον χορό των αρκούδων και
κάποια στιγμή, γύρω στις πέντε το πρωί, αποφάσισαν να φύγουν.
Είχαν απομείνει σχεδόν τελευταίοι.
-Γιατί να φύγουμε; είπε τρεκλίζοντας ο Μιχάλης. Ωραία δεν είναι εδώ; κι αγκάλιαζε τη Βίλμα.
-Ρε, πάμε να φύγουμε τώρα, του είπε γελώντας παραπατώντας κι αυτός.

Το πρωί που ξύπνησε, μετάνιωσε για όσα είχε κάνει το βράδυ, όχι ακριβώς αλλά δεν ήξερε γιατί το είχε κάνει."Να σου πω εγώ γιατί το έκανες" του απάντησε ο εαυτός του. "Είσαι υπερόπτης, εγωίσταρος, γι' αυτό το έκανες. Καβάλησες το καλάμι! Δεν ξέρεις πως καμιά ομορφιά δεν υπάρχει σ αυτόν τον κόσμο"
Δεν ήθελε να το παραδεχτεί και προσπάθησε να δικαιολογήσει τον εαυτό του. Μα τι είμαι εγώ; Λουκούμι για τις ορέξεις της καθεμιάς; Βαρέθηκα να με κοιτάνε σαν ξερολούκουμο όλες οι πατσαβούρες.."Αυτή δεν ήταν πατσαβούρα και το ξέρεις" αντιστάθηκε το μέσα του.
Κούνησε το κεφάλι του, κοίταξε για λίγο το άπειρο κι ύστερα ετοιμάστηκε βιαστικά να πάει για δουλειά, είχε υποσχεθεί στον Γιάννη τον μαραγκό, ότι θα πήγαινε να τον βοηθήσει στην δουλειά του. Μεροκάματο δηλαδή αλλά ταυτόχρονα μάθαινε και την τέχνη.
Το μαγαζί του ήταν ένα υπόγειο, γεμάτο πριονίδια, κάπου στου Γκύζη. Πήγαινε αρκετές φορές και δούλευε με τον Γιάννη που είχε βαλθεί να τον κάνει ξυλουργό, αυτός ήταν ξυλουργός πριν γεννηθεί.
-Ξυλουργός ή μαραγκός είναι το σωστό; τον ρωτούσε συχνά.
-Το ίδιο είναι, μάθε εσύ την δουλειά και δεν θα μετανιώσεις.
Στην αρχή δεν του άρεσε, αυτός ήθελε να ξυλεύει στο δάσος αλλά μετά είχε συνηθίσει. Του είχε δώσει και κλειδί ο Γιάννης. "Πάρτο, να έρχεσαι όποτε θέλεις να πριονίζεις" του είχε πει.
Έφτασε πριν από τον Γιάννη, που είχε μεγαλώσει και δεν μπορούσε πια. Έφτιαξε καφέ, κάθισε στο παλιό γραφείο να κάνει πρώτα ένα τσιγάρο και μετά ν αρχίσει δουλειά. Σκεφτόταν πάλι την εντυπωσιακή κυρία με το φούξια και το ανόητο φέρσιμό του.
Δεν είχε προλάβει να το καλοσκεφτεί όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν αυτή.
-Εσύ είσαι λοιπόν! έκανε η Μαίρη
-Εγώ είμαι, είπε απρόβλεπτος.
-Εσύ, λοιπόν δε με τιμάς;
-Πως μιλάτε έτσι!
-Ωραίος είσαι εσύ! Μπράβο! τώρα μου κάνεις και μαθήματα ευγένειας!
Και μετά από λίγη σιωπή.
-Πες μου που είσαι τώρα! είπε με πείσμα. Πες μου που είσαι να έρθω εκεί και να δούμε αν δε με τιμάς!
-Παπαφλέσσα δεκατέσσερα, της απάντησε με ευστροφία. Στου Γκύζη. Και της έκλεισε το τηλέφωνο περισσότερο απορημένος τώρα με τα λεγόμενα της.
Σηκώθηκε και περπάτησε πέρα-δώθε προβληματισμένος." Άϊ στο διάολο" σκέφτηκε. "Σιγά μην έρθει"
Καταπιάστηκε με την δουλειά του, να ξεχαστεί. Άρχισε να τρίβει την πόρτα και τα παράθυρα που ήταν να παραδώσουν σήμερα. Σε λίγο κατέφτασε και ο Γιάννης, δούλεψαν με ρυθμό να τελειώσουν ή δουλειά ήταν επείγουσα.
 Η Μαίρη όμως ήλθε πράγματι. Πάρκαρε μια κόκκινη, σπορ Μερσεντές-τελευταίο μοντέλο, μπροστά στο μαγαζί και κατέβηκε τα λίγα σκαλιά κοιτάζοντας ερευνητικά το χώρο.
Του Γιάννη του έφυγαν τα σκαρπέλα από τα χέρια. Άσπρισαν τα χέρια του, ίδρωσε το παλιό κορμί.
-Τι θέλετε ...πήγε να πει.
Αλλά, ωστόσο η Μαίρη τον είχε δει. Του χαμογέλασε προκλητικά, αινιγματικά.
-Θα τον πιούμε εδώ τον καφέ; τον ρώτησε με νόημα, αγνοόντας το γελαδίσιο υπόστρωμα του Γιάννη.
-Όχι, απάντησε βιαστικά. Γιάννη θα γυρίσω αργότερα.
Αλλά δε γύρισε. Όχι αργότερα, ούτε σε δύο βδομάδες. Τον συνεπήρε η περιπέτεια μαζί της, τον πήρε μαζί της η ζωή που είναι απρόβλεπτη. Όταν βγήκαν από το ξυλουργείο, πήγαν πρώτα από το σπίτι του να αλλάξει ρούχα κι ύστερα για καφέ στην Γλυφάδα, ξέχασαν γρήγορα το γεγονός της προηγούμενης νύχτας κι έγιναν εραστές. Η Μαίρη ήταν μεγαλύτερη του κατά δεκα χρόνια αλλά αυτός-πράγμα περίεργο- την έβλεπε μικρότερη του.
-Πως γίνεται αυτό; γέλασε απορημένη.
-Δεν ξέρω, της απάντησε. Εσένα δεν σου έχει τύχει να βλέπεις ορισμένους μεγαλύτερους σου, σαν μικρότερους;
-Ναι, έχεις δίκιο, συμφώνησε. Μου έχει συμβεί μερικές φορές.
Έμειναν μαζί όλη μέρα. Έφαγαν σε ένα ακριβό εστιατόριο κι ύστερα πήγαν στο σπίτι της. Μια πολυτελέστατη βίλα την Άνω Γλυφάδα. Η Μαίρη έμοιαζε πολύ πλούσια.
-Είμαι πλούσια, του είπε απερίφραστα. Αλλά δε θέλω να σε χάσω.
-Πόσο πλούσια; έκανε αυτός σκεφτικά. [Θα με χάσεις υπόθαλπε το μέσα του]
-Πολύ, θα σου εξηγήσω άλλη φορά.
Ήταν χωρισμένη και είχε μια κόρη που σπούδαζε στην Αγγλία, γιατί του λεγε αυτά; αυτός στην αρχή, ένιωθε άβολα μέσα στην βίλα, πρώτη φορά έμπαινε σε τέτοιο σπίτι. Όσο ήταν έξω, είχε την υπεροχή.
-Θα συνηθίσεις, του είπε και τον φίλησε για πρώτη φορά. Ο κόσμος είναι μια ωραία εικόνα.
Άρχισαν τα χάδια στον καναπέ, προτού γδυθούν εντελώς του πήρε ένα ωραίο καπνό, πως καπνίζουμε μια πίπα;, ψιλοδύσκολη λέξη και, παρ ότι δεν του άρεσε και τόσο ο στοματικός έρωτας, μαζί της ένιωσε αλλιώτικα.
Ύστερα, πήγαν στην στριφογυριστή κρεβατοκάμαρα, αγκαλιάστηκαν πολλές φορές, η Μαίρη έμοιαζε αχόρταγη αλλά κι αυτός δεν πήγαινε πίσω, μέχρι το απόγευμα και το βράδυ, μετά το φαγητό, πάλι τα ίδια. Έρωτας, έρωτας, έρωτας..
-Με πονάει το μυαλό μου, του παραπονέθηκε τάχα κάποια στιγμή.
-Εμένα το ξύλο μου μούλιασε, της ψιθύρισε στο αφτί, ενώ χάιδευε το μαύρο της. Μαύρο, περιποιημένο, μεγάλο, ο έρωτας είναι ανυπόστατο κάποιες στιγμές.
-Όλα είναι υπέροχα μαζί σου, του απάντησε αυτή και κοιμήθηκαν αγκαλιά.
Το πρωί που ξύπνησαν κι έπιναν καφέ  στη βεράντα, θυμήθηκε τον Γιάννη και σκυθρώπιασε.
-Τι έπαθες; τον ρώτησε
-Τίποτε, την απέφυγε.
-Έχω μια ιδέα, του είπε. Τι θα κάνεις τα Χριστούγεννα;
Πλησίαζαν Χριστούγεννα και δεν είχε σκεφτεί απολύτως τίποτα για το πώς θα πέρναγε.
-Δεν έχω κάτι συγκεκριμένο, της είπε.
-Πάμε κάπου;
-Που; Δεν έχω λεφτά..
-Ας τα λεφτά, έχω εγώ, μη σε νοιάζει. Πάμε Μονεμβασιά;
-Γιατί Μονεμβασιά;
-Έχεις πάει;
-Όχι.
-Έχω ένα ξενοδοχείο εκεί.

Η Μονεμβασιά είναι ένας βράχος μέσα στη θάλασσα, ο Χειμώνας άγριος, μπάτσιζε με ριπές το σκούρο μπλε καθώς ταξίδευαν. Ανοιχτά στο πέλαγος μια μαύρη καταιγίδα, σάρωνε την μελαγχολία των ανθρώπων που έμεναν εκεί. Αυτοί γνώριζαν το καλό και το κακό της. Όσοι είχαν πάει για διακοπές, όπως αυτός, λίγο τους ένοιαζε. Χαίρονταν την άγρια ομορφιά που σκόρπισε απλόχερα η φύση σ' αυτή την άκρη του κόσμου.
-Σου αρέσει; τον ρώτησε η Μαίρη καθισμένη αναπαυτικά στη σαιζ-λογκ.
-Φανταστικά, κούνησε το κεφάλι του, αυτός ένας αρνητής.
-Άρα ήταν ωραία η ιδέα μου.
-Ναι, πολύ ωραία. Αυτή μια ιδεολογική ταυτότητα του καλού κόσμου.
Την κοίταζε και δεν πίστευε πως ήταν μαζί της, πιο ωραίο άνθρωπο δεν είχε γνωρίσει. Απλόχερη, απλή, απέριττη. Αυθόρμητη, ζούσε αυτό που ζούσε, έκανε αυτό που ήθελε. Κι άλλοι είχαν τα λεφτά αλλά δεν ήταν έτσι.
-Σε λατρεύω, της είπε κοιτάζοντας την στα μάτια.
-Εγώ σε λατρεύω πιο πολύ! παιχνίδισε.
Στα σεξουαλικά της ένστικτα όμως, συνήθως τα βράδια που ξάπλωναν, ήταν διαφορετική. Παθιαζόταν, άλλαζε χαρακτήρα, γινόταν εταίρα, λευτέρωνε το κορμί και το σώμα της,να ξεφύγει από το αδυσώπητο κυνηγητό της ύπαρξης.
Όμως και τα δικά του σεξουαλικά ένστικτα είχαν απογειωθεί. Μερικές φορές γινόταν όλο και πιο βίαιος μαζί της. Μόνο που δεν την χαστούκιζε. Κάποιες μπάτσες όμως στα βουνά, όταν της φιλούσε το σατανικό της, ήταν στη νυχτερινή διάταξη. Η Μαίρη τότε ούρλιαζε και περίμενε πως κι πώς να της πάρει το σκαλπ.
Σκέφτηκε εκείνες τις μέρες την ζωώδικη φύση του έρωτα. Απ΄την μια πλευρά του φαινόταν βρώμικη και δικαίωνε μερικούς που την έκρυβαν επιμελώς. Απ' την άλλη όμως σκέφτηκε, πως δεν την έκρυβαν επειδή έπρεπε αλλά επειδή την φοβούνταν. Φοβούνταν ακόμα και να μιλήσουν γι αυτά που έκαναν και που ένιωθαν στο κρεβάτι. Αυτός θεωρούσε απίστευτο το, άλλα να λένε κι άλλα να κάνουν. Αίφνης, στις περισσότερες συζητήσεις, εμφάνιζαν μόνο την ωραία πλευρά του έρωτα, ποτέ την μυστηριώδη βρωμιά, την ιδρωμένη μυρωδιά δυο ή κι άλλων κορμιών που κυλούσαν ανάμεσα στο πουθενά και στο μηδέν.

Πέρασαν τα Χριστούγεννα και τις μέρες, ενδιάμεσα από την Πρωτοχρονιά, έκαναν μερικές μακρινές βόλτες με την Μερσεντές στα γύρω περίχωρα. Τα βράδια χαρτόπαιζαν στην λέσχη του ξενοδοχείου και σα να βαρέθηκε λίγο. Όχι την Μαίρη αλλά το όλο σκηνικό. Τι θα έκανε; Θα ζούσε ή θα πέθαινε στο βράχο της Μονεμβασιάς;
Το πρωί του Σαββάτου- η πρωτοχρονιά ήταν τη Δευτέρα- ξύπνησε νωρίς. Κατέβηκε από το ξενοδοχείο, πήγε στην μικρή πλατεία, ήπιε καφέ κι αγόρασε ένα λουλούδι, ένα τριαντάφυλλο για να της το προσφέρει. Κάτι είχε εκείνο το πρωινό, κι έκανε λες και τον κυνηγούσαν. Ανέβηκε το φιδωτό μονοπάτι μέχρι την κορυφή του βράχου, έμεινε δυο λεπτά εκεί-όχι παραπάνω- κι ύστερα γύρισε λαχανιασμένος στο καφενείο, κρατώντας πάντα το τριαντάφυλλο στα χέρια. Την βρήκε να τον περιμένει ήσυχη, μοναδική.
-Που ήσουν; ανησύχησα.
-Πάνω στον βράχο, της είπε ξελαχανιάζοντας και της πρόσφερε το τριαντάφυλλο.
-Σ' ευχαριστώ. Σου πήρα κι εγώ ένα δώρο και του έδωσε  ένα μικρό πακέτο. Άνοιξέ το.
Το άνοιξε βιαστικά κοιτάζοντας την. Είδε ένα παλιό μενταγιόν, μια δραχμή από την εποχή του Καποδίστρια. Έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Η Μαίρη του το κλεισε, αν και δε χρειαζόταν, αυτή παράγραφος είναι υποτονική υποδηλώνει το πίσω των ηρώων.
-Μα αυτό πρέπει να είναι πολύ ακριβό! έκανε.
-Όπως εσύ! του απάντησε. Πίνουμε ένα ποτό;  χαμογέλασε.
-Πίνουμε, της είπε και ξέφυγε από το κυνηγητό της ύπαρξης.
Παράγγειλαν. Ήρθαν τα ποτά, τσούγκρισαν ευτυχισμένοι.
-Θέλεις να φύγουμε από δω; τον ρώτησε.
-Που το κατάλαβες; Που να πάμε; Εγώ όπου να πάω με κυνηγάνε.
-Το κατάλαβα. Που θέλεις να πάμε;
-Είναι μακριά, δεν προλαβαίνουμε να πάμε τώρα εκεί που σκέφτομαι. Δεν προλαβαίνουμε την Πρωτοχρονιά.
-Πες το εσύ και βλέπουμε.
-Ήθελα να πάμε στο χωριό μου.
-Που είναι; Δεν μου είπες από πού είσαι ...Νόμιζα ότι είσαι Αθηναίος.
-Όχι, είμαι από ένα χωριό της Ηπείρου. Ένα μικρό χωριό που έχει ακόμα χωματόδρομο. Αν και δεν έχει σημασία από πού είσαι. [Ποιο είναι το δράμα της καταγωγής;]
-Πλατεία έχει; ρώτησε σκεφτική.
-Όλος ο κόσμος μια πλατεία είναι. Έχει. Κι αυτή χαλικόστρωτη. Είναι η μητέρα μου εκεί, είπε νοσταλγικά.
Η Μαίρη σηκώθηκε αποφασιστικά.
-Πάμε, του είπε.
-Που να πάμε; απόρεσε.
-Πάμε και θα δεις.
Πήγαν στο ξενοδοχείο. Η Μαίρη άρχισε τα τηλέφωνα αυτός την παρακολουθούσε με κάποια έκπληξη.
-Όχι στις δυόμισι, δύο ή ώρα να είσαι εδώ με το ελικόπτερο..εντάξει..Βάλτερ; Δυο η ώρα σε περιμένω στην Μονεμβασιά. Ολοκλήρωσε την κουβέντα της κι έκλεισε την γραμμή.
-Έχεις ανέβει σε ελικόπτερο; τον ρώτησε γλυκά.
-Μια φορά, φαντάρος. Το ελικόπτερο είναι σαν το φίδι, ήμουν στις καταδρομές. Μιλάς αλήθεια τώρα;
-Ε, τι ψέματα; Δεν είπες ότι θέλεις να δεις την μητέρα σου; Να κάνουμε πρωτοχρονιά μαζί της; -
-Όμορφος κόσμος αψεγάδιαστα φτιαγμένος. Δεν το πιστεύω! Έχεις και ελικόπτερο;
- Δεν είναι δικό μου. Το νοικιάζω όμως από την αερολέσχη Αθηνών. Άμα θέλεις μπορείς να νοικιάσεις και συ. Ας ετοιμαστούμε, πρέπει να κατέβουμε στη Νέα Μονεμβασιά.
Το ελικόπτερο πήγε πράγματι στις δύο, ανέβηκαν και σε μισή ώρα πετούσαν πάνω από το χωριό του. Προσγειώθηκαν στην πλατεία γεμίζοντας σκόνες και σούφαρα τον κόσμο που είχε βγει έξω από τα σπίτια. Πρώτη φορά προσγειωνόταν ελικόπτερο εκεί. Ανάμεσα από τις σκόνες, ξεχώρισε την μάνα του κι έτρεξε στην αγκαλιά της ενώ η Μαίρη αποχαιρετούσε τον Βάλτερ τον Γερμανό πιλότο. Μάνα και γιος έμεναν ακόμα αγκαλιασμένοι μέχρι να φτάσει κοντά τους.
-Μητέρα, η Μαίρη, είπε αυτός.
-Για σας, τι κάνετε; είπε δίνοντας το χέρι της.
-Γεια σου παιδί μου, τάχασε η γυναικούλα με την εντυπωσιακή εμφάνιση της. Ελάτε, ελάτε παιδιά μου. Τρέχω να ετοιμάσω το σπίτι.
Κι έφυγε όσο γρήγορα μπορούσε. Οι δυο τους ακολούθησαν γελώντας.
-Έπαθε την πλάκα της η μητέρα σου, είπε η Μαίρη.
-Είναι να μην την πάθει; Εδώ πας να τρελάνεις εμένα..
-Δεν παθαίνεις τίποτε εσύ. Ωραίο είναι το χωριό σου, κοίταξε ένα γύρω. Εδώ μεγάλωσες ε;
-Ναι, μέχρι τα δεκαπέντε μου χρόνια.

