Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Ποιος φοβάται την ερημιά.


ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ;

Ήταν ένας μακρύς δρόμος στην Αριζόνα ή την Αμαλιάδα. Ξεκινούσε από ένα μικρό ύψωμα, έκανε μια μεγάλη καμπύλη, ίσιωνε στην άγονη σαβάνα, χανόταν στο βάθος της Δύσης, καθώς στένευε εντυπωσιακά, με προοπτική. Ψυχή δε φαινόταν πουθενά, άκρα ησυχία ενός πρωινού που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο, το άνυδρο τοπίο, οι γκρίζοι βράχοι, ακούνητες σκιές ακολουθούσαν το μάτι και ούτε τα βήματα του μοναχικού διαβάτη που βάδιζε στην άσφαλτο δεν έσπαζαν την απόλυτη ησυχία. Δε φορούσε παπούτσια; ή τα είχε καλύψει με πανιά; Ποιον φοβόταν σε τούτη την ερημιά; Ήταν ένας άνθρωπος μέσης ηλικίας με γένια και μαλλιά μεγάλα, άπλυτος, κακοντυμένος, νηστικός. Πόσες μέρες θα είχε να φάει; κι έπειτα; δεν τον ένοιαζε καθόλου ή δεν έμοιαζε να τον νοιάζει. Αυτός κάπου πήγαινε, είχε τον προορισμό του, που μπορεί να ήταν ένα μυστικό αφού σε κανέναν δεν είχε πει που πήγαινε. Σταμάτησε λίγο στην κατηφόρα, έβαλε το χέρι του αντήλιο, έψαξε πέρα μακριά στο βάθος του δρόμου, προσπαθώντας ν ανακαλύψει κάτι. Η αγωνία ζωγραφίστηκε στις ρυτίδες του. Δεν μπορεί; κάπου εκεί έπρεπε να βρίσκεται αυτό που έψαχνε δε χάνονται τόσο εύκολα οι άνθρωποι, έστω κι αν οι δρόμοι είναι τόσο μεγάλοι. Ξαναπήρε τα βήματα του σαν Ινδιάνος- ή μήπως ήταν ;- χωρίς να σκέφτεται τίποτε πια. Τι χρειαζόταν οι σκέψεις στην ερημιά;
Θα είχε φτάσει στη μέση του δρόμου και είδε λίγο πιο μακριά του έναν όγκο που έμοιαζε με ανθρώπινο κουφάρι ξαπλωμένο μπρούμυτα καταμεσής στην άσφαλτο. Πλησίασε γοργά προς τα κει, του φάνηκε σαν πεθαμένος, δεν σάλευε καθόλου, μπορεί και κοιμισμένος αλλά στη μέση του δρόμου; Κοιμούνται οι άνθρωποι καταμεσής στην άσφαλτο; Δεν κοιμούνται αλλά να που ετούτος βρισκόταν εκεί, λίγο μακριά του ακόμα κι έμοιαζε όντως να κοιμάται. Έφτασε ακριβώς από πάνω του, τον παρατήρησε όπως ήταν μπρούμυτα, τον γύρισε με το πόδι ανάσκελα. Φορούσε ένα κουστούμι ακριβό, μια γραβάτα πιο ακριβή, σφιχτή στο κολάρο του άσπρου πουκάμισου. Τα μάτια του ήταν κλειστά, τα μέλη του παραδομένα, χαλαρά αλλά δεν είχε την όψη του νεκρού. Ο διαβάτης έσκυψε, ακούμπησε το αυτί του στο μέρος της καρδιάς. Τίποτε. Τι τον ένοιαζε αυτόν; μπορεί να ήταν και νεκρός. Με αργές κινήσεις, έψαξε τις τσέπες του σακακιού, βρήκε το πορτοφόλι του. Ανασηκώθηκε, το άνοιξε, μερικά κέρματα, έπεσαν στο έδαφος, κύλισαν την κατηφόρα, τίποτε άλλο. Με βιαστικές κινήσεις τα πρόλαβε, τα πάτησε με το πέλμα του, τα μάζεψε, στην αγκαλιά του,- θα του ήταν χρήσιμα, πάντα τα χρήματα είναι πιο χρήσιμα από τους πεθαμένους. Τα έβαλε στην δικιά του τσέπη, έκανε μια γκριμάτσα σιχασιάς, έφτυσε προς το μέρος του ξαπλωμένου, πέταξε το πορτοφόλι δίπλα του. Με προσοχή τον ξαναγύρισε μπρούμυτα και πήρε πάλι ήσυχος το δρόμο του. Θα είχε ξεμακρύνει κανένα χιλιόμετρο στην ευθεία, όταν ξαναέστρεψε το βλέμμα του πίσω . Το κουφάρι ήταν ακόμα εκεί, μια μουντζούρα στην άσφαλτο, ένας απροσδιόριστος όγκος στον απροσμέτρητο κόσμο μας.

 μακης καφενειο και άλλες 004.jpg

 


Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Γλώτταν...


ΓΛΩΤΤΑΝ ...

Δεν είμαι φιλόλογος με την επαγγελματική ιδιότητα της λέξης, -ο καθένας άνθρωπος οφείλει να είναι φίλος του λόγου,- πόσο μάλλον εμείς οι Έλληνες που είχαμε την τύχη να μας "χαρίσουν" αυτό το τεράστιο δώρο, την χρήση της Ελληνικής γλώσσας. Παιδιόθεν οι λέξεις μου δημιουργούσαν απορίες, τις έψαχνα, προσπαθούσα να βρω άκρη μαζί τους και πολλές φορές οι συγκρούσεις μου ήταν τρομαχτικές. Σαν συγγραφέας, βέβαια, το μέγεθος της τριβής και της ανέλιξης αυτών καθαυτών των νοημάτων, λέξεων, ονομάτων, επιθέτων, γινόταν ακόμα πιο επικίνδυνο. Και λέω επικίνδυνο, επειδή είναι πολύ εύκολο να διολισθήσεις σε σφαλερούς δρόμους, αν δεν μπορέσεις να κατανοήσεις, να τελειοποιήσεις μέσα σου, την δυνατότητα που παράγουν στην εξέλιξή τους. Έτσι, οι λέξεις από μόνες τους παράγουν μια ενέργεια, δεν είναι άψυχες, άρα διακινούνται προς μια εντελέχεια. Η Αριστοτελική αυτή έκφραση, η τάση προς την τελειότητα, εκφράζει από μόνη της ολόκληρο τον μύθο της ανθρώπινης διάστασης, την δυνατότητα να μετεξελιχθεί μια ιδέα, ένας σπόρος, σε ενεργειακή κατάσταση. Πως γίνεται ένας κορμός δέντρου, τραπέζι; Πως ο πέτρινος όγκος μεταβάλλεται σε άγαλμα; Η διαρκής αναζήτηση του τέλειου, η συνέχεια του άμορφου προς μορφή, ψυχή, ανανεώνει το φάσμα του πολιτισμού μας.


-->


Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ

Πολλές φορές συναντιούνται

με ρούχα ωραία τα κορμιά

αναλογίστηκα μετά πως

αυτή η αγκαλιά της γλυκιάς στιγμής που φεύγεις ή έρχεσαι

δεν είναι κάτι απερίγραπτο;

Όχι δε μιλώ για την άπλα ενός κρεβατιού

με νοιάζει η αγκαλιά του λεπτού

με ανθρώπους που δεν είναι ανάγκη ν αγαπήθηκαν με πάθος-

αυτοί ξέρουν πόσο αγαπήθηκαν-

το τρίψιμο των λαιμών και των παρειών

τα σώματα φευγαλέα ενώνονται στήθος με στήθος μέχρι τις μύτες των ποδιών

και μένει σαν ένα κλικ στη μνήμη

και μια λύπη λέει, πως δε θα ξανάρθουν τέτοιες στιγμές.


[Ανέκδοτη ποίηση Κώστα Πλιάτσικα. Εδώ προσπάθησα ν αποδώσω στιγμή αποχαιρετισμού ή ερχομού, δεν ξέρω αν τα κατάφερα να αποδώσω το συναίσθημα.]


ok 021.jpg



Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑ.


ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑ.

 

Ήμουν τότε, μια νέα και όμορφη γυναίκα αλλά μόνη. Κατάμονη. Ψηλή, με μακριά μπούτια και λίγες παραπάνω τρίχες στις μασχάλες που τις άφηνα επίτηδες μακριές. Τα καλοκαίρια που φορούσα ξέπλατα ή κοντομάνικα οι άντρες ξετρελαίνονταν μαζί μου. Το έβλεπα στα μάτια τους, πως κοίταζαν εκεί και σκέφτονταν σίγουρα το κάτω μου. Θα ήμουν τότε είκοσι πέντε χρονών, ωραία γυναίκα. Τα μαλλιά μου καστανά, τα μάτια μου καστανά, τα χέρια μου καστανά, όλα καστανά ήταν πάνω μου. Και οι άντρες να τρελαίνονται για μένα αλλά εγώ, είπαμε, ήμουν μόνη. Κατάμονη. Μου άρεσε να με κοιτάνε οι άντρες, μα μέχρι εκεί. Εγώ τους κοίταζα όταν δεν με κοιτούσαν, όταν δε με έβλεπαν, γιατί ντρεπόμουν. Φίλες δεν είχα, ήμουν μόνη, δεν ήξερα γιατί ξυρίζονταν κάτω, εγώ άφηνα παντού τις τρίχες μου να μεγαλώνουν, στα μπούτια και στις γάμπες δεν είχα, ήταν λείες κι έφταναν μόνο μέχρι τις μασχάλες των ποδιών, έβγαιναν λίγο έξω από τη μικρή μου κυλοτίτσα, την σιέλ-τρελαίνομαι για τις σιελ κυλόττες, όλες μου οι κυλόττες είναι σιέλ- και όσο να προσπαθούσα να τις κρύψω, όταν φορούσα μίνι, μια πιθαμή φούστα, έβγαιναν έξω, καστανές και λίγο ρούσες προς το τελείωμα τους.

Είχα αποφασίσει να πάω σινεμά εκείνο το βράδυ. Καλοκαιράκι, θερινό σινεμά, πασατέμπο, τρελαινόμουν! Τέλειωσα τη δουλειά μου, πήγα στο σπιτάκι μου, είχα νοικιάσει ένα ωραιότατο δυαράκι, κάπου στου Αμπελοκήπους, τρελαίνομαι για τους Αμπελοκήπους! Μη μου πεις να μείνω αλλού! Σε σφαξα. Δεν είχα όρεξη να φάω δεν πεινούσα, σπάνια πεινούσα και δεν καταλάβαινα τους ανθρώπους που ήταν λαίμαργοι. Κοιμήθηκα, γυμνή, δε με έβλεπε κανένας, αν και οι άνθρωποι σε βλέπουν παντού, ούτε σεντονάκι δεν έριξα πάνω μου, ή ζέστη ήταν ανυπόφορη εκείνο το Καλοκαίρι, τι να κανα;  Κοιμήθηκα σα ζωάκι, σα γατούλα και ξύπνησα με την αίσθηση ότι είχα αργήσει. Πετάχτηκα επάνω δεν ήθελα να χάσω την ταινία. Ήθελα να δω την Τελευταία γυναίκα, με την Ορνέλα Μούτι και τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Τρελαινόμουν γι αυτούς τους δυο! Είχα διαβάσει σχόλια γι αυτή την ταινία και με είχαν  κάνει να νιώσω πως ήθελα να την δω.