Έμειναν τρεις μέρες εκεί και τους άρεσε. Ελάχιστος κόσμος, ησυχία. Η μητέρα τους περιποιήθηκε σαν βασιλόπουλα. Ήταν θαυμάσια μαγείρισσα και την βοηθούσε και η Μαίρη. Η μητέρα του όλο εύρισκε ευκαιρίες και του ψιθύριζε: "Τούτη να πάρεις παιδάκι μου. Τούτη. Άκου την μάνα σου, φαίνεται είναι καλή." Αυτός γελούσε και δεν της απαντούσε. Τι να της έλεγε; Ότι την γνώριζε μόλις δεκαπέντε μέρες; Ότι τους χώριζαν τα πλούτη; κι όλα αυτά που είχε δει σε παλιές Ελληνικές ταινίες;
Μέσα του όμως είχε αρχίσει να καλλιεργεί την ιδέα πως κάτι έπρεπε να πάρει από την Μαίρη. Σίγουρα αυτό δεν θα ήταν ο γάμος. Αλλά γιατί όχι; Αναρωτιόταν πολλές φορές και τον έτσουζε η ιδέα.
Επέστρεψαν στην Αθήνα με νοικιασμένο αυτοκίνητο και χώρισαν για πρώτη φορά από τότε που γνωριστηκαν, με νοικιασμένη αγάπη.
-Τι θα κάνεις; τον ρώτησε η Μαίρη.
-Θα πάω για δουλειά στο ξυλουργείο, τι άλλο; της είπε.
-Καλά, χαμογέλασε και τον φίλησε. Πήγαινε εκεί τώρα και τα λέμε αργότερα.
-Καλύτερα αύριο, της είπε. Θέλω να μείνω λίγο μόνος.
-Όπως θέλεις.

Ήταν μεσημέρι όταν είχαν φτάσει. Πήγε στο σπίτι του, ταχτοποίησε τα ρούχα του, έβγαλε το ωραίο κουστούμι που του είχε αγοράσει η Μαίρη στην Μονεμβασιά. "Δεν μπορείς να κυκλοφορείς συνέχεια με το ίδιο τζιν"του είχε πει."Να πάρουμε μερικά ρούχα να έχεις να φοράς τις μέρες που θα μείνουμε εδώ."  Και του αγόρασε μια ντουζίνα. Μέχρι κάλτσες εσώρουχα, τα πάντα. Τελικά, ήταν ένα μυστήριο αυτή η Μαίρη. Πως διάολο έγιναν έτσι τα πράγματα, ούτε που το καταλάβαινε. Σκεφτόταν όμως πως θα τελείωνε. Θα τελείωνε γρήγορα, όπως γρήγορα τελειώνουν όλα τα ωραία, όλα τα όνειρα.
Ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Ήθελε να κοιμηθεί και να ξυπνήσει για να δει αν ήταν αληθινά όλα όσα είχε ζήσει τις τελευταίες μέρες.Ευτυχώς ή δυστυχώς, όταν ξύπνησε, αργά το απόγευμα, όλα ήταν όπως  πριν κοιμηθεί. Και η Μαίρη υπήρχε και αυτός που ήταν ένας άτυχος που είχε πέσει στο δρόμο της.
Έτσι είπε στον Μιχάλη όταν του τα διηγήθηκε μέσες -άκρες στο μπιλιαρδάδικο που συναντήθηκαν λίγο μετά.
Ο Μιχάλης τον κοίταζε με αλλήθωρο μάτι.
-Και είσαι άτυχος εσύ που έπεσες στον δρόμο της..τόνισε μια-μια τις λέξεις. Δεν ξέρεις τι λες μου φαίνεται!
Δεν ήθελε να του πει περισσότερα. Ο καθένας έχει την γνώμη του για όλα αλλά αυτό το θέμα ήταν εντελώς προσωπικό.
Έφυγε από τη λέσχη, δεν είχε όρεξη να παίξει, ήθελε να σκεφτεί. Ανέβηκε στον Λυκαβηττό με το τηλεφερίκ. Κάθισε στην καφετέρια να πιει έναν καφέ, σκόρπιος. Κοίταζε την Αθήνα με απλανές βλέμμα και προσπαθούσε να βάλει σε μια τάξη τα συναισθήματα του. Στην αρχή, του είχε φανεί σαν παιχνίδι, μάλιστα είχε νομίσει πως βρήκε την κότα με τα χρυσά αυγά, αυτή που θα του έλυνε όλα τα προβλήματα. Και προπάντων το οικονομικό. Έκανε όνειρα να ζήσει σαν μαχαραγιάς, πια. Μόνο αυτό είχε στο μυαλό του: πώς να ξεφύγει από την καταραμένη φτώχεια. Και η Μαίρη φαινόταν πως ήταν το κλειδί στην όλη υπόθεση. Πόσα λεφτά να είχε; Αυτός που δεν είχε ποτέ  πολλά,  ήταν αδύνατο να φανταστεί, τα ασύλληπτα ποσά των δισεκατομμυριούχων
Σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να την αφήσει να τον ερωτευθεί. Κανονικά η ιστορία έπρεπε να τελειώσει με την επιστροφή τους, να μείνει μια ωραία περιπέτεια, τίποτε άλλο. Δεν έκανε αυτός για τέτοια πράγματα. Εξ άλλου, δεν την αγαπούσε, δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της. Άρα καλύτερα ήταν να την αφήσει προτού τα πράγματα φτάσουν αλλού.
Την πήρε τηλέφωνο αποφασισμένος να της τα πει.
-Έρχομαι, που είσαι; στον Λυκαβηττό; Σε δέκα λεπτά είμαι εκεί. Σε λατρεύω! τον πρόλαβε
-Περίμενε ...πήγε να πει αλλά εκείνη έκλεισε. Τον άφησε μετέωρο με το ακουστικό στο αφτί. Τι της λες τώρα; Αναρωτήθηκε. Αυτός ήθελε να της πει να τελειώσουν κι εκείνη του έλεγε πως τον λατρεύει ...
Πήγε φορτωμένη χιλιάδες αγκαλιές και φιλιά. Τον έπνιξε.
-Μην κάνεις έτσι ...μας βλέπουν, της είπε.
-Ποιος μας βλέπει; Έχουμε να κρύψουμε κάτι; Αλαφιάστηκε.
Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Τα δικά του ήταν θλιμμένα. Της Μαίρης αυθόρμητα, απορημένα.
-Τι έχεις; Τον ρώτησε με αγωνία.
-Πρέπει να χωρίσουμε.
-Γιατί πρέπει; απάντησε ήρεμη. Δεν με αγαπάς;
Δεν ήξερε τι να της πει. Την έβλεπε ήρεμη αλλά μέσα της φαινόταν πολύ λυπημένη. Την έπιασε από το χέρι,"πάμε" είπε "να περπατήσουμε λίγο"
 Βγήκαν στην πλακόστρωτη πλατεία, περπάτησαν αμίλητοι. Το σκοτάδι που έπεφτε τους τύλιγε τις ψυχές.
-Λυπάμαι, της είπε. Θα σου πω την αλήθεια. Μου αρέσει να μείνουμε μέχρι εδώ. Δεν θέλω να το χαλάσουμε, με ασχήμιες που θα γίνουν αργότερα. Αυτή, είναι η μια αλήθεια. Η άλλη είναι πως στην αρχή, σε είδα μόνο για τα λεφτά σου ...
-Το ήξερα αυτό, το κατάλαβα..τώρα;
-Τώρα, δεν θέλω τίποτε από σένα.
-Ηλίθια ειλικρίνεια! τράβηξε το χέρι της.
-Ναι, ηλίθια, συναίνεσε.
-Εγώ πίστεψα πως ήσουν αλλιώς. Πως είχες ξεπεράσει, τον μικρό σου εαυτό. Τι θα κάνεις χωρίς τα λεφτά; Βέβαια δεν είναι το παν. Αφού υπάρχουν όμως, είναι ανάγκη να ζήσουμε με αυτά.
-Νομίζω πως δεν θα αντέξω, έχω μάθει διαφορετικά.
-Αυτό φοβάσαι; Και δεν αφήνεις τον εαυτό σου ελεύτερο, να ζήσει, να χαρεί; Και λυπείς κι εμένα;
-Δεν με καταλαβαίνεις. Εγώ, είμαι ένας αλήτης στην κυριολεξία. Δεν είμαι δεμένος. Στη Μονεμβασιά ένιωσα κάποιες αλυσίδες να με σφίγγουν. Μου κόπηκε ο αέρας. Όταν νιώθω έτσι, επαναστατώ. Με πιάνουν τάσεις φυγής και τότε δεν με σταματάει τίποτε.
-Θέλεις να σε παρακαλέσω; Να σε κάνω ν' αλλάξεις γνώμη;
-Μην το κάνεις αυτό!
-Μα εγώ σ' αγαπώ! Γιατί με κάνεις να πονάω;
Και τον φίλησε γεμάτη κλάματα.
Έκλαψε κι αυτός. Τα δάκρυα, τα φιλιά τους, μπερδεύτηκαν, τον έκαναν να νιώσει αμήχανα. Πρώτη φορά έκλαιγε. Απ' όταν ήταν παιδί είχε να κλάψει και του φάνηκε απίστευτο να κλαίει στην αγκαλιά μιας γυναίκας που μόλις πριν από δυο μήνες είχε γνωρίσει.
-Θα μου υποσχεθείς πως θα μείνουμε μαζί; Να ζήσουμε πρώτα κι αν έρθει ή ώρα του χωρισμού, ας γίνει, μα όχι τώρα! του είπε με αναφιλητά.
Δεν ντρεπόταν να γίνει γυναικούλα μπροστά του, ένιωθε πως θα κοπεί η ζωή της αν τον έχανε. Αυτό, του λύγισε τα πόδια.
-Εντάξει, της είπε.
Και κατηφόρισαν απ τον λόφο του Λυκαβηττού. Γλίστρησαν στα σκιερά μονοπάτια μιας άγνωρης αιτίας, που ενώνει ή χωρίζει τους ανθρώπους.

 

        ΤΕΛΟΣ


Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΓΙΑ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ.



Ένα διήγημα που έγραψα πριν πολλά χρόνια και μου μοιάζει λιγότερο σημαντικό από άλλα. Το δημοσιεύω επειδή μου θυμίζει εκείνο τον εαυτό μου που προσπαθούσε να μπει στις ρίζες της λογοτεχνίας.

ΓΙΑ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ.

 

Υπηρετούσα τότε στην Αγία Παρασκευή, στους πεζοναύτες. Καλοκαίρι του ΄90 και οι συνθήκες ήταν μαύρες και άραχλες. Σκοπιά, αγγαρεία, πορείες βραδινές και ημερήσιες, όπλα, διαταγές κι έξοδο τρείς- μία. Όποτε έπεφτε Σαββατοκύριακο, έπαιρνα διανυκτέρευση, έφευγα Σάββατο μεσημέρι και επέστρεφα Δευτέρα πρωί. Μόλις έβγαινα από την πύλη, γινόμουν άλλος άνθρωπος, λες και ανάσαινα διαφορετικά κι ο αέρας μύριζε ελευθερία. Ελευθερία και άπλα. Κατηφόριζα στην πλατεία, συνήθως με συναδέλφους, σαν ξέστρωτα μουλάρια. Λέγαμε αστεία, πειράζαμε καμιά γυναίκα, παίρναμε το αστικό για το κέντρο.
-Κερπέραγια, για που είσαι σήμερα; με ρώτησε ο Νικόλας Μπαγιακόπουλος. Φτωχό παιδί, όπως κι εγώ, κάναμε που και που παρέα. Νικόλας αυτός, Νίκος εγώ, ταιριάζαμε.
-Πάω για δουλειά, ξέρεις, είπα.
-Που, στα μπουζούκια;
-Εκεί, τι να κάνω; πρέπει να βγάλω τα τσιγάρα, τους καφέδες, τις καπότες..
-Παίρνεις και καπότες;
-Πηδάω κανέναν φράχτη καμιά φορά, απάντησα στο ύφος του.
-Ξέρεις, μου είπε σοβαρά, συνωμοτικά, όταν είχαμε μπει στο λεωφορείο, εγώ αγόρασα μια φορά βερεσέ καπότες.
-Έλα, ρε! γέλασα
-Μη γελάς, δεν είχα ούτε ένα εικοσάρικο και η γυναίκα περίμενε δίπλα να την πάω στο ξενοδοχείο.
-Για το ξενοδοχείο είχες; τον έκοψα γελώντας περισσότερο
-...ο περίπτερμαν με κοίταξε με συμπόνια. Μου έδωσε τις καπότες και δεν είπε τίποτε, συνέχισε απτόητος.
-Τυχερός ήσουν, έπεσες σε καλό άνθρωπο. Τι θα έκανες αν δε σου τις έδινε;
-Δεν ήξερα τι να κάμω, να γελάσω ή να κλάψω με τη φτώχεια μου. Μόνον εγώ θα έχω αγοράσει βερεσέ καπότες.

Με την κουβέντα φτάσαμε στα Ιλίσια. Κατέβηκα αφού χαιρετηθήκαμε, λέγοντας πως θα τα πούμε τη Δευτέρα. Εκεί, είχα έναν αδερφό, τον Ηλία, που με φιλοξενούσε σε αυτές τις εξόδους.
Βιαστικά έφτασα στο σπίτι. Έφαγα, κοιμήθηκα λίγο και κατά τις πέντε πήρα το αστικό για τη Βάρη, στα μπουζουκομάγαζα. Έξι η ώρα έπιανα δουλειά.

Αυτές τις παλιοδουλειές, τις βαριόμουνα. Πρώτα την αγγαρεία, ύστερα το στρώσιμο των τραπεζιών, για να είναι η τεράστια σάλα, να υποδεχτούμε τους πελάτες. Κουρασμένος από τις σκοπιές, τις πορείες, το καψόνι, τις διαταγές, μέσα στο στρατόπεδο, συνήθως, δεν είχα και πολύ διάθεση να σερβίρω τους μπουρζουάδες. Αυτοί να πίνουν, να διασκεδάζουν, να χορεύουν με τις ωραίες γυναίκες κι εγώ να τους βάζω ποτό να πίνουν! Όπως και να το κάνεις ήταν μειονεκτικό για μένα αλλά τι να έκανα;Στην ανάγκη και οι θεοί πείθονται. Όταν όμως άρχιζε η μεγάλη ανακατωσούρα, τα ζειμπέικικα, τα τσιφτετέλια και ο λουλουδοπόλεμος, πήγαινα πίσω απ την κουζίνα, σε μια καβάντζα και κατέβαζα μερικά Ντιπλ με παγάκια. Με έψαχνε τις περισσότερες φορές, ο σεφ, ένας στριφνός Καλαματιανός. Μόλις συναντιόνταν τα μάτια μας, μου έλεγε πάντα την ίδια φράση: Το άλλο Σάββατο να μην έρθεις για δουλειά. Αλλά κάθε πρωί το ξεχνούσε. "Το άλλο Σάββατο όλοι εδώ,» έλεγε αποφεύγοντας να με κοιτάξει που γελούσα ειρωνικά. Έτσι, συνέχιζα πάντα το ίδιο βιολί.
Εκείνο το βράδυ πήγα στην καβάντζα για λίγο. Ρούφηξα ένα ντίπλ και ξαναβγήκα αμέσως στη σάλα να χαζέψω το θέαμα. Χαμός. Στο μαγαζί, δούλευαν κάποιες μικροφίρμες, τραγουδιστές του μεροκάματου. Σκυλάδικο δηλαδή. Παρ όλα αυτά αν εμείς τα γκαρσόνια παίρναμε ένα πεντοχίλιαρο, εκείνοι άρμεγαν πενήντα κι εκατό χιλιάδες τη βραδιά.. έτσι είναι η ξευτίλα άλλο ένα μικρόφωνο στο χέρι κι ας γκαρίζεις κι άλλο γκαρσονάκι που μαζεύει τα πιάτα. Δεν τους πήγαινα ούτε αυτούς ούτε τη μπουρζουαζία που έσπαγε πιάτα και πέταγε λουλούδια.
Το βράδυ, δε θα είχε κανένα ενδιαφέρον αν δεν εύρισκα εκείνο το ρολόι. Ένα χρυσό ρολόι πεταμένο ανάμεσα στα λουλούδια. Το πρωί, γύρω στις έξι που σκουπίζαμε τη σάλα, μόλις το αντίκρισα ανάμεσα στις γαρδένιες, κατευθείαν το καπάκωσα. Ψιλοαλαφιάστηκα αλλά δεν το δειξα. Χωρίς να με πάρει χαμπάρι κανένας, πήγα και το κρυψα στην καβάντζα.
Συνήθως μετά το τέλος της δουλειάς, όλο το προσωπικό, τρώγαμε παρέα. Έτσι και σήμερα. Καθώς τρώγαμε, επέστρεψε ένας κοιλαράς, πελάτης και μιλούσε με το αφεντικό. Εγώ κατάλαβα αλλά τσιμούχα. Σε λίγο ήρθαν στο τραπέζι μας. Ο κοιλαράς ήταν μεθυσμένος του κερατά- ίσα που στεκόταν στα πόδια του.