Έφτασα στον κινηματογράφο φουριόζα, έκοψα εισιτήριο φουριόζα, μπήκα στο τσακ, φουριόζα και κάθισα κάπου πίσω. Πάντα πίσω καθόμουν. Ποτέ μπροστά ή στη μέση. Ένιωθα ανασφάλεια και αν ήμουν πίσω, θα μπορούσα εύκολα να την κάνω σε περίπτωση, πυρκαγιάς ή πανικού. Πάντα φοβόμουν τον πανικό των ανθρώπων, αν και πίστευα πως ήμασταν ασφαλείς, υπάρχει κράτος υπό νόμους έλεγε μια φίλη μου, αυτή που μετά θα απαρνιόταν αυτή τη σκέψη.
Είχα φορέσει την μια πιθαμή φούστα μου κι όλο την τράβαγα προς τα κάτω να μεγαλώσει. Τι μανία κι αυτή που έχουμε οι γυναίκες! Αφού μας αρέσει που τη φοράμε κοντή, την την τραβάμε προς τα κάτω;  Γέλασα μόνη μου, πάντα μόνη ήμουν εγώ. Κατάμονη. Πήρα πασατέμπο κάθισα, βολεύτηκα, άρχισα το κριτσ, κριτσ- υπ όψιν, άμα το κάνεις εσύ δεν σε πειράζει, άμα το κάνουν οι άλλοι είναι σπαστικό. Ωραίος ο Ζεράρ! Αλλά και η Ορνέλλα,πω,πω,  κορμάρα. Ήμουν αφοσιωμένη στο έργο αλλά κοιτούσα και γύρω μου να δω στο μισοσκόταδο ποιοι κάθονταν δίπλα μου, τα λουλούδια στα πλάγια της αίθουσας, κάποιους που ξαναπήγαιναν στο μπαρ να συλλέξουν ένα ποτό, ωραίο το συλλέγω ένα ποτό; Τότε πρόσεξα έναν ωραίο νεαρό, στην ηλικία μου, που ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Μου φάνηκε πως επίτηδες ήρθε εκεί, σα να είχε διαλέξει την θέση αλλά δεν μπορούσα να κάνω και τίποτε, ο καθένας μπορεί να καθίσει δίπλα σου. Τον κοίταζα λοξά που και που, ενώ αυτός έδειχνε να μην δίνει σημασία. Σε λίγο όμως ένιωσα  να με ακουμπάει με τον αγκώνα του στο μπούτι μου. Δεν έκανα καμιά κίνηση, να δείξω πως ξαφνιάστηκα, ποιος ξέρει, άθελα θα έγινε σκέφτηκα αλλά δεν με πείραξε κιόλας. Αμέσως όμως ένιωσα το μικρό του δαχτυλάκι να ακουμπάει στην λεία επιδερμίδα μου κι ανατρίχιασα αλλά πάλι δε με πείραξε. Αστον λέω, να δούμε τι θα κάνει. Είχε θράσος, φαινόταν, δεν μου είχε ξανατύχει να μου βάλουνε χέρι και δεν ήξερα πως ν αντιδράσω. Κοκκίνισα μεσ το σκοτάδι και μου άρεσε. Ντράπηκα που το παραδέχτηκα αλλά αφού μου άρεσε; Σε λίγο ο νεαρός κύριος ακούμπησε και το άλλο δάχτυλο κι άρχισε να κάνει μικρούς κύκλους πάνω στο μπούτι μου. Τρεμούλιασα και το κατάλαβε. Το απολάμβανε, το έβλεπα με το λοξό μου βλέμμα- δεν τολμούσα να στρέψω το κεφάλι μου από τον φόβο μην τον αποθαρρύνω. Αυτός σιγά-σιγά ακούμπησε όλη την παλάμη του στο μπούτι μου και με χάιδευε κανονικά τώρα. Τι να κανα; Δεν ήξερα αλλά αφού μου άρεσε; Είχε ωραία μακριά δάχτυλα και αργά-αργά πλησίαζε προς τις τρίχες μου. Ένιωθα φοβερή ηδονή, τέτοια που δεν είχα νιώσει άλλη φορά, εντάξει δεν ήμουν και του κατηχητικού, σκεφτόμουν τι σόι πράγμα είναι το κρυφό, αυτό που δεν μπορούμε να πούμε ούτε στον εαυτό μας, αυτό που δεν μπορούμε να ομολογήσουμε πως είναι τόσο γλυκό, είχα πηδηχτεί με πέντε-έξι άντρες αλλά ετούτο τώρα; Δεν ήξερα τι να κάνω, θα γινόμουν ρεζίλι αν ερχόμουν σε οργασμό και του τράβηξα απαλά το χέρι. Μη μωρέ! του είπα σιγανά κι αυτός έσκυψε στο αφτί μου και μου ψιθύρισε: «Θέλω να σε παντρευτώ!»  Απορημένη στο σκοτάδι σκεφτόμουν τι μου έλεγε και τι θα έκανε τώρα και πως μέχρι τότε, κανείς δε μου είχε κάνει πρόταση γάμου. Με είδα κιόλας στην οθόνη αντί της Ορνέλας, ντυμένη νύφη, τι βλέπει ο άνθρωπος στον ξύπνιο του, αλλά ο μέλλων άντρας μου δεν άργησε, άρχισε πάλι απ την αρχή, λίγο-λίγο, δειλά-δειλά με το δαχτυλάκι να με αγγίζει κι εγώ τον άφησα, άντρας μου ήταν μπορούσε να με κάνει ότι θέλει, ενώ τρεμούλιαζα, «Κι εγώ θέλω!» του απάντησα κι αυτό ήταν η αρχή του πανικού. Τότε τα φώτα άναψαν ξαφνικά, τέλειωσε η ταινία, έχασα το τέλος εκεί που τον κόβει ο Ζεράρ με το ηλεκτρικό πριόνι, η φωνή απ το μικρόφωνο ούρλιαξε, «αγαπητοί θεατές υπάρχει παγιδευμένη βόμβα, παρακαλούμε ν αποχωρήσετε με τάξη, δεν υπάρχει κίνδυνος όλα είναι υπό έλεγχο!» αλλά ποιος άκουγε, όλοι όρμησαν προς την έξοδο, οι σβέλτοι πρόλαβαν να βγουν, οι άλλοι, ανήμποροι, χοντροί δυσκίνητοι στο μυαλό και στο σώμα, τσαλαπατήθηκαν μεταξύ τους, δυο τρεις πέθαναν από ασφυξία, ενός το κεφάλι έβγαζε αίμα, μια όμορφη γυναίκα, στριμωγμένη στο ασανσέρ σοδομήθηκε, ενώ φώναζε δεν υπάρχει κράτος! και οι μόνοι που είχαν απομείνει ήμουν εγώ και ο νεαρός που ήθελε να με παντρευτεί, αγκαλιασμένοι στη μέση της άδειας αίθουσας , σε μια μοναδική καρέκλα του σκηνοθέτη, γιατί άραγε οι σκηνοθέτες είχαν διαλέξει αυτή την πάνινη καρέκλα για τον εαυτό τους, κανείς δεν μπορούσε ν απαντήσει με βεβαιότητα, «πως σε λένε;» ρώτησα προσπαθώντας να τον αγκαλιάσω περισσότερο, «Ζεράρ» μου απάντησε και τα μάτια μας συναντήθηκαν για πρώτη φορά  στο λευκό, στο άπλετο φως.

Τέλος

 


Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

ΑΦΕΛΕΙΑΣ Όνυχες.


ΔΕΝ ΠΗΓΑΜΕ ΠΟΥΘΕΝΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ.

 



Αύγουστος μήνας, η γη να καίει στο παραθύρι

Μα εμείς δεν πήγαμε πουθενά τούτο το Καλοκαίρι

Περιμέναμε να έρθει από πέρα

η αγάπη μιας μέρας.

Συνοδοιπόροι με την ήρεμη μοναξιά

Είχαμε σκεφτεί πως να κάναμε το καλύτερο

Αλλά δεν ήταν έτσι

 

Αυτός ο Αύγουστος που η γη έκαιγε στο παραθύρι

οι άλλοι έλεγαν

πως είχαν δίκιο οι παλιοί

που κάτι ήξεραν από τη ζωή.

Εμείς, γιατί αρνούμαστε στο παρελθόν;

Τα λάθη μας ήταν γνωστά

ακόμα και τα παιδιά που έπαιζαν τα ήξεραν

Μα δε μιλούσαν

Δε μιλάνε τα παιδιά

ξέρουν καλύτερα απ τους μεγάλους να λυπούνται

ή να χαίρονται.

Α, είναι ωραίο να είσαι παιδί τον Αύγουστο

 

Δεν πήγαμε πουθενά τούτο το Καλοκαίρι

περιμέναμε να φύγει ο ήλιος

στο απογευματινό παράθυρο

-παρέα με λεύκες, ρόδα και μολόχες

σε φοντί ανσενέ, χαμογελούσαμε ευχαριστημένοι στις σκιές

που έπαιζαν πίσω από τα δέντρα της παλιάς αυλής.

Στο τραπέζι μας η γάτα έπαιζε

πάντα οι γάτες παίζουν- α, είναι ωραίες οι γατες μας

όταν θέλουν σχίζουν με τα νύχια την αφέλεια μας

να καλυτερεύσουμε τον κόσμο.