-Παιδιά, είπε το αφεντικό. Ο κύριος λέει πως έχασε το χρυσό ρολόι του εδώ. Μήπως βρήκατε κάτι;
Κανείς δε μίλησε.
-Ξέρω πως ότι βρίσκετε στο μαγαζί το παραδίνετε στη διεύθυνση όπως έχει γίνει πολλές φορές. Λοιπόν;
Εμείς κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, γνέφοντας όχι. Να ψάξουμε στα σκουπίδια, είπε ο σεφ κι αρχίσαμε όλοι μαζί, ψάξαμε παντού. Τίποτα.
-Κάπου αλλού θα το ξεχάσατε, για θυμηθείτε καλύτερα; μίλησε το αφεντικό. Εδω, αν υπήρχε θα το είχαμε βρει.
-Λέτε... έκανε τρεκλίζοντας ο μεθυσμένος κοιλαράς. Έξ άλλου..χικ, εγώ έχω λεφτά..χαχα, θα τα βάλω στον κωλο σας ... θα πάρω άλλο.. στον κωλο σας ...γεια σας! Χαχαχαχα! Κι έφυγε τρεκλίζοντας σα μεθυσμένο γαϊδούρι.
Εγώ κοίταξα κάποια στιγμή με ύποπτο βλέμμα κάποιον συνάδελφο, λίγο αγαθούλη. Μήπως το βρήκες εσύ; υπονοούσα με στριφνό ύφος. Τα κάνω εγώ αυτά πολλές φορές.
Αργότερα, επιστρέφοντας με το αστικό στην Αθήνα, ήμουν τόσο κατάκοπος που με πήρε ο ύπνος κουλουριασμένο σε μια θέση άβολη, ξύλινη. Μέσα στην τσέπη μου, έσφιγγα το χρυσό ρολόι. Έκανα μια στιγμή να το βγάλω αλλά αμέσως μετάνιωσα. "Βλακεία,» σκέφτηκα. «Που ξέρεις; ο διάολος έχει πολλά ποδάρια κι ο χρόνος είναι κάτι σημαντικό, ξανασκέψου καλύτερα» και συνέχισα τον ύπνο μου, μέχρι το τέρμα στο Ζάππειο. "Τέρμα!" φώναξε ο οδηγός κι εγώ αλαφιάστηκα-πάλι ο χρόνος είχε κάποια άλλη σημασία.
 Αγουροξυπνημένος κατέβηκα με σκοτωμένα βήματα. Πήγα στη στάση των Ιλισίων, πήρα το άλλο αστικό για το σπίτι του αδερφού μου, έφτασα μετά από κανένα εικοσάλεπτο, ο τρελός χρόνος, το σπάσιμο των ρολογιών, κάποιος πίνακας του Νταλί, έρχονταν πάλι στις εμμονές μου, πάντα είχα ή με ανακάλυπταν περίεργες εμμονές αλλά αναγκαστικά κατέβηκα στην έβδομη στάση, περπάτησα μέχρι το σπίτι που ήταν διακόσια μέτρα πιο κάτω, η πιο πάνω, δεν έχει σημασία. Στην τσέπη μου το χρυσό ρολόι, έφεγγε την ώρα: εφτάμισυ το πρωί. Χρόνος ασύμφορος για τους έξυπνους ανθρώπους σαν εμένα, που γνώριζα να κλέβω απ το πολύ των ανθρώπων. Ποτέ από το λίγο.
Έφτασα στο σπίτι, ξάπλωσα και κοιμήθηκα σαν ευτυχισμένος κλέφτης και ονειρεύτηκα μια Κατερίνα που δεν την είχα γνωρίσει ποτέ.
Κατά τις δυο το μεσημέρι, με ξύπνησε ο αδερφός μου ο Ηλίας.
-Ξύπνα ρε! η ώρα πήγε δυο. Έλα, το φαγητό είναι έτοιμο, φώναξε από την κουζίνα.
Σηκώθηκα σιωπηλός και πήγα κοντά τους.
-Τι έχεις; με ρώτησε η νύφη μου.
-Έχω τίποτα; απόρεσα εγώ.
-Σαν πολύ το βαρύ πεπόνι μας κάνεις σήμερα, είπε και ο Ηλίας.
-Υπάρχει και βαρύ πεπόνι; έξυσα το αφτί μου. Το δεξί
-Ναι, εσύ! γέλασαν και οι δυο.
-Ο Πέτρος φεύγει αύριο για την Αυστραλία, το ξέχασες; Είπε ο Ηλίας.
-Και που είναι τώρα; γιατί δεν είναι εδώ; Ρώτησα
-Θα έρθει, όπου να ναι με την αρραβωνιαστικιά του, είναι Ελληνοαμερικανίδα. Μαζί θα φύγουνε.
Ο Πέτρος ήταν ο άλλος μου αδερφός. Λίγο μεγαλύτερος από μένα, κάνα δυο χρόνια. Ένα καμάκι του κοντινού Αιγαίου. Ύδρα, Σπέτσες Αίγινα, εκεί γύρω-γύρω. Ομορφάντρας, σκουρόχρωμος, με πράσινα μάτια.
-Λες να το κάνει σίγουρα; ρώτησα τον Ηλία.
-Έχω την εντύπωση πως αυτή τη φορά την πάτησε.
-Και θα πάει να παντρευτεί στην Αυστραλία;
-Έτσι λέει, ψευτομεδίασε η γυναίκα του ειρωνικά - μερικοί άνθρωποι δεν ξέρουν γιατί γελάνε.
-Εσύ, να μη μιλάς! την έκοψε ο Ηλίας. Αυτά είναι οικογενειακές υποθέσεις.
-Μάλιστα αφέντη έκανε αυτή τη φορά με διάθεση ν αστειευθεί.
-Τι, της λες τώρα; με κοίταξε με κάποιο νόημα ο Ηλίας. Την στέλνεις στον πατέρα της
-Εμένα ρωτάς; γέλασα εγώ με τις παλιομοδίτικες απόψεις του. Χρόνια πίσω ο Ηλίας, πάλι ο χρόνος, οι μέρες κι οι μήνες που χάσμε κι ο αδερφός μου που φορούσε ακόμα παντελόνι καμπάνα, πουκάμισο με τεράστια κολάρα και ψηλό τακούνι.
Ωστόσο είχαν εισβάλλει ο Πέτρος με την Ελληνοαμερικάνα.  Εγώ που την έβλεπα πρώτη φορά, έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Ανοιχτό Ο. Ήταν πράγματι μια εντυπωσιακή, πανέμορφη γυναίκα.
-Η Κάθριν, μου είπε ο Πέτρος κλείνοντας μου το στόμα.
-Χαίρω πολύ, έκανα εγώ αναψοκοκκινισμένος. Που το ψώνισες αυτό ρε;
-Ξέρει Ελληνικά, γέλασε αυτός, το ίδιο και εκείνη.
-Ντεν πειράζει, Νίκ, ντεν είπε τίποτα κακό, γύρισε στον Πέτρο.
Κάθισαν μαζί μας, φάγαμε και κουβεντιάζαμε για τον επικείμενο ξενιτεμό τους.
-Είναι οριστικό, είπε ο Πέτρος. Να και τα εισιτήρια. Αύριο στις δέκα πετάμε για Μελβούρνη. Εσύ, πας στρατόπεδο απόψε; γύρισε σε μένα.
-Όχι, αύριο το πρωί, είπα.
-Ωραία, τότε. [Το τότε είναι απροσδιόριστο τις περισσότερες φορές.] Το βράδυ λέω να σας βγάλω έξω. Να πάμε όλοι παρέα, να γιορτάσουμε λίγο. Θα φύγω μακριά και ποιος ξέρει πότε θα ξαναβρεθούμε.
Το βράδυ ήρθε σύντομα.
Την ώρα που ήταν να βγούμε, καθώς ετοιμαζόμουν στην τουαλέτα, έβγαλα από την τσέπη μου το χρυσό ρολόι που είχα κλέψει. Είχα κλέψει...κλέφτης δεν ήμουν αλλά ούτε βλάκας, ότι είχε γίνει, είχε γίνει. Το ρολόι κόστιζε πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες, πολλά λεφτά τότε.
Το κοίταξα και σκεφτόμουν τι να το κάμω. Φυσικά δεν ένιωθα τύψεις, απλώς σκεφτόμουν τι θα το έκανα. Στην αρχή σκέφτηκα να το πουλήσω. Θα έπιανα καλά λεφτά. Αλλά πάλι σκέφτηκα πως θα έμπλεκα σε διαδικασίες.
-Έλα Νίκο φεύγουμε, φώναζε ο Πέτρος. Τι κάνεις τόση ώρα στην τουαλέτα;
-'Έρχομαι! αλαφιάστηκα βάζοντας γρήγορα το ρολόι στην τσέπη

Πήγαμε σε ένα ωραίο ταβερνάκι με ζωντανή μουσική. Η Κάθριν ενθουσιάστηκε όπως κάνουν συνήθως αυτές οι χαζοχαρούμενες Ελληνοαμερικάνες και χόρευε όλη την ώρα συρτάκι. Εμένα με έτρωγε ο ιδρώτας του χρυσού στην τσέπη.
-Κάτι έχεις εσύ! με κοίταξε κάποια στιγμή σμίγοντας τα πράσινα μάτια του ό Πέτρος.
-Τι έχω;
-Δεν ξέρω αλλά κάτι έχεις..
-Έλα να σου πω, του είπα ξαφνικά.
Στο μισοσκόταδο της αυλής, έβγαλα το ρολόι.
-Σου πήρα ένα δώρο για τον γάμο σου, είπα σοβαρά και του τό δωσα.
Το πήρε στα χέρια του. Το φόρεσε στο αριστερό κι ύστερα με κοίταξε σκοτεινά. Δεν ήταν κανένα κυρίζι ο Πέτρος,
-Που το βρήκες ρε;
-Να μη σε νοιάζει, είπα ενοχλημένος. Αν δεν σ αρέσει το δώρο μου, φέρτο πίσω.
-Τώρα που το φόρεσα στο χέρι δεν το ξαναπαίρνεις πίσω, γέλασε. Σε ευχαριστώ αδερφέ. Και με φίλησε στο μάγουλο.
-Καλά, του είπα, βγάλτο όμως τώρα που θα πάμε στο τραπέζι με τους άλλους όταν πας στη Μελβούρνη το φοράς. Να θυμάσαι τον αδερφό σου και να μετράς τις ώρες που θα γυρίσεις πίσω.

Πέρασαν πολλά χρόνια. Ο Πέτρος παντρεύτηκε, εγώ απολύθηκα από φαντάρος κι όσες φορές ερχόταν να μας δει, επιδείκνυε το χρυσό ρολόι. Ποτέ όμως δε με ξαναρώτησε που το είχα βρει. Απλά έλεγε με περηφάνια πως το χρυσό ρολόι του το έκανε δώρο ο μικρός του αδερφός. Και τότε, πάντα ο μεγάλος, ο Ηλίας, μας κοίταζε με υποψία, καθώς γελούσαμε σαν ευτυχισμένοι μπόμπιρες.

ΤΕΛΟς




Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΕΙΔΗΜΩΝ

Από τη μια σκέφτομαι να δίνω στα πουλιά να τρώνε κι απ την άλλη, τα πουλιά, λέω, βρίσκουν να τρώνε μόνα τους. [μελαγχολικός ειδήμων.]


SDIM2309-CROP.jpg


Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΙΑ-ΛΟΓΟΥ.


Επειδή είναι επίκαιρο και καθημερινό θέμα, έκανα μερικές σκέψεις γύρω από τον διάλογο και την συζήτηση. Ο Διάλογος είναι κατ εξοχήν η συνομιλία, μάλλον ή ήττον ήρεμη, χωρίς οξείς διαξιφισμούς όπου οι συνομιλούντες προσπαθούν με επιχειρήματα να πείσουν για την ορθότητα των λεγομένων τους, τον ή τους συνομιλητές. Στον διάλογο ο καλός συνομιλητής ακούει πρώτα τα λεγόμενα και ύστερα απαντάει αφού ταυτόχρονα πρέπει να σκέφτεται την ερώτηση ή τοποθέτηση του άλλου, δεν διακόπτει, δεν εμπλέκει τη φωνή του με αυτή των άλλων. Η καθαρότητα της φωνής, η ηρεμία των τόνων κάνουν έναν διαλεγόμενο συμπαθή ή αντίθετα αντιπαθή όταν προσπαθεί συνέχεια να διακόπτει τον ειρμό της κουβέντας. Δέον να ειπωθεί εδώ πως ο χρόνος ομιλίας εναπόκειται στη συναίνεση των δυο μερών, λαμβανομένου υπ όψι του καθενός πως δεν κάνει μονόλογο.
Η συζήτηση διαφέρει ως προς τον διάλογο παρ ότι πολλοί δεν το ξεχωρίζουν. Στη συζήτηση γίνεται εξέταση διαφόρων απόψεων για ένα θέμα, διερευνάται από κοινού η λύση ενός ζητήματος και συνηθέστερα καταλήγει σε λογομαχία δυο ή περισσοτέρων ατόμων. Και στη συζήτηση και στον διάλογο θεωρώ πρώτιστη αξία το ακούειν. Το πλείστον των ανθρώπων αδημονούν να πάρουν το λόγο χωρίς να έχουν προσέξει τι είπε ο συνομιλητής κι έτσι δημιουργούνται παρεξηγήσεις εκ του μηδενός έτσι που να μη βγαίνει άκρη. Πολλοί δε, πιστεύουν πως αν ανεβάζουν τον τόνο της φωνής μπορούν να επιβληθούν στον περίγυρο. [ τότε ο Στέντορας θα ήτο ο καλύτερος συνομιλητής.]
Παρακολουθώντας δε, αυτό τον καιρό, ιδιαίτερα στην τηλεόραση τους σύγχρονους πολιτικούς μας, τα συμπεράσματα μου είναι οικτρά. Οι ομιλητές είναι κάκιστοι χειριστές του λόγου, επαναλαμβάνουν διαρκώς τις ίδιες λέξεις και απόψεις, στερεότυπα, διακόπτουν, δεν ακούν ή βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου και κατ επέκτασιν δεν είναι γνώστες του θέματος που διαλέγονται. 



Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΗ ΜΟΥ ΤΗ ΧΑΛΑΣ ΤΗ ΜΕΡΑ.



ΜΗ ΜΟΥ ΤΗ ΧΑΛΑΣ ΤΗ ΜΕΡΑ

 46133_110572189001497_2775098_nd.jpg

Κανείς δε μας είπε σήμερα, τι ωραίο χαμόγελο που έχετε!
Αστράφτει στον ήλιο καθώς περνάς, το γαλάζιο σου φουστάνι και κοιτας τους περαστικούς στα μάτια. Τι καλά που είναι ευτυχισμένοι οι άνθρωποι λες! Μια μεγάλη χαραμάδα γέλιου ξεχύθηκε στους δρόμους κι όλοι αυτοί που αγαπούσατε με τρόπο, που κάποτε θα κάνατε έρωτα, εσεις κι εμείς, ναι, γιατι είμαστε ωραίοι σήμερα. Και περπατάς στην άσφαλτο θροίζοντας το πουκάμισο το πρασινί, λες και όλες οι γκόμενες, οι πανέμορφες γυναίκες και οι γουστόζικοι άντρες, λατρεύουν το άνοιγμα του καλοσυνάτου Σεπτέμβρη.

Πλιάτσικα μας δουλεύεις πρωί-πρωί ή είσαι ξενέρωτος μαλάκαςθα πούνε ρε αδερφέ αλλά κανείς δε μας είπε τι γλυκείς που είστε, σαν ζάχαρη, σαν παγωτό που λειώνει στο κρεββάτι σου, η γυναίκα με τα λευκά στήθη κι ο άντρας με το μεγάλο πέος. Τώρα, σίγουρα σήμερα ο ουρανός είναι πιο γαλάζιος.
Ο ήλιος καίει λιγότερο τα σπάργανα του χρόνου. Κανείς δεν πονάει.

με αγάπη Κώστας Πλιάτσικας


Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

ΝΟΣΤΙΜΟ ΝΕΡΟ.



ΝΟΣΤΙΜΟ ΝΕΡΟ

Ο στρατιώτης Πραξιτέλης απολύθηκε μια μέρα πριν πέσουν οι δίδυμοι πύργοι, χαρούμενος με το απολυτήριο στο χέρι, όχι για τους πύργους, δεν τον ένοιαζε και πολύ, αυτός δεν είχε και ούτε θ αποκτούσε ποτέ πύργους και μάλιστα δίδυμους. Αφού δεν υπάρχει κάτι καινούργιο κάτω απ τον ουρανό, γιατί ω γλυκειά μου μικρή, ο κοσμος να μην είναι χαρούμενος;
Μπαίνοντας στο τρένο της επιστροφής στην Αυλώνα, κάθισε μ ένα ωραίο χαμόγελο στο κουπέ κι άνοιξε το τελευταίο μήνυμα της Μαίρης, I wait for  ever you, I  am very happy! έγραφε στο τέλος. Ήταν ευτυχισμένη η Μαίρη κι ο Πραξιτέλης χαμογέλασε πλατιά φέρνοντας την εικόνα της μπροστά του, τόσο που ο διπλανός του αναρωτήθηκε αν ήταν χαζός που γελούσε μόνος του. Αυτός τον κοίταξε ήρεμος, τόσο που ο άλλος άλλαξε διεύθυνση των ματιών του. Πιθανόν έβλεπε μια κατσαρίδα, ένα πρόσωπο που υπήρχε στο βάθος, πίσω απ τη δροσιά που έρχεται. Όχι. Στάσου. Είναι περίεργο αλλά έπρεπε να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Ο διπλανός τελικά δεν ήταν χαζός, του μίλησε για τον αντιπυρινικό πόλεμο που διεξάγουν οι ΗΠΑ, για τον αντικοφορμισμό που δείχνουν οι Γάλλοι πολίτες και περνούσε η ώρα μαζί με το τρένο που τον έφερνε πίσω, ω! είναι ωραίο να γυρνάς από εκεί που δε σου άρεσε, να είσαι δημαδή φαντάρος.
Ο στρατιώτης Πραξιτέλης ήταν ένας μέτριος άντρας, ούτε ψηλός μήτε κοντός με χαρακτηριστικά ήπιου χαρακτήρα, με όνειρα για τη ζωή, θα παντρευόταν με τη Μαίρη το είχαν αποφασίσει καιρό πριν γι αυτό και η μέρα που απολύθηκε έμοιαζε με το άγγιγμα μιας νεράιδας στον ώμο του. Ίσως αν έβαζε εκεί μια γάτα ή ένα γαλάζιο πουλί η ένα χελιδόνι και τον εαυτό του σε μια κορνίζα με πηλίχιο και παλάσκες να ταίριαζε πιο πολύ μ αυτόν που του χαμογελούσε ανόητα όταν κατέβηκαν στο τέλος της διαδρομής.
Έφτασε στο σπίτι του, οι γονείς του τον περίμεναν στην εξώθυρα καθώς και ο μεγάλος αδερφός του. Ήταν μια ωραία οικογένεια που δεν της έλλειπε τίποτε και σε λίγο κατέφτασε και η Μαίρη που έπεσε στην αγκαλιά του. [Έπεσε; Άγγιγμα χεριού αλλά γιατί έπεσε; Τι έπεσε χάμω και δεν το είδαμε;] Φορούσε ένα πανωφόρι στο χρώμα του σάπιου μήλου και φαινόταν σαν αστείο ζωάκι, η Μαίρη που την αγαπούσε τότε πιο πάνω από τον εαυτό του.

Η ζωή κυλούσε σαν ένα άσπρο λιθάρι, οι μέρες φώτιζαν και οι νύχτες που κοιμόταν με τη Μαίρη ατέλειωτες, η εργασία του στο μαγαζί κυνηγητικών όπλων που διατηρούσε η οικογένεια από πάππου προς πάππου, πήγαινε μια χαρά. Ρολόι. Ρολόι στον τοίχο. Κούκος. Κούκος, ώσπου εκείνο το απόγευμα που στεκόταν πίσω απ την κουρτίνα την είδε στην απέναντι ταράτσα να φοράει λευκά εσώρουχα και να μη νοιάζεται ποιος την έβλεπε. Η απόσταση απ τη μπαλκονόπορτα του μέχρι την ταράτσα της ήταν κοντινή, μια χάπα δρόμος με το μάτι κι αυτή η εικόνα τον σημάδεψε σαν κυνηγητικό όπλο που ήταν έτοιμο να εκπυρσοκροτήσει.
-Να έρθω εκεί; Τη ρώτησε από απέναντι και η ηχώ της φωνής του ταξίδεψε μέσα της.
-Και δεν έρχεσαι; Απάντησε με το χαμόγελο του ξαφνικού έρωτα.
-Πως σε λένε; Τη ρώτησε από κοντά, πίσω απ τα κρεμασμένα σεντόνια, μέσα από τα λευκά της εσώρουχα.
-Αλίνα.
-Πραξιτέλης.
-Του Διομήδους; Ψιθύρισε στ αυτί του σαν αγέρας που περνά και χάνεται και μένει η ηχώ. Πάλι η ηχώ, μέχρι να χαθεί τελείως στο βάθος του διαδρόμου, στο βάθος του απέραστου, και τότε τι γίνεται;
Οι μεγάλες γλάστρες με τα περίφημα λουλούδια, μετακινήθηκαν, το ευρύχωρο, παλιό κλασικό σπίτι ανατρίχιασε, το σπίτι; Κάτω απ τις γλάστρες υπήρχε λίγο χώμα που έβγαινε από τις πήλινες τρύπες, μαζί με λίγη υγρασία, όπως αυτή που κυλούσε στα ιδρωμένα κορμιά τους.
-Τι δουλειά κάνεις; τη ρώτησε μετά από πολλές νύχτες.
-Είμαι αντιπρόσωπος σε μια εταιρία καλλυντικών, είπε με σημασία. Αντιπρόσωπος στην επαρχία. Ταξιδεύω πολύ. Σε νοιάζει;
-Και βγάζεις πολλά; Τόσα πολλά απ αυτή τη δουλειά; Κι έδειξε τον περίφημο πλούτο του σπιτιού.
-Πολλά. Πάρα πολλά, έκανε με στόμφο. Είμαι πλούσια. Δε θέλω να πεθάνω φτωχή.
-Σ αρέσουν τα πλούτη; Η μεγάλη ζωή;
-Ναι. Εσύ; Τι κάνεις; εννοώ στην τωρινή σου ζωή ...φαντάζομαι να μη σου αρέσουν τα πλούτη!
-Όχι ... αλλά ναι ...ξέρεις, ετοιμάζομαι να παντρευτώ!
- Η μέλλουσα το ξέρει για μας;
-Όχι! έκανε εμβρόντητος.
-Ε, τότε να της το πεις. Φεύγω αύριο για τον Βόλο, όταν θα επιστρέψω, σε μια βδομάδα, θέλω να το ξέρει.
Κι έφυγε.

Φαινομενικά ήσυχος κόσμος, πίσω απ το παράθυρο τον παρακολουθούσε ο πατέρας του, με βλοσυρό ύφος, όπως συμβαίνει σ αυτές τις περιπτώσεις αλλά δεν του είπε τίποτε ακόμη. Ακόμη. Μια δύσκολη λέξη γιατί χρειάζεται υπομονή, γιατί χρειάζεται να συμμαζέψεις το μυαλό σου για το τι θα πεις.
-Αυτή την ιστορία θέλω να τη σταματήσεις, του είπε τελικά. Δεν αρμόζει στο ήθος της οικογένειας μας. Τι είναι αυτά; Σε λίγο ετοιμάζεσαι να παντρευτείς, ξέχασε τις περιπέτειες.
Αμήχανος δεν ήξερε τι να του απαντήσει, τον ενοχλούσε που κάποιος έμπαινε στις υποθέσεις του, έστω κι αν αυτός ήταν ο πατέρας του, ακόμα χειρότερα. Τι να του λεγε; Πως δε θα παντρευόταν τη Μαίρη; Το άφησε για μετά. Για μετά που κύλισε ο χρόνος, ξαναήρθε η ηχώ, το Φθινόπωρο σκούριασε τον κόσμο, η Αλίνα πηγαινοερχόταν στις επαρχίες φορτωμένη με χρήμα, η Μαίρη επέμενε πως έπρεπε να ορίσουν την ημερομηνία του γάμου κι αυτός πήρε την απόφαση μια μέρα, μέρα ήταν ή νύχτα; να παρακολουθήσει την Αλίνα σε ένα ταξίδι στην επαρχία. Κάτι του λεγε πως αυτός ο κόσμος ήταν ψεύτικος. Γυάλινος. Τσακισμένος σε πολλά μικρά-μικρά κομματάκια που χρειαζόταν να επανασυνδεθούν.
Ο στρατιώτης Πραξιτέλης ένα χρόνο μετά την απόλυση του χρειάστηκε να εφαρμόσει ορισμένα από τα κόλπα που είχε μάθει στο στρατό. Μεταμφιέστηκε, φόρεσε μουστάκι, έβαλε μια κόκκινη, φθαρμένη χλαίνη, έδεσε βαριές αλυσίδες στις μπότες, έγινε αγνώριστος. Ποιος νοιάζεται για μια τέτοια φυσιογνωμία; Κανείς.
Έφτασε στη Θεσσαλονίκη, παρκάρισε απέναντι από την Ελίνα, στο σκοτεινό μέρος του εγκεφάλου της, έξυσε τη μνήμη του να θυμηθεί τι έκανε και γιατί, έξω από το μεγάλο σούπερ μάρκετ.
Η Ελίνα βγήκε από το μικροσκοπικό σμαρτ, φορώντας μια κάλτσα στο πρόσωπο της. Όρμησε στο σούπερ μάρκετ, έβαλε το όπλο στη μούρη του ταμία, γέμισε τη νάιλον τσάντα με χρήματα και βγήκε ταχύτατα, ενώ οι σειρήνες ούρλιαζαν, τα φρένα στρίγγλιζαν, ο κόσμος έχασκε, ληστεία, είπαν έγινε, όμως η Αλίνα έγινε καπνός, πίσω από τον κόσμο, πίσω από μια άλλη πραγματικότητα, ενώ ο Πραξιτέλης δοκίμασε να την ακολουθήσει αλλά δεν την πρόλαβε.

Μια προστατευτική ησυχία που δεν την περίμεναν είχε απλωθεί στο σαλόνι, στο σπίτι της Βερνάντας Άλμπα, ή το σπίτι της Αλίνας ώσπου άνοιξε την τηλεόραση ν ακούσουν τις ειδήσεις.
-Μ αγαπάς; Του φώναξε σαν δυναμίτης.
-Πιο πολύ απ τα άστρα! Της απάντησε παρακολουθώντας το τιγρίσιο γυμνό της σώμα.
-Άφαντη παραμένει ακόμα η γυναίκα που κάνει τις ληστείες στα σούπερ μάρκετ, έλεγε ο εκφωνητής. Η αστυνομία δεν έχει σηκώσει ψηλά τα χέρια και έχει βάσιμες ελπίδες πως σε μια από τις επόμενες επελάσεις της θα την συλλάβει.
-Εσύ τις λες γι αυτές τις ληστείες; Θα την πιάσουν λες αυτή; Έχει κάνει δέκα-δεκαπέντε ληστείες ... είπε αινιγματικά κοιτάζοντας ευθεία τον τοίχο του αμφιβληστροειδούς της.
-Α, δε με ενδιαφέρουν αυτές οι ειδήσεις, δεν ασχολούμαι, κοιτάζω τον κόσμο μου. Νομίζω πως είναι δεκαεπτά, είπε παγερά.
-Πάντως πρέπει να είναι πολύ θαραλέα αυτή η γυναίκα, έκανε με θαυμασμό ο Πραξιτέλης.
-Αυτός ο κόσμος θέλει άλλαγμα καλέ μου. Γιατί να υπάρχουν φτωχοί και πλούσιοι; Όλα αυτά δε θα γινόταν αν είχαμε ισονομία. Η ισονομία ου ποιεί πόλεμον, ποιος το είπε αυτό; Και σκάλιζε την τσάντα της, να βρει τον αναπτήρα, να βρει ένα έγχορδο μουσικό όργανο, να ανακαλύψει τη μουσική των φαντασμάτων, να βρει κάτι τέλος πάντων που θα άλλαζε αυτόν τον κόσμο, ίσως τη λίμα της να ξύσει μια παρανυχίδα. Μια καθαρή αναπνοή, ένα ίσως κέρινο ομοίωμα της πραγματικότητας.
-Ναι, αλλά εγώ προστατεύω έναν κόσμο όπως είναι!
-Δικαίωμα σου. Είμαστε αντίθετοι!
-Ναι, αλλά μοιάζουμε κιόλας.
-Πάμε έξω; ρώτησε αργά, θλιμμένα.
-Τι έπαθες; Γιατί αυτή η θλίψη ξαφνικά;
-Πάμε σε παρακαλώ, έχω ανάγκη μιας άλλης ανάσας. Κι έκλεισε την τηλεόραση.
Βγήκαν έξω. Ο κόσμος είναι το έξω. Και το μέσα. Κάθισαν σε κάποιο μπαρ, η ανάσα δεν άλλαζε, ο κόσμος ήταν ίδιος. Νέοι με αλογοουρές, γυναίκες με κοτσίδες, παλιόγεροι που ζήλευαν τους νέους και κάτω απ το τραπέζι έπαιζε μια γάτα, που βρέθηκε εκεί; δίπλα στο χυμένο ποτό, που είχε χυθεί απρόβλεπτα από το ποτήρι της Αλίνας;
-Στην υγειά σου! Φώναξε δυνατά να την ακούσουν όλοι.
-Στην υγειά σου! συνοφρυώθηκε ο Πραξιτέλης.
-Το είπες στη μέλλουσα για μας;
-Τρελή είσαι;
-Όχι αλλά πάω να γίνω. Διάλεξε, ή εμένα ή εκείνη.
-Μαχαίρι στο μηρό ε; Εσένα. Αλλά τα ξέρω όλα!
-Ω! πόσο σ αγαπώ! Είμαι πολύ καλά! Όλα; συνέχισε με αγωνία.
-Ναι, όλα. Σε παρακολούθησα τη Θεσσαλονίκη, αν και το ήξερα από πριν. Ξέρω το πριν και το παρόν.
-Πως το ήξερες; Και τώρα τι θα κάνεις;
-Θα καταθέσω στην Αστυνομία.

Μια θήκη άνοιξε και έκλεισε μια άλλη. Ο στρατιώτης Πραξιτέλης είχε αποφασίσει. Είχε αποφασίσει μιαν αυτοδικία. Μια προδοσία. Ήξερε ένα θανάσιμο μυστικό, η γυναίκα που αγαπούσε ήταν μια λησταρχίνα κι αυτός ένας νομοταγής πολίτης. Νόμος και πράξη. Λόγος και αντίλογος, κοχύλια και σαλιγκάρια πίσω από τη λύπη αλλά δεν του άρμοζε, όπως του τόνιζε συνέχεια ο πατέρας του, η μάνα του και ο αδερφός του. Ω! αυτά τα αδέρφια! Σου παίρνουν την τανάλια από τα χέρια, σκουπίζουν την επανάληψη, μια καθώς πρέπει ζωής, λες και αυτοί την είχαν.
 Αλλά και του ίδιου δεν του άρμοζε να παντρευτεί τη Μαίρη. Τον έτσουζε το μάτι, είχε κοκκινίσει σαν τριαντάφυλλο όταν
συναντήθηκε για τελευταία φορά μαζί της και είπε πως ο γάμος τους ήταν ένα γλυκό όνειρο. Αλίμονο! Υπάρχουν κι άλλοι άντρες για σένα, εγώ θα ζήσω στη μοναξιά μου, προσποιήθηκε. Κι έφυγε για πάντα από τη ζωή της. Αυτής που θα τον περίμενε for ever, όπως έγραφε σε εκείνο το τελευταίο μήνυμα της.

Πίσω από τα κάγκελα ο κόσμος μεγαλώνει. Η Αλίνα σκέφτηκε πως είχε άδικο να κλέβει τους πλούσιους. Η υποψία πως το παλιό, γλυκό τραγούδι, η μελωδία της ευτυχίας, χρόνια μετά που το νερό κύλησε νόστιμο, ο ένας έξω κι ο άλλος μέσα, μέσα η Αλίνα, απ έξω ο στρατιώτης Πραξιτέλης, ώσπου ένα χτυποκάρδι, ένα μπαλόνι, που είναι δύσκολο να κρίνεις αλλά για να έχει ένα ωραίο happy ent ent αυτή η ιστορία, δέκα χρόνια μετά, την περίμενε στην έξοδο των φυλακών.
Τι ωραία εικόνα!

ΤΕΛΟΣ


Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ.



Εκεί που οι βράχοι κόβονται με το μαχαίρι η θάλασσα δε νικιέται.
Αλλά ήθελε πάντα, να γκρεμίσει αυτόν τον κόσμο και να φτιάξει έναν καινούργιο.