 

Πεινασμένα όνειρα.

 

Και τούτο το Καλοκαίρι δεν πήγαμε πουθενά

Ο βασιλικός μας ήταν στη γλάστρα 

και τα σκυλιά δεμένα σε μιαν άκρη

Τι λόγο είχαμε εμείς να μην είμαστε ευχαριστημένοι;

Ο αέρας μύριζε ξεραμένο στάχυ

Στη μεγάλη πόλη μας έφτανε η μυρωδιά του

Αυτή τη μυρωδιά που είχαμε κρατήσει από παιδιά

μέσα μας κι έξω μας, όπως τις άγριες μέλισσες

εικόνες απ το παρελθόν, μες τη ζέστη του Καλοκαιριού

που το μεσημέρι έκαιγε τις μνήμες στο παραθύρι.

 

Άραγε, εμείς γιατί να μην είμαστε ευχαριστημένοι;




Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΠΕΡΙΤΤΗ Η ανιδιοτέλεια.


Κοιτάξτε τώρα. Εγώ δεν είμαι το παιδάκι που θα σας χαρίσει κάστανα.
Η Ποίηση δεν είναι αυτές οι μαλακιούκες που γράφει κάποιος Πέτρος [που δεν κάνει λαικ ούτε στον εαυτό του] στυλ ακαδημαισμού.
Τα λάικ δεν χαρίζονται τιμής ένεκεν μίστερ Τζον σινεφιλ. Μάνια δε θυμάσαι που λέγαμε πως όσα δε φτάνει ο λύκος τα τρώει ο σκαντζόχοιρος; Περιττή η ανιδιοτέλεια. Γιώτα μετά από έναν αιώνα τα σταφύλια της οργής ωρίμασαν κι αυτό το κορίτσι φαιρ έλενα που είπες κάποτε πως κάποιος με έκανε διάσημο πέθανε; συνεχίζει να υπάρχει εκείνο το σαρκαστικό στυλάκι του Πλιάτσικα που χέζει και τραγουδάει; Το μπλογκ δεν είναι του πεθαμού αν συμπεριλάβω τιμής ένεκεν τον Ταξιδιώτη που μάλλον την έκανε με μικρά αλματάκια, την Αναίς, την Μαρία Βουλάκη, γράφω μερικά ονόματα που μου έρχονται, ή την σοβαρή Λίνα-Λίνα, πιθανώς και την ακραιφνή Λυγερή που της οφείλουν οι Άρπυιες, την Μαρία, και την άλλη ΜΑΡΙΑ, την εκλεκτή Βιργίνια, ω! ρε Βιρτζίνια! κάτι κρύβεις στο μανίκι σου, ο ΓΙΩΡΓΗ-ΓΙΩΡΓΗΣ και ο ΠΚάρσον μεγάλωσε. Ο Καρφίτσας κρύβει κάποιο συναισθηματισμό και ο Θέμης υπάρχει όταν υπάρχει, τα μεσάζοντα διαστήματα φίλε Τζον, το σινεφιλ δεν είναι της πλάκας αλλά, μπήξε και κανένα κοντάρι για τους κακούς της υπόθεσης! [Κοίταξε, ωραίο είναι να επαινούμε πάντα τα ωραία αλλά ζούμε και σε έναν κόσμο της αιθάλης.] 

Είχα αποχωρίσει κανα δυο χρόνια, ξαναγύρισα και δρέππω τις δάφνες μου σαν άλλη Πυθία. Σκέφτομαι σοβαρά ν αποχωρίσω, μη βλέποντας κανέναν σκοπό.

Λέγοντας πως δεν είμαι το παιδάκι που χαρίζει κάστανα, δε συμπεριλαμβάνω τις θεούσες και τους θεούσους, τον Απολλώνιο που ζει στον κόσμο του, τους Ήγγικεν και τους Καταραμένους  και, αν τελικά, αποχωριστούμε από αυτό που λέγεται πατθφαιντερς, τι μένει τελικά; Δεν έχω καμιά επαφή μ αυτούς που διοικούν την πλατφόρμα των πατθ και δεν γνωρίζω τα πραγματικά τους οφέλη και μάλλον μας θεωρούν κορόιδα που συνυπάρχουμε κοντά τους. Δηλαδή, δε βλέπω και κανέναν σοβαρό λόγο να γράφει κάποιος στους πατθ. Αναθυμιάζοντας τους μεγάλους, ανακυκλώνοντας λόγους ύπαρξης, δε βγάζουμε δα και κανένα συμπέρασμα της προκοπής. Θα πιάσουμε κοριούς Αυγουστιάτικα, κολλήσαμε στον πάτο κι αν κάποιοι κρύβουν μέσα τους την ανασφάλεια ή και κάποιους μικρούς κραδασμούς κοτσομπολίστικης συμπεριφοράς, λέγοντας πως εμείς δεν είμαστε φέιςμπουκ, οι διαξισφισμοί εδώ απέχουν. Απέχουν λόγω τιμής.



Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

ΕΝΑ ΣΑΚΙ γέλιο.