Ο απαλός ήχος εκείνου του πρωινού που έκανε το ταξίδι προς το Βορά, ο Ντίνος Βελεμέντης ήταν από τα καλύτερα που του είχαν συμβεί. Αυτή η φράση με τους βράχους και τη θάλασσα που δε νικιέται, ήταν σφηνωμένη όλη τη νύχτα στο μυαλό του. Γιατί δε νικιέται η θάλασσα; Αναρωτήθηκε δυνατά καθώς είχε καθίσει στη θέση του, μέσα στο τρένο που ταξίδευε από το κέντρο για το Μαρούσι.
Δεν ήταν μακριά. Συνήθως σ αυτά τα ταξίδια δεν καθόταν, δεν ήθελε να στερήσει τη θέση από κάποιους αδύνατους αλλά εκείνη τη μέρα αποφάσισε ν απολαύσει τη μικρή διαδρομή καθιστός.
Ο Ντίνος Βελεμέντης ήταν ένας αγγειοπλάστης το επάγγελμα- άνθρωπος ανίκητος κατά τους άλλους, τους πολλούς, που δεν ήξεραν και πολλά πράγματα για τη ζωή του. Όμως αυτός πίστευε πως είχε να προσφέρει πολλά στη ζωή. Μεγαλωμένος μέσα σε μια αστική οικογένεια, μοναχογιός, γύρω στα σαράντα, άνθρωπος της κουλτούρας, ασκούσε μια γοητεία στον περίγυρο του. Όλοι έλεγαν πως ήταν σπουδαίο μυαλό, μα αυτός δε ζήλευε τίποτε παραπέρα από τη γνώση του, την ευστροφία του για την ανθρώπινη ύλη. Χρησιμοποιούσε αυτό το «ανθρώπινη ύλη» για να υποδείξει τη μάζα του υπερπληθυσμού του πλανήτη, από την Ιαπωνία μέχρι την Αμερική και δήλωνε αμέτοχος στη συμφορά που βάραινε τον κόσμο από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά.
Είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο του Χιούστον σπουδάζοντας εκεί σημειολογία, πριν από πολλά χρόνια. Τα φοιτητικά χρόνια που έλεγε ή καυχιόταν πως ήταν τα καλύτερα στη ζωή του ανθρώπου κι αργότερα, όταν είχε παντρευτεί τη Μαριλένα μια εξίσου βαρεμένη μ αυτόν Κερκυραία, λογίστρια των ηθικών αρχών του ανθρώπου, πίστευε ακράδαντα πως ούτε τα βράχια κόβονταν στα δυο, ούτε πως η θάλασσα νικιέται.
Η σκέψη αυτή τον βασάνιζε  χρόνια. Η εξέλιξη των ειδών του Ντάρβιν δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αντιρρήσεων αλλά θα ξεκινούσε  έτσι: Όχι, δεν καταγόμαστε από τους πιθήκους. Η πρώτη, σθεναρή αντίρρηση είναι πως κανένα από τα γνωστά είδη πιθήκων δε μετεξελίσσεται σε άνθρωπο. Ο χιμπατζής παραμένει χιμπατζής, ο  ουρακοτάγκος, ουρακοτάγκος και ούτω καθεξής. Είναι πολύ απλό να σκεφτούμε εδώ πως μόνο ένα είδος πίθηκου, αυτό που ονομάζουμε άνθρωπο εξελίχτηκε σε άνθρωπο, άρα αυτό αναιρεί άμεσα την καταγωγή μας από το συγκεκριμένο είδος. Ούτε ξαδέρφια μας είναι οι πίθηκοι, ούτε καθόλου τέτοια πράγματα. Οι άνθρωποι υπάρχουν πάνω στη γη περίπου τεσσεράμισι δισεκατομμύρια χρόνια, μιλάμε για αριθμό που και συμπαντικά είναι ικανός, και τίποτα δε μεταμορφώνει πια την εικόνα του: ήθελε να πει, πως με την εμφάνιση του ανθρώπου τελείωσε ο νόμος της εξέλιξης των ειδών; Και εφόσον όλα τα είδη δε μετεξελίσσονται σε άλλο, το λιοντάρι σε αλεπού, το ψάρι σε πουλί, θα πρέπει να βγάλουμε το συμπέρασμα πως ο άνθρωπος είναι το τελειότερο των ειδών; Και από απόψεως λογικής και μορφής και ότι άλλο συνεπάγεται με αυτό;
Είχε μια σκέψη διαφορετική αν και υπήρχε φυσικά σαν άθεος, που θα πηγαίνει κάπως προς τους ιδεολόγους: ο άνθρωπος υπήρχε πάντα και δεν είναι προϊόν καμιάς εξέλιξης. Οι κλιματικές συνθήκες οι φυσικές καταστροφές, τον έκαναν άλλοτε πρωτόγονο κι άλλοτε πολιτισμένο. Αν εξετάσουμε τη δική μας ιστορία δέκα-δεκαπέντε χιλιάδες χρόνια, είναι μηδαμινή μπροστά στα τέσσερα δισεκατομμύρια που υπάρχουμε εδώ πάνω. Τι σημαίνει αυτό; Μπορούμε να προδικάσουμε ακριβώς ποιος ήταν ο πολιτισμός πριν εκατό χιλιάδες χρόνια πριν; Όχι.
Και επανερχόταν στο βασικό ερώτημα. Καταγόμαστε από τον πίθηκο; Η απάντηση είναι όχι. Ούτε όμως μας έσπειρε κάποιος θεός. Πως όμως θα εξηγήσουμε τη στασιμότητα της τελειοποίησης του είδους των ανθρώπων; Και μη του έλεγε κανένας πως δεν είμαστε ίδιοι εδώ και χιλιάδες χρόνια θα το απέρριπτε. Έχουμε πάντα δυο μάτια, δυο πόδια, πέντε αισθήσεις και μια μορφή που την αλλάζουμε μόνο εμείς, επεμβαίνοντας στη φύση μας. Η ίδια από μόνη της δεν αλλάζει τη μορφή και τον εγκέφαλο μας, ούτε μας πάει στο καλύτερο ή στο χειρότερο, αυτό αναγκαία δεν υπάρχει στη φύση, δηλαδή το καλό και το κακό [ Καλό για το λιοντάρι είναι  να φάει την αντιλόπη, κακό είναι για την αντιλόπη να φαγωθεί]  Ο πίθηκος που είναι όντως ένα άσχημο ζώο και δεν μπορεί να συγκριθεί με τον άνθρωπο, όπως φυσικά και κανένα άλλο ζώο. Οποιεσδήποτε συγκρίσεις σ αυτό, καταντούν έξω από τη λογική του ανθρώπου. Βεβαίως τα ζώα έχουν μόνο ένστικτο,  το καθένα λίγο περισσότερο και το άλλο λίγο χειρότερο, η σύγκριση όμως με τον άνθρωπο είναι ανεπανόρθωτα συντριπτική : Ο άνθρωπος είναι το τέλειο ον που γνωρίζουμε σ αυτόν τον γήινο πολιτισμό. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο και θα διαφωνούσε  εδώ με τον Μίλαν Κούντερα που λέει: Η πραγματική ηθική δοκιμασία της ανθρωπότητας [η πιο ουσιαστική κρυμμένη ώστε να μη τη βλέπουμε] έγκειται στη σχέση του ανθρώπου με όσους είναι στο έλεος του: τα ζώα.
Και γιατί να μην είναι στο έλεος του τα ζώα; Με την έννοια να τα λυπάται που και που και να τα αφήνει να ζήσουν λίγο παραπάνω;
Ο Ντίνος Βελεμέντης δε λυπόταν τα ζώα, μόνο τους ανθρώπους και από αυτούς όχι όλους. Τα ζώα δεν αποτελούν το μεγαλύτερο υπηρετικό προσωπικό του ανθρώπου από καταβολής λογικής; Κανένα ζώο δε μοιάζει στον άνθρωπο είτε το θέλετε, είτε όχι. Αυτός όσο έζησε δήλωνε αυτή τη διαφορά. Με την άποψη πως ο κόσμος μας, είναι κόσμος ικανοτήτων, έβγαζε το συμπέρασμα για την τεράστια διαφορετικότητα του από τον πίθηκο.

Η αρχή για ένα μυθιστόρημα μου που δε λέει να φτάσει εκεί που πρέπει. Αργεί.


Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

TΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ.



νυφη-βολανακης μισοτελ 006.jpg

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ.

Καλοκαίρι στην Αθήνα. Ο ήλιος να λούζει τα πάντα, η άσφαλτος τσουρούφλιζε, άχνιζε σαν καμίνι, νέφος να μην βλέπεις στα δέκα μέτρα και οι άνθρωποι να σπαρταρούν σαν ψάρια, σε μιαν άδεια από νερό, γυάλα. Η αντοχή τους είχε εξαντληθεί εκείνο το Καλοκαίρι. Αρχές Ιουνίου ήταν ακόμα κι ο καύσωνας, στα όρια της απελπισίας. «Φάκιγκ γουέη», μονολόγησε με μια αργοπορημένη Αμερικάνικη προφορά. Όχι ακριβώς «παλιοκατάσταση», γαμημένη κατάσταση, στην κυριολεξία. Ήξερε λίγα Αγγλικά, αυτά που είχε μάθει στο γυμνάσιο, αλλά καμιά φορά τον έπιανε η τρέλα και το ριχνε στο διάβασμα. Ένιωθε την έλλειψη, ενός τρόπου επικοινωνίας, όταν βρισκόταν σε ανάλογες παρέες. Η ζωή είναι απρόβλεπτη, σκεφτόταν αλλά ποτέ δεν περίμενε πως θα συνέβαινε και σ αυτόν το μεγάλο απρόβλεπτο.
-Τι τα χρειάζεται τα Αγγλικά και τις ξένες γλώσσες, ένας ξυλουργός; Τον περιέπαιζε ο φίλος του ο Αντώνης.
Αυτός μούτρωνε αλλά δεν του απαντούσε, σκεφτόταν μονάχα πως ήθελε να γνωρίζει μια άλλη γλώσσα. Ένας λόγος ακόμα περισσότερο τώρα, πίχε γνωρίσει την Ελβίνα και την Κάρολ, δυο Αμερικανίδες, που εργάζονταν στο μεταφραστικό τμήμα, μιας μεγάλης εισαγωγικής εταιρίας. Ευτυχώς, εκείνες μιλούσαν άπταιστα Ελληνικά αλλά και πάλι μειονεκτούσε. Δεν μπορούσε να τις καταλάβει όταν μιλούσαν μεταξύ τους Αμερικάνικα.
-Θα σε πάρω ένα βράδυ να δεις τι χρειάζεται τις ξένες γλώσσες ένας ξυλουργός, είπε στον Αντώνη.
-Εμένα δεν με πειράζει, γέλασε.
-Επειδή ξέρεις..
-Ε, ξέρω κάμποσα Αγγλικά, παινεύτηκε.
Τις είχε γνωρίσει τυχαία, ένα βράδυ πριν από κανένα μήνα σε κάποιο κλαμπ.
Η Ελβίνα του έκανε από την αρχή ωραία εντύπωση. Ψηλή, κοκκινομάλλα, ορθόπυγη. Περήφανη σαν γαλαζοαίματη, με μάτια φλογισμένα.
Η  Κάρολ ήταν μεσαίας κατάστασης. Πρόσωπο γωνιώδες, ξανθιά φυσιογνωμία με φακίδες ακόμη στα μάγουλα, παρ ότι πλησίαζε και αυτή τα τριάντα, τριάντα δύο.
Βγήκαν δυο-τρεις φορές για καφέ και είχε προσπαθήσει να τους αποσπάσει την προσοχή αλλά  αυτές έμοιαζαν να βρίσκονται στον δικό τους κόσμο, χωρίς να του δίνουν ιδιαίτερη προσοχή. Κοιτάζονταν πολύ μεταξύ τους, πιάνονταν χέρι-χέρι, όταν περπατούσαν. Πράγμα που τον έκανε να φαντάζεται περίεργες καταστάσεις ανάμεσα τους. Πολλές φορές η φαντασία του πήγαινε πιο μακριά και κάποια μορφή ζήλιας του κέντριζε το νευρικό σύστημα.
Δεν τους ήταν αδιάφορος, ήθελαν την παρέα του αλλά  η Ελβίνα που τον ενδιέφερε άμεσα, όταν προσπάθησε να τη φιλήσει, τραβήχτηκε κάπως απότομα.
-Τι έπαθες; Τη ρώτησε.
-Τίποτε και  σφούγγιζε τα χείλη της.
-Μου αρέσεις, της είπε.
-Κι εμένα μου αρέσεις, αλλά ... ξέρεις.. δε φτάνει.
-Τι; Έκανε με ενδιαφέρον.
-Δεν είμαι μόνη μου. Υπάρχει και η Κάρολ.
-Ε, και! Έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
-Θα καταλάβεις, του είπε με νόημα και γύρισαν στο μπαρ να συνεχίσουν το ποτό τους.
Προσπάθησε να καταλάβει, δεν του είχε ξανασυμβεί παρόμοια κατάσταση και το χειρότερο  ήταν που την είχε ερωτευθεί.
-Λεσβίες είναι ρε, μη χολοσκάς, του είπε ο Αντώνης. Μη το παίρνεις σοβαρά
-Δεν κατάλαβες καλά, του απάντησε. Μου αρέσει η Ελβίνα  και δεν πιστεύω πως είναι λεσβία. Η άλλη μπορεί.
-Είμαι περίεργος να τις γνωρίσω. Εσύ δεν είπες πως θα μ έπαιρνες να βγούμε ένα βράδυ;
-Απόψε, του είπε.
Το συλλογίστηκε και δεν ήξερε αν έκανε καλά. Και τι θα έβγαινε; Τίποτε, μονολόγησε και παρκάρισε την Ασκόνα έξω από το μαγαζί του. Ότι είναι να γίνει, θα γίνει απόψε, αποφάνθηκε.

 Το βράδυ ήρθε γοργά. Ντύθηκαν, στολίστηκαν και τις περίμεναν έξω από το Χίλτον.
-Να είσαι προσεκτικός, του είπε κοιτάζοντας τον στα μάτια.
-Έλα μωρέ, με τις τσούλες!  Το πολύ-πολύ να μείνουμε με το ξύλο στο χέρι! του απάντησε
Ήταν αθυρόστομος ο Αντώνης.  Αλλά  φίλοι από χρόνια, τον ήξερε. Δεν έκανε γκάφες.
-Αφού το ξέρεις πως σ αγαπάω ρε φίλε, συνέχισε,  θα δούμε, μην κάνεις έτσι, δεν χάθηκε ο κόσμος ...
Πήγαν πρώτα σε μια ταβέρνα. Έφαγαν, ήπιαν κόκκινο κρασί. Ο Αντώνης ήταν πολύ διαχυτικός μαζί τους.
-Έχεις δίκιο, του ψιθύρισε κάποια στιγμή στο αφτί. Μόνο αν μπορέσουμε να τις πάρουμε μάτι. Τίποτε άλλο. Και να ξέρεις: αυτές οι γάτες είναι επικίνδυνες.
Αυτός εξοργίστηκε.
-Τι είναι αυτά που λες!  Του είπε με στραβωμένο πρόσωπο.
-Μην το παίρνεις σοβαρά, του είπε δυνατά. Θέλεις να το προτείνω;
-Δεν νομίζω πως θα δεχτούνε, αλαφιάστηκε
-Να είσαι σίγουρος. Σ' αυτές, αρέσουν τέτοια πράγματα.  Πας στοίχημα;
Τι στοίχημα να πήγαινε;  Αυτός καιγόταν για την Ελβίνα και ο Αντώνης του έβγαινε με κόκκινο. Δεν του άρεσε που είχε μπλέξει σε μια τέτοια ιστορία.
-Εσύ πάντα έτσι είσαι, χαζοβιόλης, γέλασε.  Μια ζωή αγαπησιάρης. Μη τα θες όλα δικά σου.
-Άσε μας  ρε, που τα ξέρεις όλα!  έκανε ενοχλημένος.
Δεν ήξερε και πολλά πράγματα για τις Λεσβίες. Τι στο διάολο έκαναν δυο γυναίκες μεταξύ τους; Όσο αθώος να είναι κανείς σ αυτόν τον κόσμο, δεν μπορεί να είναι έξω από αυτόν.
Αργότερα, όταν πήγαν σ ένα κλαμπ, όπου ήπιαν και χόρεψαν δεν είχε πια καμιά αμφιβολία. Η Ελβίνα  δεν είχε μάτια πάρα μόνο για την Κάρολ. Μάλιστα, φιλήθηκαν κιόλας, αρκετές φορές στο στόμα.
-Είδες; Τον μισοκοίταξε ο φίλος του.
-Είδα, του απάντησε βαριεστημένα.. Βαρέθηκα, πάμε να φύγουμε, δεν θέλω να τις ξαναδώ.
-Μην βιάζεσαι, περίμενε, θα δεις κι άλλα.
Και τα κατάφερε. Τις έπεισε να πάνε παρέα στο ξενοδοχείο.
-Ε, και; Έκανε αδιάφορα η Κάρολ. Πάμε; Κοίταξε με νόημα την Ελβίνα.
-Μόνο θα τις βλέπουμε; Απόρεσε και το είπε σιγανά στον Αντώνη.
-Μην είσαι χαζός! Τον αποπήρε. Όπως στις τσόντες. Δεν έχουμε δει τέτοιες τσόντες παρέα;
Είχαν δει όντως. Άλλο όμως να βλέπεις τσόντα κι άλλο να συμμετέχεις ο ίδιος και μάλιστα με δυο λεσβίες. Σα να ντρπόταν, σα να μην ήθελε να το παραδεχτεί πως έχανε μια γυναίκα από μια άλλη γυναίκα.
-Τα κάνουν όλα αυτές, τον καθησύχασε, καθώς άναβαν το φως στο δωμάτιο κάποιου φτηνού ξενοδοχείου.
Η Ελβίνα με την Κάρολ, άρχισαν το σόου, αργά, βασανιστικά. Φιλιά, χάδια, στριπτιζέζικο γδύσιμο, ελαφριά μουσική, σιγανό φως. Μισοσκόταδο. Ο Αντώνης καθισμένος αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα, απολάμβανε το θέαμα. Αυτός μια ερεθιζόταν και μια ξε. Είχε αναψοκοκκινίσει και ρούφηξε δυο απανωτά ουίσκι.
-Μην πίνεις πολύ, τον συμβούλεψε κι αυτός τον κοίταξε με αλλήθωρο μάτι.
Οι Αμερικανίδες, είχαν γδυθεί τώρα τελείως. Τσίτσιδες, χαϊδεύονταν, ηδονικά, απλώνονταν και ξεδιπλώνονταν ελεύθερα στο μεγάλο κρεβάτι. Κάποια στιγμή, η Ελβίνα  πήγε κοντά στον Αντώνη και τον χάιδεψε κατευθείαν στο ξύλο.
Ξεροκάταπιε το σάλιο του αλλά τι να κανε; Θα το άντεχε κι αυτό.
Σε λίγο, πήγε κοντά τους και η Κάρολ. Τον έγδυσαν εντελώς. Πρώτη φορά, έβλεπε τον φίλο του γυμνό! Και είχε μεγάλο ξύλο!
Είχε πάθει την πλάκα του κι αποφάσισε να πάρει μέρος στο παιχνίδι. Γδύθηκε γρήγορα κι όπως είχαν μπλέξει τα κορμιά τους, το σκοτάδι τον τύλιξε, οι σάρκες έλιωσαν στον ιδρώτα, η ηδονές δε χάνουν τη μνήμη κι ότι γίνεται περνάει στην αντίπερα όχθη της ελαφρότητας του είναι. Ξεχνάει μόνο ότι θέλει. Το είναι.
 Και συνέχισαν έτσι, μέχρι το πρωί.

 Μετά από δυο μέρες πήγε στο μαγαζί του μόνη της η Ελβίνα. Δεν ήξερε πώς να της συμπεριφερθεί αλλά αυτή ήταν πολύ άνετη. Έκαναν έρωτα στα γρήγορα, μέσα στην τουαλέτα στα όρθια. Ύστερα έφυγε, αφού του είπε πως τον αγαπάει, κοιτάζοντας πέρα απ΄το θολό τζάμι της μεσημβρινής υγρασίας.
Μονάχος αργότερα, χωμένος στον κυκεώνα ενός ολέθριου κόσμου, νοσταλγούσε την μοναδικότητα των συναισθημάτων του. Τι σόι αγάπη ήταν αυτή; Αφού την είχε πάρει και ο φίλος του; Κι αφού ήθελε να ζει με την Κάρολ, αυτός που χωρούσε εκεί ανάμεσα τους;
-Μήπως πρόκειται να την παντρευτείς!  Πάρτε τον αγκαλιά ρε!  Τον ειρωνεύτηκε ο Αντώνης. Πέρνα το ντούκου φίλε, δεν υπάρχει εύκολα ευκαιρία για τέτοια κατάσταση.
-Φάκιγκ γουέη! Ούρλιαξε αυτός.
Δεν ήθελε να το παραδεχτεί τόσο απλά. Ήταν ερωτευμένος με την Ελβίνα κι εκείνη του είχε πει πως τον αγαπούσε.
-Και συ την πίστεψες!  Τέτοιος χαζοβιόλης είσαι! Συνέχισε να τον ειρωνεύεται. Έτσι είναι αυτές ρε. Βάζουν και λίγη σάλτσα  για να έχει ενδιαφέρον. Ξεκόλλα, σου λέω!
Αλλά αυτός αντί να ξεκολλήσει, κόλλησε χειρότερα. Είπε στην Ελβίνα πως την ήθελε μόνο για τον εαυτό του και πράγμα περίεργο, εκείνη δέχτηκε. Ξέκοψε από την Κάρολ, ήρθε να μείνει κοντά του και του ορκίστηκε παντοτινή αγάπη. Τσακώθηκε με τον Αντώνη, σχεδόν ήρθαν στα χέρια.
-Είσαι ηλίθιος ρε! Είσαι φελλός! Πας να καταστρέψεις την ζωή σου, κατάλαβες ρε; έγρουξε ο φίλος του.
-Εσύ είσαι φελλός και ηλίθιος! του ανταπάντησε. Δε θέλω να σε ξαναδώ! Πάρε δρόμο!
Ο φίλος του τα παιξε. Ήταν έτοιμοι να έρθουν στα χέρια.
Αφού συγκράτησε τα νεύρα του  να μην τον χτυπήσει, τον κοίταξε με ένα υποτιμητικό ύφος κι έφυγε.
-Ούτε εγώ θέλω να σε ξαναδώ, του είπε με σκοτωμένο ύφος από την πόρτα. Λυπάμαι για λογαριασμό σου.

 «Λυπάμαι για λογαριασμό σου», ηχούσε μέρες και εβδομάδες η φωνή του Αντώνη στ' αφτιά του και τον σακάτευε. Λυπόταν πραγματικά για ότι είχε γίνει αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, το είχε παραδεχτεί. Τι τον ένοιαζε όμως; Αυτός σε λίγους μήνες θα παντρευόταν την Ελβίνα, την γυναίκα της ζωή του όπως έλεγε.
Λογάριαζε όμως χωρίς τον ξενοδόχο. Κι ο ξενοδόχος στην περίπτωσή του, ήταν η Κάρολ.
Πήγε στο εργαστήρι του και τον βρήκε την ώρα που πλάνιζε μια πόρτα.
-Θα σε σκοτώσω! του είπε απερίφραστα. Φύγε μακριά από την Ελβίνα. Κι έπαιζε με ένα πιστόλι.
-Εξαφανίσου! της απάντησε περιφρονητικά.
Αυτό της ανακάτεψε περισσότερο την ψυχή. Με ύφος σκοτεινό και μάτια μισόκλειστα, έφερε το όπλο κάτω από την μύτη του. Ύστερα κούνησε το κεφάλι της κι έφυγε.
Δεν την πίστεψε κι αυτό ήταν το χειρότερο. Σιγά! ψευτογέλασε. Αυτά, συμβαίνουν μόνο στα μυθιστορήματα. Αλλά το όπλο ήταν αληθινό, ανησύχησε. Λες;
Στην Ελβίνα δεν είπε τίποτε. Δεν ήξερε κιόλας αν είχαν συναντηθεί από τότε. Της το είχε απαγορέψει ρητά αλλά με τις γυναίκες, ποτέ δεν ξέρεις.
Έπαιρνε κάποιες προφυλάξεις τις επόμενες μέρες. Κοιτούσε γύρω του καχύποπτα, εξέταζε τους περαστικούς κι όλο νόμιζε πως από κάποια γωνιά, πρόβαλλε η Κάρολ και τον σημάδευε με το όπλο της. Μερικές φορές, τρομοκρατήθηκε και το έβαλε στα πόδια, μέσα στο πλήθος. Σταματούσε παρακάτω λαχανιασμένος, έμπαινε στο αυτοκίνητο για να νιώθει σιγουριά κα εξαφανιζόταν.
Που θα πήγαινε αυτό; Είχε χάσει την ησυχία του κι αυτή η ηρεμία των πραγμάτων του τσάκιζε τα νεύρα και τον φόβιζε.Πήγε σε μια ερημική παραλία, να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, να βρει τον εαυτό του. Από ορισμένες συμπτώσεις, πήγε η ζωή μου χαμένη, μονολόγησε. Ποιος το είχε πει αυτό; Που το είχε διαβάσει; Μάλλον ο Καζαντζάκης, αναθυμήθηκε. Ναι, ο Καζαντζάκης το είχε πει, που πήγε χαμένος απ τις συμπτώσεις!
Ξανασκέφτηκε όλη την ιστορία από την αρχή. Μελέτησε τα απίθανα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και διάστασης. Δεν έβγαζε καμιά άκρη. Είχε μπλέξει σε έναν άγριο λαβύρινθο, γιατί έπρεπε να πεθάνει τώρα; Τόσο νέος, στο άνθος της ηλικίας του;
Καλύτερα να τη σκότωνε αυτός.
Στην σκέψη αυτή, τρόμαξε περισσότερο. Πως θα τη σκότωνε; Αυτός δεν ήξερε ούτε από πιστόλια, ούτε από θανάτους ...Πήγε στο σπίτι, κλειδώθηκε μέσα. Μια, δυο μέρες, δεν έβγαινε καθόλου. Η Ελβίνα απόρεσε μ αυτή του την κατάσταση.
-Είμαι άρρωστος, της είπε.
-Τι έχεις; ανησύχησε. Να πάμε στο γιατρό;
-Όχι, της απάντησε, θα μου περάσει.
Σκέφτηκε να πάει στην Αστυνομία αλλά τι θα τους έλεγε; Κι έπειτα, θα ήταν αναγκασμένος να τους τα πει όλα ...δεν είχε και πολύ εμπιστοσύνη στους μπάτσους.
Το μεσημέρι που έτρωγαν ανόρεχτα με την Ελβίνα, κάποια στιγμή, ξαφνικά, του είπε πως η Κάρολ θα έφευγε για την Αμερική. Αναταράχτηκε.
-Γιατί φεύγει; ρώτησε περισσότερο ξαφνιασμένος.
-Πέθανε ο πατέρας της. Φεύγει για πάντα, έτσι μου είπε, πετάει το αύριο το πρωί.
Αναθάρρησε. Σα να του έφυγε ένα βαρύ φορτίο από τα χέρια. Μα, δεν το έδειξε. Μουρμούρισε μονάχα κάτι σαν, ας πάει στο καλό η γυναίκα.

 Η ρόδα της ζωής κύλησε κανονικά κι αυτός έχτιζε την ευτυχία του πάνω σε ένα απρόσμενο μυστικό. Αραιά και που, θυμόταν την απειλή της Κάρολ και τρεμούλιαζε. Τον ενοχλούσε η απρόβλεπτη πλευρά των ανθρώπων. Η σκοτεινή επιθετικότητα του νου, το μέρος εκείνο του εγκεφάλου που ερέθιζε τις ίνες του αιμάτου κι έκανε τους ανθρώπους άγρια θηρία. Τα εγκλήματα που γινόταν καθημερινά για ψύλλου πήδημα και, που σιχαινόταν να τα παρακολουθεί από την τηλεόραση, έδειχναν τον πραγματικό κόσμο που ζούσαν.
Θα είχαν περάσει σχεδόν πάνω από δυο μήνες. Είχε ξεχάσει πια την Κάρολ και την απειλή της. Ήταν ένα σούρουπο Τετάρτης και έπρεπε να εκτελέσει μια παραγγελία στα γραφεία μιας μεγάλης εταιρίας.
Έφτασε με το φορτηγάκι, παρκάρισε κι άρχισε να ξεφορτώνει τα έπιπλα. Ένας βαριεστημένος φύλακας τον βοήθησε μέχρι το ασανσέρ. Ύστερα, τα ανέβαζε μόνος του στον έκτο όροφο. Ένιωθε κουρασμένος, ενώ ταυτόχρονα μια περίεργη ανησυχία τον κύκλωνε-πάντα του προξενούσαν έναν αόριστο φόβο, τα μεγάλα χτίρια με τους τεράστιους διαδρόμους και τα φώτα που αναβόσβηναν γρήγορα οι διακόπτες τους.
Ιδρωμένος, κάθισε να πάρει μια ανάσα, αφού ανέβασε και την τελευταία στριφογυριστή καρέκλα. Ύστερα κάθισε πάνω της  κι έκανε μια στροφή, βλέποντας στο βάθος του διαδρόμου. Μια γρήγορη σκιά πέρασε από τον έναν διάδρομο στον άλλον.
Αλαφιάστηκε. Τι ήταν αυτό;
Αμήχανος, σηκώθηκε και κοίταζε κατά εκεί. Ύστερα, βιαστικά, πήγε στο ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί. Τίποτα, ήταν νεκρό. Ανατρίχιασε. Κοίταξε γύρω του, δεν είδε τίποτα κι αμέσως  έτρεξε προς την σκάλα.
Απ' τη γωνία του διαδρόμου η σκιά πυροβόλησε εναντίον του. Η σφαίρα εξοστρακίστηκε στα μάρμαρα, ο ήχος του πυροβολισμού, έξυσε τα αφτιά. Κατέβηκε κουτρουβαλώντας τις σκάλες με την ψυχή στο στόμα. Στο τελευταίο σκαλί  μπερδεύτηκε, έπεσε ανάσκελα στο δάπεδο του πέμπτου ορόφου.
Ωστόσο, η Κάρολ είχε  φτάσει από πάνω του. Πάτησε το διακόπτη να ξανανάψει το φως και την είδε να τον σημαδεύει στυγνά, αμίλητα.
Κατάλαβε πως είχε έρθει η τελευταία ώρα του.
Η Κάρολ συνέχιζε να τον σημαδεύει και να πλησιάζει. Αυτός είχε μια ελπίδα. Να σβήσει πάλι ο αυτόματος διακόπτης του φωτός-πράγμα που έγινε. Είχε προλάβει να κλείσει τα μάτια του για να συνηθίσει αμέσως το σκοτάδι  και τινάχτηκε επάνω σπρωγμένος από κάποια μυστήρια δύναμη. Το ένστικτο της επιβίωσης, λειτούργησε άγρια μέσα του. Όρμησε πάνω της, η Κάρολ πυροβόλησε αλλά την είχε ήδη χτυπήσει στο χέρι που κρατούσε το όπλο κι έτσι αστόχησε. Η σφαίρα έξυσε τον ώμο του κι ένα τεράστιο τσούξιμο του σβούριξε το μυαλό, αλλά δεν ήταν ώρα για τέτοιες σκέψεις. Τη χτύπησε με δύναμη ξανά στο πρόσωπο, έπεσε στο δάπεδο, το πιστόλι έφυγε από τα χέρια της. Όρμησαν στο σκοτάδι, κατά εκεί που υποθετικά βρισκόταν το όπλο. Το έπιασαν ταυτόχρονα και οι δύο. Ήταν γυναίκα εναντίον άντρα αλλά τέτοιες στιγμές η δύναμη του καθενός πολλαπλασιάζεται. Έτσι, πάλεψαν γερά για την απόκτηση του πολυπόθητου μέσου. Αυτού που οι άνθρωποι έφτιαξαν για την προστασία από τους άλλους ανθρώπους. Η σκοτεινή τρύπα του, σηκώθηκε κάποια στιγμή  κατευθείαν στο μέτωπο της Κάρολ.
Ο πυροβολισμός εκκωφαντικός, ούρλιαξε σαν λύκος, βρυχήθηκε στο απέραντο κενό της μνήμης. Του σκότωσε για πάντα την πρωινή ησυχία του δάσους, του αφαίρεσε κάθε ίχνος για μια ευήμερη συνέχεια της ζωής του.
Η Κάρολ έπεσε νεκρή.
Ανάμεσα στις κηλίδες του αιμάτου που πάγωνε γοργά, έσταζε φως μια μακρινή αχτίδα.

 ΤΕΛΟΣ

 


Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΑΠΟΤΕ.


ΚΑΠΟΤΕ

 Κι αν κάποτε προσπάθησα με τις λέξεις

Να ομορφύνω τον κόσμο

Δεν μετάνιωσα

Γιατί ερχόταν πάντα στο νου

Κάποιο αιώνιο απόκοσμο

Αυτό ένιωσα

 

Ίσως γιατί «κεντούν σε δέρμα φυλακισμένου»*

Τατού  μυαλού ανθρώπου

Μικρονόητου

Αυτό δεν σημαίνει πως απηύδησα

Φειδόμενος λίγου κόπου

Αυτονόητου.

 

Οι ωραίες λέξεις του Σαρτρ, μειώνουν τον πόνο στα σημάδια του Σεφέρη. Γιατί έρχεται πάντοτε στον νου συναίσθημα από τα ίδια, αν και, ξέρει πως, οι λέξεις ομορφαίνουν τον κόσμο.

                                                                                                * Γ. Σεφέρης

 

[Ο Σεφέρης μου γέμιζε με πέτρες το νου. Μου κάρφωνε την αντίληψη της εκκρεμότητας. Θα πω μικρές κουβέντες. Ζηλερές.

Ο Σεφέρης είχε μια αγάπη: την Μάρω. Αυτή η αλληλογραφία μεταξύ ενός και ενός δεν είναι πληγωτική;

Και η αισιοδοξία πως έγιναν όλα καλά, δεν μειώνει τον κόσμο μας;

Πώς έγιναν όλα καλά ενώ δεν ήταν;

Επουσιωδώς, φλέγομαι στις μικρές κουβέντες μεγάλων ανθρώπων του μέλλοντος.

Κάτι μου θυμίζει αυτό.