SDIM2269-CROP.jpg

Μόλις τους στρίμωξαν και τους τέσσερις στο κελλί ο καθένας έξυνε τον κόσμο του, η Μέλανυ με τη Μελανή κοιτάζονταν σε έναν αόρατο καθρέφτη, ο Πετράν κρατούσε το πονεμένο του μάτι και ο Νταής έκλαιγε στη γωνιά και στον καναπέ ένας χασικλής ντυμένος με παρδαλά ρούχα, μεσήλικας, στραβοχυμένος έπαιζε τον μπαγλαμά του.
-Βάλτε μου δυο καναβουριέεες! Τον ίσκιο τους να ρίχνουν ...
-Σταμάτα ρε! φώναξε ο Πετράν.
-Γιατί ενοχλείται ο κύριος; Δε σου αρέσει το άσμα; Να σε πω το ρεφρέ θα σου αρέσει. Κανείς δε θέλω νάρθει-καντήλι μα μου ανάψει-ούτε κι αυτή που αγαπώ-για μένανε να κλάψει!
-Σταμάτα γιατί σε λίγο θα κλάψεις εσύ! Μουρμούρισε ο νταής.
-Ωραία τα λέει καλέ! Αφήστε τον να μας πει το άσμα του, είπε η Μελανή.
-Σας αρέσει μανδάμ; Σηκώθηκε και πήγε να μυρίσει το άρωμα των δυο γυναικών ενώ οι άλλοι δυο προσπαθούσαν να τον αποτρέψουν και οι δυο γυναίκες κρυφογελούσαν η μια στην άλλη.
-Γυναίκα σου ε; ρώτησε με κάποιο φιλικό ύφος ο Πετράν.
-Όχι, κοπέλα μου, πρόκειται να παντρευτούμε, ανταπόδωσε το φιλικό ύφος.
-Ωχ, την έβαψες!
-Τι είπες;
-Όχι, τίποτα, τίποτα ... καλά θα κάνεις ... καλά θα κάνεις. Εσένα γιατί σε φέρανε εδώ; γύρισε στον χασικλή.
-Εμένα;
-Εσένα.
-Εγώ κύριος κουβαλούσα ένα σακί να το πάω στην πεθερά και ο κύριος από κει με συνέλαβε κι έδειξε το όργανο που παρακολουθούσε απ το παραθυράκι του κελλιού έξω από τον διάδρομο.
-Επειδή κουβαλούσες το σακί;
-Μάλιστα κύριος, εμάς τους φτωχούς μας έχουνε του κλώτσου και του μπάτσου, δια ασήμαντον αιτίαν μας κουβαλάνε στο τμήμα.
-Και τι είχες στο σακί; Άνοιξε τα μάτια του ο αγαθός νταής.
-Εγώ είχα πάει στη λαική να πάρω πατάτες να το πάω στην πεθερά μου που είναι από τον Κορυδαλλό, έτσι; Εκεί μένουμε από τότε που μας έφερε σ αυτό τον παλιόκοσμο ο πατέρας μου ο Δημητρός που ήτανε από τη Μάνη, έτσι; πάει τώρα πέθανε ο φουκαράς, έτσι; και μας άφησε ορφανά στους πέντε δρόμους, εμένα και την αδερφή μου που παντρεύτηκε ένα καλό παιδί τον Μήτσο που δουλεύει στη λαική, έτσι; εκεί που είχα πάει να πάρω το σακί με τις πατάτες να το πάω στην πεθερά μου, έτσι; Δηλαδής τώρα επειδή δεν έχουμε να φάμε, ξέρεις πόσο καιρό τρώει μια οικογένεια με ένα σακί πατάτες; Έτσι; Αλλά το όργανο από εδώ θεώρησε καλό να μου κάνει έλεγχο στο σακί, τι δουλειά έχει να κάνει το όργανο; Έτσι; Να συλλαμβάνει τους φτωχούς ανθρώπους και να τους χώνει στη φυλακή; Έτσι; Κι έβαλε τα κλάματα.
-Καλά, καλά, μην κάνεις έτσι, θα σου πάρω εγώ δυο σακιά πατάτες, μισόκλαψε και ο Πετράν προσπαθώντας να τον παρηγορήσει.
-Θα σου πάρω κι εγώ δυο σακιά φασόλια, εντάξει είσαι; Μην κλαις! Μουρμούρισε ο νταής.
-Ναι, ναι! Να του πάρουμε και δυο σακιά μακαρόνια! Φώναξαν με ενθουσιασμό οι δυο Μελανές.
Ωστόσο το όργανο είχε ξεκλειδώσει την πόρτα του κελλιού και πρόσταξε τα δυο ζευγάρια να τον ακολουθήσουν.
-Περάστε, τους είπε. Σας θέλει ο αστυνόμος.
-Κι εμένα; Απόρεσε ο χασικλής.
-Εσύ να σκάσεις και να περιμένεις, θα ρθει κι η σειρά σου!
Αυτός πήρε το μπαγλαμά και συνέχισε το άσμα του ενώ οι άλλοι ανέβηκαν στο γραφείο του αστυνόμου.
-Τους έφερα κυρ- αστυνόμε με θέλετε τίποτε άλλο;
-Όχι, όχι παδί μου, σήκωσε το βλέμμα του από τον υπολογιστή ο αστυνόμος ένας κοντόχοντρος πενηντάρης με κοιλίτσα και τα τοιαύτα.
- Για πείτε μου τι συνέβη; Ρώτησε ενώ ταυτόχρονα είχε γουρλώσει τα μάτια από την ομοιότητα των δυο γυναικών.
Οι τέσσερις άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί έτσι που να γίνεται χάβρα Ιουδαίων και να μη καταλαβαίνει κανείς τι έλεγαν, ο καθένας όπως είχε ζήσει τα γεγονότα. Ο αστυνόμους βούλωνε τα αφτιά του, προσπαθούσε να επιβάλει την ησυχία ώσπου κάποια στιγμή σταμάτησαν κι έγινε ησυχία.
-Κατάλαβες κυριε μοίραρχε; Πλησίασε στο γραφείο ο Πετράν. Εμείς δεν κάναμε τίποτε..
-Ναι, κύριε πτέραρχε, τίποτε δεν κάναμε, ψέλλισε και ο νταής.
-Καλά, καλά, αυτό θα το δείξει η ανάκριση. Πηγαίνετε στη θέση σας! Έλα εδώ εσύ! Κι έδειξε τη Μέλανυ.
-Εγώ; Έδειξε τον εαυτό της.
-Ναι, εσύ. Και καθώς αυτή πήγε μπροστά στο γραφείο τη ρώτησε.
-Πως σε λένε;
-Μέλανυ.
-Μέλανυ, τι;
-Ααα! Μέλανυ, τι άλλο..
-Επίθετο δεν έχεις; Δώσε μου την ταυτότητα σου.
-Α, ναι, Μέλανυ Γκρίνουιτς, ενώ του έδινε την ταυτότητα της.
-Ρολόι είσαι; Πες όλο τα όνομα σου ελληνίδα δεν είσαι;
-Πως ...πως ...Μέλανυ Γκρίνουτς- Καβαλάρη. Ο άντρας μου ο κύριος Πετράν κι έδειξε τον.
-Μέλανυ Γκρίνουιτς Καβαλάρη, μουρμούριζε ο αστυνόμος ενώ έγραφε στον υπολογιστή τα στοιχεία. Ύστερα φώναξε και την Μελανή η οποία πήγε και στάθηκε δίπλα στην Μέλανυ.
-Εσένα;
-Τι εμένα; Απόρεσε η Μελανή.
-Πως σε λένε! Μην κάνεις την κουφή, θα με τρελάνετε όλοι σήμερα εδώ! τ όνομα σου! και δώσε μου κι εσύ την ταυτότητα σου.
-Α, ναι, ορίστε πάρτε την, Μελανή με λένε.
Ο αστυνόμος σήκωσε μισοτρελαμένος τα μάτια του.
-Εσύ είσαι η Μελανή; Είπε κι έδειχνε τη Μέλανυ.
-Όχι, εγώ είμαι η Μέλανυ! Διαμαρτυρόταν αυτή.
- Κι εσύ η Μέλανυ; Κι έδειχνε την Μελανή.
-Να σας εξηγήσω εγώ; Πήγαινε κοντά ο Πετράν. Εμένα η γυναίκα μου είναι η Μελανή κι έδειχνη την Μέλανυ!
-Πήγαινε πίσω εσύ ρε! θάρθει κι η σειρά σου!
-Κι ενώ ο Πετράν πήγαινε πίσω ερχόταν ο νταής.
-Να σας τα πω εγώ κύριε ταξίαρχε, δεν έγινε τίποτε, μια παρεξήγηση.
-Παρεξήγηση; Τι παρεξήγηση; Εδώ ήρθε ο άνθρωπος που έχει το μαγαζί να σας κάνει μήνυση και λέει πως σπάσατε πέντε τραπέζια, είκοσι καρέκλες, πενήντα μαχαιροπήρουνα..
-Σπάνε και τα μαχαιροπήρουνα..απόρεσε ο νταής.
-Πήγαινε πίσω! Διέταξε ο αστυνόμος. Θάρθει κι η σειρά σου αφού τελειώσω με τις δυο μελανές! Για πες εσύ Μέλανυ.
-Τίποτε κυριε υπουργέ, εμείς είχαμε πάει για δυο ουζάκια. Ε, ήρθαν και οι άλλοι να πιούνε άλλα δυο κι έγινε ότι έγινε..
-Εσύ τον χτύπησες αυτόν; Κι έδειξε τον νταή.
-Ε, ναι, τον χτύπησα! Έπεσε πάνω στο χέρι μου. Έτσι δεν είναι; και γύρισε στον νταή.
-Ναι, έτσι, έτσι, δεν έγινε τίποτα κύριε ταξιάρχη! Χτύπησα και σε μια γωνία.
-Σιγά μη με πεις και αρχάγγελο! Τέλος πάντων δε βρίσκω άκρη με σας. Αστυφύλαξ!
-Διατάξτε! Μπήκε αυτός καμαρωτός.
-Πάρτους πίσω στο κελλί και φέρε μου τον άλλον ...
-Μάλιστα έκανε αυτός και έσπρωξε προς την έξοδο τα ζευγάρια που διαμαρτύρονταν. Τους πήγε πάλι στο κελλί και την στιγμή που έβγαινε από την πόρτα ο χασικλής, ο Πετράν πρόλαβε να τον ρωτήσει.
-Τι πατάτες είχε το σακί ρε;
-Καναβουρίστικες, απλές πατάτες κύριος, τι ήθελες να έχει;
[συνεχίζεται]

Εμβόλιμη γραφή. Να ξέρετε πως τα μυθιστορήματα, οι κωμωδίες, ακόμη και τα διηγήματα έχουν εμβόλιμα κείμενα. οΟι αναγνώστες μπορούν εύκολα να μπουν στο πνεύμα. Αν δε γελάσατε σήμερα δε θα γελάσετε ποτέ! 



 


Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Ο ΑΝΤΙΝΑΡΚΙΣΣΙΣΤΗΣ και η μουμιοποίηση του είναι.


Σπουδη Μπέικον 004.jpg

Φτιάχνω αυτό τον καιρό προσωπογραφίες από τον Δαρβίνο μέχρι τη λαίδη Άντζελα.
-Τι φτιάχνεις εκεί! Μου τόνιζε αέναα ένας από τους πολλούς θυμόσοφους τρελούς των Εξαρχείων που πληθαίνουν επικίνδυνα τελευταίως. Φτιάχνεις πρόσωπα, όποιος θέλει να τον ζωγραφίζουν είναι ναρκισσιστής. Να, έχεις φτιάξει την Κατερίνα Γώγου, τον Μητσοτάκη, τον Ρουβά...Πφφ! τι να λέει τώρα αυτό! οι άνθρωποι αυτοί δεν προσφέρουν τίποτα σε μας τους φτωχούς.
-Ε, ναι, δε λέει, του απαντούσα συνήθως.
-Φτιάχνεις και τον εαυτό σου κι εσύ ναρκισσιστής είσαι! Νομίζεις πως κάνεις κάτι, τίποτα δεν κάνεις
- Μπορεί και να είμαι, συμφωνούσα σκεφτόμενος τη ματαιοδοξία του είναι.
-Εδώ ο κόσμος πεινάει, οι τζιχανιστές σκοτώνουν αθώους, ο Βαρουφάκης που έφτιαξες εκεί δίνει διαλέξεις για την αριστερά και κονομάει..ποιος μας σκέφτεται εμάς..
-Καλά, έχεις δίκιο στρίβω. Να σου πω..συνεχίζω και τον εξετάζω λεπτομερώς στο πρόσωπο. [μια σκαμμένη φάτσα, ταλαιπωρημένη στη δυστυχία των ψευτοαναρχικών]. Σκέφτομαι να ζωγραφίσω κι εσένα..
-Εμένα! ανοίγει τα μάτια του.
-Ναι, εσένα αν δεν έχεις αντίρρηση θα σε συμπεριλάβω στα πρόσωπα της έκθεσης..
-Όπα ρε μεγάλε! ναι, εγώ έχω φωτογένεια που να με έβλεπες στα νιάτα μου! είσαι μεγάλος ζωγράφος..
-Και τώρα καλός είσαι του λέω. Συμφωνείς;
-Ε, αφού θέλεις να με βάλεις με προσωπικότητες. Έχω κάνει κι εγώ πολλά μη νομίζεις...στη φυλακή..
-Ασε τη φυλακή, πάρε πόζα, του λέω και στήνεται!

Σπουδη Μπέικον 005.jpg


Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Ο ΑΝΘΡΩΠΟς από πηλό.