Μήπως εσένα;]

 

 


Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΙΛΟΣ


Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΙΛΟΣ

 Το είχα πάρει απόφαση πως η ζωή μου πολύ δύσκολα θα μπορούσε ν αλλάξει. Και πως να γινόταν αυτό, δηλαδή, αφού  τόσα χρόνια τώρα έκανα μόνο δουλειές του ποδαριού. Τον περισσότερο καιρό, δούλευα γκαρσόνι, όπου εύρισκα. Στην αρχή πήγαινα σε ρέστωραντ πολυτελείας.  Να σερβίρω τους λεφτάδες, που με θεωρούσαν υπηρέτη τους  και τέτοιος ήμουν, αυτό δεν είναι ψέμματα. Όσοι έχουν δουλέψει γκαρσόνια και δεν νιώθουν απελπισία που είναι αναγκασμένοι να κουβαλάνε πιάτα, σερβίτσια, μακαρονάδες, πετσέτες στους πελάτες, το αικιού τους θα πρέπει να είναι πολύ χαμηλό. Το μυαλό τους δεν κόβει. Εμενα όμως το μυαλό  μου έκοβε. Δεν ήμουν βλάκας. Τριάντα πέντε χρόνια στο πεζοδρόμιο. Το μεγάλο σχολείο. Τα είχα σπουδάσει,  αυτά, όλοι με έλεγαν τσακάλι κκαι το νιωθα, δεν ήμουν βλάκας.  Άτυχος ήμουν και γι΄αυτό σκεφτόμουν τελευταία,  να βρω κάποιο κόλπο, κάτι να κάνω για να μην ξαναδουλέψω γκαρσόνι. Να μην είμαι υπηρέτης του κάθε χαζοχαρούμενου νεόπλουτου. Ενας τρόπος ήταν να κερδίσω κάποτε στο λότο. Κι έπαιζα μετα μανίας μέχρι την τελευταία μου δεκάρα. Πήγαινα στα μεγαλύτερα προποτζίδικα, διάβαζα συστήματα, μιλούσα με άλλους που είχαν κερδίσει, παρακολουθούσα στατιστικές  αλλά τίποτα.. Βέβαια, έξυπνος ήμουν, καταλάβαινα πως ονειροβατούσα, ζεις όμως και με τα όνειρα. Όλα τα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, σκεφτόμουν για να ξεχνιέμαι και να περνάει η ώρα, τι θα έκανα τα λεφτά που θα κέρδιζα. Μελετούσα και την παραμικρή λεπτομέρεια,  έλεγα σ΄αυτούς που με είχαν αδικήσει πως δεν θα έδινα τίποτε, θα ξεχρέωνα κάτι λίγα χρέη, θα πήγαινα και στην  Ελένη κορδωμένος να της δείξω τα λεφτα μου- η Ελένη είναι η μοναδική γυναίκα που με ανέχεται, με τόση φτώχεια ποια γυναίκα σε θέλει; θα υπερεφανευόμουν πως παρ ότι είχα τελειώσει μόνο το Λύκειο, ήμουν πιο έξυπνος από τόσα κορόιδα που περίμεναν με το μεροκάματο να γίνουν πλούσιοι. Αυτή ήταν η μια μανία μου. Η άλλη ήταν το ινερνετ. Είχε ο κύριος Νίκος πολλούς υπολογιστές και μου είχε χαρίσει έναν πριν χρόνια.Έναν υπολογιστή που δεν τον ήθελε και μου τον χάρισε. Έτσι κάνουν αυτοί οι πλούσιοι, χαρίζουν ότι δεν χρειάζονται και σε υποχρεώνουν. Έτσι κι εγω όλο τον ελεύθερο χρόνο μου εκει μέσα τον περνούσα. Γράφτηκα στο φεις μπουκ κι έκανα επιλεκτικά μόνο εκατον πενήντα φίλους. Ούτε έναν παραπάνω. Δεν ήθελα άλλους. Κι αυτούς είναι σαν να μην τους έχεις! Σούφρωνε τα χείλια της, η Ελένη. Φίλοι είναι αυτοί που δεν συναντιόσαστε ποτέ; Εγώ ξέρω οι φίλοι  βγαίνουν παρέα, συναντιούνται, μιλάνε, βοηθάνε ο ενας τον άλλον στα προβλήματα, εσένα τι φίλοι είναι αυτοί;  ξέρει κανένας απο δαύτους πως δεν έχεις να φας; Αυτά μου τα λεγε συνέχεια, εμένα όμως ήταν πεποίθηση πως αυτοί οι φίλοι κάποια μέρα θα με έσωζαν. Δεν ξέρω πως μου έβγαινε αυτό αλλά  ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρος πως θα με βοηθούσαν.. . Μιλούσα μαζί τους πολλές ώρες,  τους έκανα λαικ,  μου έκαναν. Πειράζουμε ο ένας τον άλλον, οι περισσότερες γυναίκες με γουστάρουν γιατι είχα  βάλει μια πολύ ωραία φωτογραφία στο προφίλ μου και όχι μόνο. Αυτά δεν τα έβλεπε η Ελένη που περιττό να πω ότι δεν είχε ιδέα απο υπολογιστη. Τι υπολογιστή να ήξερε αφου μια ζωή δούλευε σκουπίστρια στην εταιρία του κυρίου Νίκου. Α, ναι, παντού αυτός ο κύριος Νίκος, μας βοηθούσε, καλός άνθρωπος αλλα πλούσιος.Τώρα όμως τα πράγματα είχαν σκουρήνει περισσότερο. Ήμουν ανεργος πάνω απο τρεις μήνες. Με συντηρούσε η Ελένη  αλλιώς θα είχα πεθάνει της πείνας. Τι θα κάνεις; τι θα έκανες αν δεν είχες εμένα; μου φώναζε κάθε μέρα. Κοίτα να βρεις καμια δουλειά Βαγγέλη, το φειςμπουκ και τα καφενεία δεν δίνουν λεφτά. Καταλαβες Βαγγέλη; Το ονομά μου είναι Βαγγέλης. Αλλά τι το θέλεις το όνομα; οι φτωχοί δεν χτειάζεται να έχουν όνομα. Μένω τελευταία σε ένα ημιυπόγειο που μου έκανε χάρη να μου παραχωρήσει ο κυριος Νίκος. Πήγαινε εκεί,  μου είπε, δεν έχω τίποτα  καλύτερο. Δεν πειράζει, του απάντησα, έχω συνηθίσει εγώ. Έχω κοιμηθεί και στις πέτρες, στα παγκάκια. Στα παγκάκια ε; Στις πέτρες; Άνοιγε τα μάτια του. Έφαγες σήμερα; Ναι, δυο βερίκοκα. Να πάρε μισό ευρω  να  πάρεις νερό. Τι να το κάνω το νερό; απορούσα. Ε, πως, άνθρωπος είσαι θα διψάσεις. Κι έφευγε με τα σιγανά του βήματα σαν πλούσια γάτα που ήταν. Η κατάντια μου είχε φτάσει στην απελπισία. Κάτι έπρεπε να κάνω. Να βρω μια δουλειά. Να γίνω άνθρωπος. Η Ελένη μου το ξεκαθάρισε. Αιντε αγόρι μου, εσύ δε βάζεις μυαλό, άιντε στο καλό, αφησέ με μήπως βρω κι εγω κανέναν άντρα της προκοπής, να παντρευτώ. Εσύ δεν κάνεις προκοπή.
Αλλά την παρακάλεσα.  Έπεσα στα πόδια της, καταξευτιλιστηκα και της υποσχέθηκα πως να, όπου να είναι θα πήγαινα να πιάσω δουλειά στο καφενείο του Νικήτα.  Αυτό το ακούω χρόνια τώρα, καλά, εντάξει αλλά είναι η τελευταία σου ευκαιρία, εντάξει!
Με το κεφάλι σκυφτο, αυτή η κατάσταση κράτησε κάμποσο καιρό ακόμα ίσως έξι μήνες και το περίεργο είναι πως εγώ γινόμουν όλο και πιο αδιάφορος. Κορόιδευα τον εαυτό μου και την Ελένη. Εκεί που την εύρισκα πραγματικά, ήταν ο υπολογιστής μου και οι φίλοι μου.Κλικ απο δω, λάικ απο κει, σχολίαζα αλλλα δεν έβγαινε τίποτε.  Το πράγμα άρχισε να δυσκολεύει όταν με διέγραψε πρώτα η Νίκη. Απόρεσα  πραγματικά, της έστειλα μήνυμα μα ήταν αμετάπιστη. Σε έκανα ντιλιτ, μου είπε. Πέρασα το χέρι μου ανάμεσα στα μαλλιά μου, έτσι κάνω όταν δυσκολεύομαι κι άρχισε να με πιάνει τρόμος στην ιδέα πως θα μπορούσαν να με διαγράψουν όλοι. Μούσκεψα το βράδυ στον ιδρώτα, πετάχτηκα επάνω άνοιξα τον υπολογιστή. Ναι, οι σκέψεις επαληθεύονταν. Και άλλοι δυο φίλοι με διέγραψαν. Το πρωί πήγα στο καφενείο σκοτωμένος, δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν. Τι να τους έλεγα άλλωστε. Δεν είχα κανέναν φίλο εκεί, εμένα οι φίλοι μου ήταν στις οθόνες κι μου ράγιζε η καρδιά που τους έβλεπα μετα από τόσα χρόνια να αποχωρούν. Να με  διαγράφουν ένας-ένας. Γύρισα το μεσημέρι είδα πως είχαν αποχωρήσει άλλοι δέκα. Δεν προσπάθησα να μεταπείσω κανέναν και τα κουβέντιασα με τον Τζονυ. Ο Τζόνυ είναι ο καλύτερος μου φίλος. Μη φοβάσαι μου είπε στο τσατ, δεν μπορει να σε διαγράψουν όλοι, κάποιο λάθος θα έκανες. Εσυ, του λέω για ένα μικρό λάθος θα με διαγράψεις. Εγω Βαγγέλη δε θα σε διαγράψω ποτέ. Λοιπόν πάρε μια μέρα το λεωφορείο κι έλα να τα πούμε απο κοντά. Να έρθεις στο σπίτι μου να φάμε και να πιούμε. Θα έρθω του είπα, στο υπόσχομαι. Όπως περνούσαν οι μέρες, σιγά-σιγά, ίσως μέσα σε ένα μήνα μου είχαν απομείνει μόνο δώδεκα φίλοι. Είχα συνηθίσει πια και δεν μου έκανε καμιά εντύπωση. Τελείωσε αυτή η δουλειά έλεγα στον εαυτό μου κι έψαχνα να βρω δουλειά αλλά που..
Πήγα απο δω, ρώτησα απο εκει, τίποτα. Η Ελένη δεν μου μιλούσε άλλο. Πάψαμε να κάνουμε και έρωτα, το πράγμα χειροτέρευε άγρια. Εκείνο το Σαββατοκύριακο είχα αποφασίσει πως χρειαζόταν να πάω  να βρω τον  Τζόνυ. Περιττό να σας πω, πως ήταν ο τελευταίος, ο μοναδικός φίλος που μου είχε απομείνει. Αλλα ήταν πραγματικός, μη σε νοιάζει με παρηγορούσε και τα κουβεντιάζαμε συνέχεια. Εσυ πόσους φίλους έχεις; τον ρωτούσα αν και έβλεπα στο προφιλ του πως είχε πάνω απο τρεις χιλιάδες. Χαχαχα! γελούσε μη το σκέφτεσαι καλέ μου, θα έρθεις τη Δευτέρα που μου υποσχέθηκες; Θα έρθω του είπα και το φιξάραμε. Μου έδωσε οδηγίες πως θα πάω γιατι το σπίτι του ήταν έξω απο την πόλη. Με το κεφάλι σκυφτό, το μυαλό μου καρφωμένο στους δρόμους, γύριζα σαν αδέσποτος σκύλος. Όλη εκείνη την Κυριακή δεν πήγα καθόλου στην Ελένη. Σκεφτόμουν μόνο πως θα έφτανα στον Τζόνυ. Μόνο ο Τζόνυ θα με έζωζε, αυτός, ο τελευταίος οθονικός μου φίλος. Βέβαια το είχα παρακάνει με την Ελένη,  καλά μου είπε, έπρεπε να την αφήσω ήσυχη. Όπως μου ρχόταν στο νου η σκέψη πως θα ζούσα χωρίς αυτήν κάθισα σε ένα παγκάκι κι έκλαψα.
Κάποια στιγμή σηκώθηκα. Πέρασα πάλι το χέρι, τα δάχτυλα ανάμεσα στα μαλιά μου. Έκανε κρύο. Ένας ψιλός αέρας σφύριζε πάνω απ τις κορφές των κτιρίων. Προχώρησα προς την υπόγα, μόνος,  πεινασμένος,  κι άυπνος δυο, τρεις μέρες, δεν ξέρω πόσο. Είχα μια ξεχασμένη τσίχλα  στην τσέπη του πουκαμισου, την ξεκόλλησα, είχε μείνει λίγο χαρτί γύρω της. Την έβγαλα προσεκτικά και την ξαναμάσησα. Αλλά χορταίνεις με την τσίχλα; Γιατί να πεινάνε οι άνθρωποι; τι χρειαζόταν το φαί; μήπως έπρεπε η φύση να φρόντιζε διαφορετικά για τους ανθρώπους; Δηλαδή να μην έχουν ανάγκη να τρώνε; Έκανα τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μου ακόμα κι όταν είχα μπει στην υπόγα. Κάθισα στο λειψό τραπέζι, άναψα το κερί. Το φως ήταν κομμένο καιρό. Έψαξα να βρώ κάτι να τσιμπήσω, καμμιά φορά έκρυβα κανένα κομμάτι ψωμί σε  σακούλες νάυλον αλλά αυτή τη φορά δεν είχα κρύψει ούτε τρίμα. Μόνο ένα σαπισμένο ροδάκινο, που ήταν στην βρώμικη κουζίνα  βρήκα. Το πλυνα, το καθάρισα όπως μπορούσα και το έφαγα. Έφαγα και το κουκούτσι. Η ψίχα του ροδάκινου δεν τρώγεται, είναι πικρή. Θεόπικρη και πιάνει μούχλα. Όμως αυτή η ψίχα με  κράτησε. Έριξα ένα παλιό πέτσινο μπουφάν στους ώμους και βγήκα στο δρόμο. Νύχτα ήτανε, το ξεροβόρι θέριζε τον κόσμο μου. Ξεκίνησα να περπατώ. Περπατούσα, περπατούσα, δεν ξέρω πόσες ώρες, και το χάραμα  είχα βγει απο την πόλη όπως μου είχε πει ο Τζόνυ. Ναι, εκεί πήγαινα, που αλλού, δεν είχα που αλλού να πάω. Να ερθεις οπωσδήποτε, θα σε φιλοξενήσω, να μείνεις όσο θέλεις μου είχε πει και με είχε κατασυγκινήσει.Και να τώρα που έφτανα σε κείνη την ερημιά που με είχαν φέρει οι οδηγίες του. Πήρα το μονοπάτι που έβγαζε πίσω απο τον λόφο. Έστριψα μια μεγάλη στροφή. Είδα το σπίτι του Τζόνυ. Μικρό μου φάνηκε. Μικρούλι.  Θα μας χωρούσε άραγε και τους δυο; Προχώρησα κατα εκεί. Ο ήλιος είχε φέξει για τα καλά. Οι πόρτες είναι ανοιχτές, μου είχε πει ο Τζόνυ. Δεν κλειδώνω ποτέ. Πράγματι, ήταν ανοιχτές. Μπήκα απο την μία  με σιγανά βήματα. Η ανάσα μου σχεδόν σταματημένη. Προχώρησα στο μικρό διάδρομο. Μπήκα στη σάλα. Κοίταξα πάνω στο γραφείο. Ένας γάτος καθόταν πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή και μου χαμογελούσε.

ΤΕΛΟΣ

-->


Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

ΓΥΜΝΌ ΠΟΔΑΡΙ.