[Μια 4η συνέχεια από το ΜΑΤΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΣΤΟ χρώμα της βροχής.]
Το ταξίδι τους ήταν μακρινό και κουραστικό.
Άφησαν πίσω τους, δίχως να τους μιλήσουν τα δέντρα και το νερό. Τα τζιτζίκια τους ακολούθησαν σκαρφαλωμένα στις πλάτες τους και ο γρύλλος Γιάννης είχε θυμώσει μαζί τους, λέγοντας πως, πέντε εκατοστά μετά τους βράχους έπρεπε ν αλλάξουν δρόμο αν ήθελαν να ζήσουν. Εκείνα πειραγμένα δε μίλησαν καθόλου και χάθηκαν στο χώμα. Θα ξανάρχονταν το επόμενο Καλοκαίρι, ίσως πιο νωρίς γιατί ήθελαν να προδώσουν τον γρύλλο Γιάννη στους άλλους, αφού σίγουρα είχαν ζηλέψει την ευτυχία και το ταξίδι του. Ο αρσενικός τζίτζικας είχε πει μια άσχημη τελευταία κουβέντα. Κάτι σαν τζοστινγκς!
Ο γρύλλος Γιάννης σκέφτηκε να τσακωθεί μαζί του αλλά αρνήθηκε να δημιουργήσει προβλήματα.
«Οι φίλοι κερδίζονται με τις αντιθέσεις τους» είπε στον άνθρωπο από πηλό που περπατούσε δίπλα του.
Ο δρόμος ήταν ασφαλτοστρωμένος και έκαιγε καθώς προχωρούσαν οι δυο τους αλλά ο άνθρωπος από πηλό δεν μπορούσε να μιλήσει ακόμα μια και ήταν μόνο τριών χιλιάδων ετών, πέντε ημερών, τεσσάρων νυχτών, τριών ωρών, δυο λεπτών, ενός δευτερολέπτου και ένα εκατοστό του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου.
Ο γρύλλος Γιάννης είχε αρχίσει να τον συμπαθεί εξ αιτίας που δεν μπορούσε να μιλήσει και ούτε θύμωνε. Κοίταζε μονάχα με εκείνα τα μεγάλα μπλε μάτια, σα μικρό παιδί τους κόκκους από την άμμο, που ήταν ελαφρώς μεγαλύτεροι του στο μπόι και αστειεύονταν μεταξύ τους, πειράζοντας τον άνθρωπο από πηλό.
«Τουλάχιστον δεν είναι από άμμο!» γέλασε ο κόκκος Αντώνης που ήταν πολύ περίεργος. Βρισκόταν όπου ήθελε πετώντας με τον άνεμο, πειράζοντας και χαμογελώντας ειρωνικά ότι νόμιζε πως δεν ήταν άξιο λόγου να γίνεται. Πίστευε πως αυτός είχε ανακαλύψει τη μια και μόνη αλήθεια της ύπαρξης των πραγμάτων,  που δεν ήταν άλλη από την αισιοδοξία του εγωισμού. Αλλά ο γρύλλος Γιάννης όταν τον είδε για πρώτη φορά γελάει έτσι, του είπε πως έπρεπε να ήταν ευχαριστημένος αν είχε μισό πόδι και κανένα μάτι αν μπορούσε να ζήσει σαν αυτόν. Τούτο δεν το είχε καταλάβει ο κόκκος Αντώνης αλλά δεν το πήρε σαν προσβολή, επειδή πίστευε και σχεδόν λάτρευε ότι κι αν έκανε ο γρύλλος Γιάννης.
«Μια μέρα θα σου μοιάσω. Θα γίνω εγώ διάδοχος σου να ελέγχω την παραλία.»
«Πως θα το κάνεις αυτό;»
«Θα εκμεταλλευτώ τον στρατό μου. Όλους τους κόκκους που πιστεύουν σε μένα!»
«Μα εγώ δεν έχω στρατό ...»
Και τότε αφού κοκκίνισε λίγο του απάντησε εκείνο που ακόμα δεν μπορούσε να ξεχάσει.
«Έχεις τον άνθρωπο από πηλό!» και πέταξε με τον άνεμο μίλι μακριά.
Παρ όλα αυτά του ήταν συμπαθής ο εγωιστής κόκκος Αντώνης-παραδέχτηκε πως ήταν περίεργο να συμπαθούμε μερικούς από αυτούς που μας αντιπαθούν- κι αργότερα κατάλαβε πως τον συμπαθούσε επειδή παρουσιαζόταν δυνατός. Μπέρδευε τα πράγματα με μια σειρά λέξεων που κανένας δεν μπορούσε να μην πειστεί, έστω κι αν τα επιχειρήματα του στήριζαν ένα ανύπαρκτο και μη αποδείξιμο οικοδόμημα.
«Είναι μεγάλη αδυναμία αυτό που κάνεις. Να φοβάσαι τη δύναμη και να υπολογίζεις στην συμπάθεια της, είναι απόβλεψη σε ανήθικους και απώτερους σκοπούς που δε θέλεις να παραδεχτείς» μονολόγησε δυνατά.
Ο άνθρωπος από πηλό που βάδιζε δίπλα του τον κοίταξε με σημασία κι έβγαλε την πρώτη του κραυγή: τζόστινγκς!
Τον παρατήρησε κι αυτός και σκέφτηκε πως μιμήθηκε τη φωνή του τζίτζικα αλλά όταν έφτασαν στην περιοχή των βράχων μετά από τρία χρόνια και σαράντα μήνες, ακριβώς την πεντηκοστή δεκάτη και εβδόμη μέρα του μηνός Μεγεσθίωνα του ιερού και ξαναείπε την ίδια λέξη, τα βράχια απόρεσαν ανοίγοντας τις σχισμές τους.
Το πρόσεξε με κάποια απορία και σμίγοντας τα φρύδια άρχισε να του μιλάει.
«Εσύ δεν είσαι τζίτζικας» του είπε. «Είσαι ανώτερο ον και πρέπει να μιλάς τη γλώσσα των ανθρώπων. Και όχι μόνον αυτό αλλά πρέπει να μάθεις όσο το δυνατόν περισσότερες λέξεις για να ξεχωρίζεις και από τους άλλους ανθρώπους και τότε εγώ θα νιώθω περήφανος για σένα. Από τις λέξεις  θα χρησιμοποιείς εκείνες που θα σε χαρακτηρίζουν για το ανώτερο πνευματικό σου επίπεδο.
Δεν είσαι λοιπόν, ούτε τζίτζικας, ούτε γρύλλος, είναι εύκολο να το καταλάβεις αυτό, πως εσύ έχεις μυαλό. Καταλαβαίνεις τι μιλάω; Ανθρώπινο μυαλό, όχι σαν του τζίτζικα!»
«Θα σου μάθω λοιπόν λέξεις αρχίζοντας από το ΕΓΩ.»
«ΕΓΩ είσαι ΕΣΥ. Δείχνω  το ΕΓΩ σου. Πέστο.»
Ο άνθρωπος από πηλό έφερε τον δείχτη του στο στήθος απορημένος. Ύστερα τον πήγε στον κρόταφο του γρύλλου Γιάννη.
«Τζοστινγκς!» ξαναείπε.
«Ωραία!» σβήστηκε στο γέλιο. «Δε θα σου θυμώσω απλά θα σου μιλάω συνέχεια μέχρι να καταλάβεις. Δε θέλω να μου απαντάς και είμαι σίγουρος πως στο τέλος του ταξιδιού, με την επιστροφή μας θα έχεις αντιληφτεί τα πάντα, θα έχεις αποθηκεύσει στη μνήμη του εγκεφάλου σου τα πάντα.»
Κατά βάθος ήταν απογοητευμένος αλλά προσπαθούσε να το κρύψει-ο άνθρωπος από πηλό του θύμιζε κάτι ανήμπορο-σαν παιδική εικόνα από άλλους γρύλλους που σάλιωναν το στόμα τους και δυσκολεύονταν να βγάλουν ήχο.




Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

ΜΙΑ ΣΟΒΑΡΗ ΚΩΜΩΔΙΑ.