yes 010.jpg



Μόνο που τους βλέπεις σου  ρχεται να σκάσεις στα γέλια. Είναι μερικοί άνθρωποι, ανεκδιήγητοι, αστείοι. Όλα τα βλέπουν αστεία και νομίζω τώρα δεν υπάρχουν τέτοιοι. Το μούτρο τους, η κοψιά τους σε προδιαθέτει, λες τώρα θα την πει. Ένας τέτοιος ήταν ο φίλος μου ο Άιδονίδης. Κοντός, χοντρός, ασουλούπωτος, με στραβά πόδια, πονηρούτσικο μούτρο- οι ωραίοι δεν βγάζουν χιούμορ. Είναι σαν να έπαιζε κωμωδία ο Κούρκουλος. Τέλος πάντων ο Περικλέτος, έτσι τον φωνάζαμε τον Αιδονίδη, κανείς δεν θυμόταν το κανονικό του, έπαιζε με τη ζωή σαν τη γάτα με το ποντίκι.
Είχα μείνει άνεργος εκείνο τον καιρό και γύριζα άσκοπα στην Καλλιθέα και αλλού. Σποραδικά τα Σαββατοκύριακα δούλευα γκαρσόν στου Μπάρμπα -Γιάννη, ερχόταν και ο Περικλέτος, πίναμε καφέδες στις πλατείες. Εμ, τι το πέρασες, εδω Μαυρόπουλε, παράδεισο; δε γαμιέται, μη νοιάζεσαι, μου λεγε ξύνοντας το πονηρό του μούτρο γελώντας. Όλο γελούσε, που το βρισκε το κέφι; δεν τον είχα δει ποτέ σοβαρό, ακόμα και σε μια κηδεία που είχαμε πάει, γελούσε. Κινδυνέψαμε να γίνουμε νούμερα, σαράντα χρονών σοβαροί άνθρωποι με γραββάτα. Αλλά πως να γλίτωνα απο τον Περικλέτο; και δεν το θελα κιόλας, γούσταρα τις πλάκες του.
Μια μέρα, εκει που περπατούσαμε στην πλατεία γύρω- γύρω μήπως βρούμε κανα δεκάρικο, κάνει έτσι και σκάει μια σφαλιάρα σε ένα μπροστινό μας που ήταν και γορίλας. Γυρνάει εκείνος ξαφνιασμένος πιάνοντας τον πονεμένο σβέρκο του έτοιμος να τον φάει. Α, ρε φίλε, του είπε ανοίγοντας τα μάτια, δεν ξέρεις πόσο μοιάζεις με έναν φίλο μου! Όποτε τον βρίσκω του ρίχνω σφαλιάρες΄! συγνώμη, τι να σου πω; Τι να κανε κι ο γορίλας; έφαγε τη σφαλιάρα του κι έφυγε απορημένος. Έχεις αλήθεια τέτοιον φίλο; τον περιέπαιξα. Ποιός εγώ; δε με πιστεύεις; να, σου ορκίζομαι στη ζωή της μάνας μου. Τι να του λεγα; Η μάνα του είχε πεθάνει χρόνια.
Μια άλλη μέρα, με πήρε τηλέφωνο. Πάμε να φάμε , μου λέει. Σου κάνω το τραπέζι Μαυρόπουλε, γιατί σε λίγο σε βλέπω να γίνεις μαυροπούλι από την πείνα. Ντύσου, βάλε κουστούμι, γραβάτα και τα λοιπά. Θα σε πάω στο Δελφοί, στο Σύνταγμα.
Το Δελφοί ήταν ένα αριστοκρατικό εστιατόριο, άλφα κατηγορίας.. Ας πάω, είπα κι έβαλα τα καλά μου. Συναντηθήκαμε και ο Περικλέτος έμοιαζε με Αμερικανάκι, ντυμένος στα παρδαλά. Πουκάμισο σαν τραπεζομάντηλο με κίτρινα και μπλέ τετραγωνάκια, γραβάτα κοκκινόμαυρη κι αυτή με τετραγωνάκια, ριγέ παντελόνι, αχνογάλαζο, γκρίζο σακκάκι και ρεμπούμπλικο. Σαν σταυρόλεξο είσαι; του είπα και με κοίταζε λοξά κρατώντας ένα κουτί τυλιγμένο με χαρτί πολυτελείας, κορδέλλες και λοιπά. Τι έχεις εκεί; τον ρώτησα όταν κατεβήκαμε από το ταξί στο Σύνταγμα. Α, τίποτα, είπε σοβαρά. Ένα δώρο για τη μάνα μου. Τι να του λεγα; πως ήταν πεθαμένη χρόνια; Δεν άλλαζε τίποτε. Έσκασα στα γέλια. Τι γελάς; και το στομάχι του τρανταζόταν από τα δικά του γέλια. Πω,πώ! μια συμφορά είμασταν, σαν τον Ούγκο Τονιάτσι και τον Βιτόριο Γκάσμαν στους Εντιμότατους Φίλους μου. Μπήκαμε στο εστιατόριο, κοίτα μην κάνεις καμιά μαλακία, του ψυθίρισα, έχεις λεφτά;  Ποιός εγώ; και βέβαια έχω, τι με πέρασες εμένα κι έκανε να βγάλει ένα μάτσο από την τσέπη του. Αλλά δεν το βγαλε.
Τον πίστεψα δεν τον πίστεψα, δεν έχει σημασία. Πεινούσα και μόλις καθήσαμε παράγγειλε, Αστακό, σαλάτες του σεφ, Γαλλικό κρασί ροζέ Σελάρ που ήξερε πως ήταν η αδυναμία μου. Αιντε γεια μας φίλε! μου είπε και έδιωξε με νεύμα το γκαρσόν που μας έβαλε κρασί στα  ποτήρια μας. Άλλο κακό και τούτο, ένας άνθρωπος να στέκεται από πάνω σου και να σου γεμίζει το ποτήρι μόλις δει ότι άδειαζε. Δεν το μπορούσαμε και τέλος πάντων, αφού φάγαμε κι ανάψαμε τσιγάρο, μου ψυθίρισε στο αφτί. Μαυρόπουλε, λεφτά δεν υπάρχουν! Μου πεσε το τσιγάρο από το χέρι, το γκαρσόνι έτρεξε να το πιάσει στον αέρα και μου το βαλε στο στόμα που έχασκε. Θα φάμε ξύλο, του είπα σοβαρά όταν συνήλθα. Μη σε νοιάζει, πόδια έχεις; για να δω...και μου σήκωσε το ρεβερ να δει τα πόδια μου, γυμνά είναι, αποφάνθηκε, γι αυτό, σε λίγο, κάντην εσύ, συνέχισε, πες πως θέλεις να πάρεις λίγο αέρα, αν σε ρωτήσουν και περίμενέ με στη γωνία Όθωνος και Φιλελλήνων. Εντάξει; Τι να έκανα; Σηκώθηκα σιγανοπατώντας, κατόρθωσα να μην ιδρώσω και μόλις έφτασα στη γωνία των δρόμων που μου είπε, κοντοανάσανα και χτύπησα το κούτελό μου. Ρε, τι είχα πάθει! Όμως σε λίγο εμφανίστηκε σιγανοσφυρίζοντας ο Περικλέτος. Άνετος, μια χαρά. Μόλις έφτασε κοντά μου, κοίταξε πίσω κι ύστερα, τρέξε! μου είπε.
Το βάλαμε στα πόδια και σταματήσαμε μόνο όταν φτάσαμε στο Ζάππειο. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι, ο κίνδυνος είχε περάσει. Πως ξέφυγες ρε; τον ρώτησα σοβαρά. Α, εύκολο, έκανε γελώντας. Τους είπα πως θα πάω να πάρω τσιγάρα. Ρώτησα το γκαρσόνι αν έχουν τσιγάρα μάρκας Γκουανταλαχάρα και μου είπε όχι προθυμοποιούμενος να πάει στο περίπτερο να μου πάρει. Σιγά μην τον άφηνα. Άσε, ευχαριστώ, του λέω, πετάγομαι εγώ στο περίπτερο απέναντι, μόνο έχε το νού σου στο πακέτο, έχω μέσα ένα ακριβό δώρο για τη μάνα μου. Έμεινα να τον κοιτάζω εμβρόντητος, με τη σκέψη πως το γκαρσόνι ακόμα θα φυλάει το δώρο του Περικλέτου.

ΤΕΛΟΣ



Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

ΈΧΤΡΑ Λαρτζζζζ.



ΕΞΤΡΑ ΛΑΡΤΖΖΖΖΖ!...

 

Καθόμουν στην έκτη στάση Ιλισίων και περίμενα το λεωφορείο να πάω στη δουλειά μου. Η ώρα ήταν τρεις το μεσημέρι, ο ήλιος έσκαγε σαν σφυρί στο κεφάλι μου, - το ένιωθα σαν εκείνο το μπρούτζινο γκόγκ που χτυπούσε ο μαύρος, στην αρχή των παλαιών τανινών του κινηματογράφου. Κόσμος πολύς δεν περίμενε, ίσως πέντε-έξι στέκονταν γύρω μου. Ναι, πέντε-έξι και μια χοντρή γυναίκα έγκυος. Την παρατηρούσα και σκεφτόμουν, πως αντέχουν οι χοντροί το βάρος τους και πόσο μάλλον όταν είσαι και έγκυος γυναίκα. Τι κοιτάς; με ρώτησε με έχθρα κι εγώ γύρισα πίσω μου να δω σε ποιον μιλάει. Εγώ; έδειξα με τον δεξιό δείχτη τον εαυτό μου, απορημένος. Ναι, εσύ! μου φώναξε. Που κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις! και μ έκανε να κοκκινίσω από ντροπή. Εγώ είμαι συνεσταλμένος, δεν είμαι όποιος κι όποιος, πήγα δικαιολογηθώ αλλά η χοντρή είχε πάρει ανάποδες και μ έστρωσε στο κυνήγι. Το βαλα στα πόδια, τι να κανα; ενώ πίσω μου έπεφτε το γέλιο της αρκούδας. Φυσικά κατάφερα να ξεφύγω εύκολα απ την γκαστρωμένη χοντρή και λίγο πιο κάτω, σταμάτησα το τρέξιμο να ξελαχανιάσω. Ρε, τι έπαθα, σκεφτόμουν, μεγάλος άνθρωπος, πενήντα χρονών τώρα εγώ, να με κυνηγάει μια χοντρή κι όπως κοίταζα το λεωφορείο που ερχόταν-πάει το είχα χάσει- μου ήρθε ένα μπουγέλο νερό απ το χέρι της χοντρής μέσα απο το λεωφορείο! Με πήρε κι ο αέρας απ τη φόρα του οχήματος- το νερό κύλησε στο κουστούμι μου, έγινα μούσκεμα, πως θα πήγαινα τώρα στη δουλειά μου; Ανασηκώθηκα, τινάχτηκα κι ένας περαστικός με κοίταζε με λύπηση. Τα μάτια μας συναντήθηκαν κι απορήσαμε και οι δύο. Αυτός άνοιξε τα χέρια του, δείγμα πως με συλλυπούταν και έφυγε το δρόμο του. Εγώ κοίταξα μια μπρος μια πίσω και αποφάσισα να πάω πίσω στην έκτη στάση, ήταν πιο κοντά απ ότι υπολόγισα. Περπατούσα αργά, δε μ ένοιαζε και να καθυστερούσα στη δουλειά μου- ήμουν προϊστάμενος στην τροφοδοσία μεγάλου εμπορικού οίκου τριάντα χρόνια τώρα. Σκέφτηκα να πεταχτώ σπίτι ν αλλάξω αλλά ντράπηκα , τι θα λεγα στη γυναίκα μου; κι έπειτα όπως το παρατηρούσα σε λίγο θα στέγνωνε. Βέβαια θα της το έλεγα το βράδυ και θα γελούσαμε, α, γελάμε πολύ με την γυναίκα μου, παιδιά δεν έχουμε, δε μας έδωσε ο θεός, έτσι έλεγε αυτή κι έκανε σταυρούς. Έφτασα ξανά στην έκτη στάση και ήμουν μόνος. Καλύτερα, σκέφτηκα, μην έχουμε πάλι κανένα άτυχο γεγονός. Σε λίγο όμως είδα να καταφτάνει δρομαίως ο φίλος μου ο Λεωνίδας. Ο Λεωνίδας, ναι βέβαια, φίλοι από παιδιά. Μαζί στο δημοτικό, μαζί στο γυμνάσιο, στις αλάνες, αργότερα είχε γίνει και κουμπάρος αλλα εμείς κρατούσαμε το φίλος. Φίλος είναι άλλο πράγμα, έλεγε ο Λεωνίδας, κουμπάρο κάνεις κι από συμφέρο. Μόλις έφτασε κοντά μου, ξελαχάνιασε, μου δωσε το χέρι, του δωσα το δικό μου, πάντα έτσι έκανε, όποιον συναντούσε τον χαιρετούσε δια χειραψίας, εγώ το βαριόμουν αυτό αλλά τι να κανα; φίλος ήταν. Τι κάνεις εδώ ρε; με ρώτησε με έξαψη. Και γιατί είσαι μούσκεμα; κοίταξε τον ουρανό. Μήπως έβρεξε μονάχα εδώ; κι έδειξε γύρω. Είχε πλάκα ο μπαγάσας. Α, τίποτα, έριξα ένα μπουκάλι νερό πάνω μου, κάνει πολύ ζέστη, δεν κάνει; Κι άμα κάνει ζέστη, μπουγελώνεσαι μοναχός σου; ξεκαρδίστηκε στο γέλιο. Εντάξει, αλλά εδω τι κάνεις; σοβαρεύτηκε. Περιμένω το λεωφορείο, είπα ήσυχα. Εσύ; περιμένεις το λεωφορείο; τόνισε τα λόγια του. Τι να το κάνεις το λεωφορείο; Να πάω στη δουλειά μου ρε Λεωνίδα. Και γιατί θα πας με το λεωφορείο; εσύ μισείς τα μέσα μαζικής μεταφοράς; γιατί δεν παίρνεις το αυτοκίνητο σου; Έχω αυτοκίνητο εγώ; άνοιξα τα μάτια μου. Ωστόσο είχε μαζευτεί κόσμος και παρακολουθούσε τη συζήτηση. Τι θέλετε σεις; τους έδιωξε πέρα με το χέρι του σαν να έδιωχνε μύγες, ο Λεωνίδας. Ρε, άιντε πάμε να πάρεις το αυτοκίνητο, τρελάθηκες; Και με παρέσυρε αγκαζέ στο δρόμο..

Προχωρούσαμε με τον Λεωνίδα αγκαζέ και μου φάνηκε κάπως. Γύρισα και τον κοίταξα. Μου φάνηκε ψηλός σα μια πολυκατοικία. Με κοίταξε κι αυτός. Τι με κοιτάς; μου είπε. Κάνεις σα να με βλέπεις πρώτη φορά. Όχι, ρε του λέω, τι πρώτη φορά... και μέσα μου σκεφτόμουν αν πράγματι τον έβλεπα για πρώτη φορά. Μην κάνεις σαν χαζός, σε πείραξε το μπουγέλο που σου ριξε η χοντρή; Έλα, φτάσαμε κάτσε λίγο να τα πούμε, εγω δεν έρχομαι μέσα. Καθίσαμε στο πεζούλι δίπλα στο γκαζόν της μονοκατοικίας. Α, ρε κερατά! έχεις το πιο ωραίο σπίτι στα Ιλίσια. Και μόνο γι αυτό, σε ζηλεύω. Μόνο γι αυτό; άνοιξα τα μάτια μου. Εντάξει, και το αυτοκίνητο σου δεν παίζεται, εγώ δεν είχα ποτέ πόρσε, έκανε κι έδειξε την μαύρη πόρσε που ήταν αραγμένη στο γκαράζ. Ο ίσκιος που έπεφτε από τα μεγάλα δέντρα δρόσιζε τον χώρο. Ωραίες οι ακακίες αλλά γεμίζουν τον κόσμο με τα άνθη τους, είπε ο Λεωνίδας και τις κοίταζε. Της γυναίκας σου θα της βγαίνει η πίστη για να μαζεύει όλα αυτά τα άνθη και τα κίτρινα φύλλα ε; Ο παππούς σου δεν είπες πως τις φύτεψε; Κοίταξα τα δέντρα κι έγνεψα ναι, τι να λεγα; ότι δεν τις φύτεψε; Λοιπόν, συνέχισε, άιντε να σε αφήσω τώρα εγώ να πας και στη δουλειά σου, γιατί άργησες κιόλας. Εντάξει κουμπάρε; έλα γεια. Φιλιθήκαμε σταυρωτά. Πάντα έτσι κάναμε όταν χωρίζαμε με τον Λεωνίδα, μου σφιξε πάλι το χέρι, ωχ αυτές οι ατέλειωτες χαιρετούρες του! Κι έφυγε. Με άφησε μόνο μου. Εντάξει, λέω, ας μπω να πάρω την πόρσε να πάω στη δουλειά μου, τι κάθομαι; Άνοιξα την εξώπορτα, προχώρησα στο διάδρομο, έψαξα τα κλειδιά μου, φτάνοντας κοντά στο πολυτελέστατο αυτοκίνητο. Αλλα κλειδιά δεν υπήρχαν επάνω μου. Έψαξα όλες τις τσέπες, την τσάντα μου, τίποτε. Που στο διάολο είχαν πάει τα κλειδιά; Τα είχα χάσει; Και πως θα έπαιρνα τώρα το αυτοκίνητο; Α, σκέφτηκα, θα χτυπούσα το κουδούνι να μου ανοίξει η γυναίκα μου, αλλά εγώ δεν είχα ούτε γυναίκα ούτε αυτοκίνητο, τι διάολο έκανα εκεί; Γύρισα να κοιτάξω για τον Λεωνίδα αλλά κι αυτός είχε φύγει πολλή ώρα πριν... Ένας μεγάλος μαύρος σκύλος βγήκε από το σπιτάκι του και ερχόταν προς εμένα με αργά απειλητικά βήματα. Οπισθοδρόμησα ιδρωμένος, σύγκορμα. Θα είχα κιτρινίσει πολύ, ο φόβος κάλπασε σαν λευκό άλογο στις φλέβες μου. Κατουρήθηκα. Όπως πήγαινα πίσω-πίσω σκόνταψα σε μια πέτρα, κύλησα στο πράσινο γκαζόν, το πουκάμισο μου γέμισε πρασινάδα-πως θα πήγαινα έτσι στη δουλειά μου; γεμάτος πρασινάδες; ο διευθυντής θα γκρίνιαζε και με το δίκιο του. Ωστόσο ο μαύρος σκύλος είχε φτάσει από πάνω μου κι με έγλειφε με μια τεράστια γλώσσα. Ένιωσα τα σάλια του να κυλάνε σ αυτιά μου, αισθάνθηκα χειρότερη αηδία από κείνη που ένιωσα όταν με μπουγέλωσε η χοντρή, σηκώθηκα έτοιμος να το βάλω στα πόδια αλλά δεν το κανα γιατί θυμήθηκα πως άμα το βάλεις στα πόδια ο σκύλος θα σε δαγκώσει οπωσδήποτε κι έτσι στήθηκα απέναντί του, αντιμέτωπος με τα ήρεμα μάτια του. Έσμιξα τα χείλια μου μπρος και έξω, απόρεσα με τη συμπεριφορά του. Πάντα φοβόμουν τα σκυλιά, δε θα αγόραζα ποτέ έναν σκύλο και μάλιστα μαύρο, ίσως κανένα χαζόσκυλο, κανένα Ραν-Ταν-Πλαν ναι, αλλά μαύρον και τεράστιο σαν τούτον εδώ; Ποτέ. Αλλά ο μαύρος σκύλος στεκόταν χαρούμενος εκεί μπροστά μου. Κουνούσε την ουρά του πέρα-δώθε, πέρα-δώθε. Λες να ήταν δικός μου ο σκύλος;

Τέλος


Profile

56painter ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ
ΕΞΑΡΧΕΙΑ
Το προφίλ μου

O Κώστας Πλιάτσικας είναι ζωγραφος και συγγραφέας.Το εργαστηριο του βρισκεται στην οδο Μαυρομιχάλη 76 στα Εξαρχεια. τηλ.6983610743

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Δεκέμβριος 2016
ΚΔΤΤΠΠΣ
    123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031
       

Tags

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ:
Powered by pathfinder blogs