Ο Πέτρος Καβαλάρης ήταν ένας κανονικός άνθρωπος. Έπαιρνε συχνά το ποδήλατο του κι έκανε βόλτα στην πόλη. Συνήθως μερικά απογεύματα κατέβαινε μέχρι το Παλιό Φάληρο, καθόταν σ ένα παγκάκι απέναντι απ τη θάλασσα και χαμογελούσε.
Χαμογελούσε γιατί ήταν ένας χαρούμενος άνθρωπος που σπάνια μελαγχολούσε. Η ζωή του κυλούσε κανονικά, εργαζόταν στην αντιπροσωπεία αυτοκινήτων του Ζερβο και τα λοιπά, σαν λογιστής, έπαιρνε το μισθό του και τον ξόδευε για όλες τις μικρές χαρές της ζωής.
Ασχημούλης ήταν, κοντός το δέμας με μάτια μαύρα, σπινθηροβόλα, τριαντάρης, είχε κι ένα αυτοκίνητο παλιό μάρκας Ρενό, αντίκα του 1972μ κι οι φίλοι του τον φώναζαν Πετράν.
Το απόγευμα ο Πετράν αφού είχε κοιμηθεί, ξύπνησε ελαφρώς αναστατωμένος. Σκεφτόταν την αυριανή μέρα που θα πήγαινε με τη Μέλανυ στον Ζερβό και λοιπά και κάτι δεν του πήγαινε καλά.
Η Μέλανυ δίπλα του τον αγκάλιαζε.
-Άσε με τώρα, έκανε με δυσφορία. Σήκω να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα.
-Να κάνουμε πρώτα ένα παιδί;
-Πότε; Τώρα;-
-Τώρα αγάπη μου!
-Όρεξη που την έχεις! Δε γίνονται τα παιδιά τέτοιες ώρες..
-Τι έχουν οι ώρες; Έκανε και τον κουλούριασε κάτω απ το σεντόνι. Όλες οι ώρες ίδιες είναι μωρό μου. Έλα!
Αργότερα κατεβαίνοντας με το Ρενο προς το Φάληρο σκέφτηκε πως αν έπιανε αυτό το παιδί θα γεννιόταν βαριεστημένο και το είπε στη Μέλανυ μόλις κάθισαν σε ένα μοναχικό ταβερνάκι να πιούνε ένα ουζάκι.
-Αχ! Πως μ αρέσει αυτό το ουζάκι εδώ! δεν είναι χάρμα Πετράν μου; Το παιδί μας θα γεννηθεί μια χαρά! Πανέξυπνο αφού θα μοιάζει με σένα!
-Κι είμαι έξυπνος εγώ; Βλάκας είμαι.
Η Μέλανυ δεν απάντησε, του δειξε με το βλέμμα πως δεν ήταν βλάκας, μισοκλείνοντας ναζιάρικα τα δικά της. Το γκαρσόν τους έφερε τα ούζα και το μεζέ. Τσούγκρισαν τα λευκόχροα ποτήρια, κοιτάχτηκαν στα μάτια ευτυχισμένοι, ήπιαν μια γουλιά.
-Λοιπόν; Έκανε η Μέλανυ. Μίλησες μ τ αφεντικό σου;
-Ε, ναι μίλησα, τι θέλεις τώρα κι εσύ να πιάσεις δουλειά; Καλά δεν περνάμε με το μισθό μου;
-Καλά περνάμε, δε λέω αλλά δεν μπορείς να μου κάνεις όλα μου τα χατίρια..
-Εγώ; Δεν μπορώ να σου κάνω τα χατίρια σου; πες τι δεν μπορώ..
-Να δεν μπορείς ν αλλάξουμε αυτοκίνητο, μείναμε με το Ρενό ...
-Μια χαρά είναι το ρενό.
-Ούτε εκείνο το φόρεμα μπορείς να μου αγοράσεις. Να ξέρεις αν δεν πιάσω δουλειά να τα αγοράσω με δικά μου λεφτά θα βάλω τον χοντρούλη να μου το πάρει!
-Ποιο φόρεμα ... ποιος είναι ο χοντρούλης; Θορυβήθηκε ο Πετράν.
-Έλα, μην κάνεις έτσι σε παιδεύω. Ένας χοντρούλης εκεί στο Κολωνάκι, άστον αυτόν, θα μου το πάρεις;
-Μα είναι ακριβό, πόσο κάνει είπαμε; Στρίφτηκε.
-Ακριβό; Σιγά τα χίλια ευρό.
-Χίλια ευρό! Έπιασε το μούτρο του.
-Είδες! Είδες! Πετάχτηκε. Θα έρθω στη δουλειά και με τον πρώτο μισθό μου θα το αγοράσω μόνη μου. Αλλά για πες μου, πες μου πως είναι αυτό τα αφεντικό σου; πενηντάρης, μου χεις πει..
-Πενήντα πέντε.
-Και είναι καλός;
-Κάλος.
-Στριμμένος;
-Έχει τις βίδες του, του τις στρίβει ο Θωμάς.
-Ο Ζεν πρεμιέ; Ο φίλος σου; χαχαχα! ωραίος είναι ο Θωμάς. Να πιούμε άλλο ένα ουζάκι;
-Πιες εσύ, εγώ οδηγώ..
-Έλα με δυο ουζάκια δεν πιάνει το αλκοτέστ.. γκαρσόν! φώναξε. Φέρε μας δυο ακόμα.
Το γκαρσόν πήγε από πάνω τους.
-Από το ίδιο ούζο μαντάμ;
-Από το ίδιο, γιατί έχετε άλλον τενεκέ; Τον περιέπαιξε η Μέλανυ.
-Όχι.
-Ε, τότε τι ρωτάς!
-Μπορούμε να παραγγείλουμε από τη Βοστόνη.
-Έχετε σύνδεση με τη Βοστόνη; Είπε ηλίθια ο Πετράν.
-Απ το ιντερνετ κύριε! Μιλάμε κι έφτασε επί τόπου!
-Σε παρακαλώ! Φέρε μας δυο ίδια ουζάκια και να είστε πιο ευγενικοί.
-Μάλιστα κύριε! Έφτασαν! Είπε μουτρωμένα το γκαρσόν.
-Τι σου είναι κι αυτά τα γκαρσόνια ...
-Ε, άστον να κάνει τη δουλειά του, για πες μου; τι λέγαμε; Αααα, αλήθεια πως τον λένε τον αφεντικό σου; αλήθεια δε μου χεις πει ποτέ τα όνομα του ...
-Τι το θέλεις είναι και σιδηρόδρομος..
-Ε, πέστο, να μην ξέρω τα όνομα του; αγένεια δεν είναι;
-Ζερβοκιακινίδη, τον λένε.
Ζερβοκιακινίδη! Πετάχτηκε πάνω η Μέλανυ. Όχι! Τι μου λες!
-Τι κάνεις έτσι, ησύχασε.
-Τι να ησυχάσω, ξέρεις πως λένε αυτόν που του ριξα την πάστα στα μούτρα;
-Ε, πως τον λένε ...
-Ζερβο και τα λοιπά, σωριάστηκε στο τραπέζι ... Αχ, ρε Πετράν, όλα σε μας συμβαίνουν κι έβαλε τα κλάματα. Είμαστε άτυχοι Πετράν. Πάει το φόρεμα.
-Ποιο φόρεμα ... τι μου λες; στο αφεντικό μου πέταξες την πάστα; Έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
Η Μέλανυ σκούπισε τα δάκρυα και του το κλεισε, ενώ το γκαρσόν απίθωνε τα καινούργια ούζα στο τραπέζι.
-Τα ούζα σας, είπε. Στην υγειά σας!
Η Μέλανυ τον κοίταξε όπως τον κοίταξε και ο Πετράν προσπαθούσε να συνέλθει.
-Τι κάνουμε τώρα, είπε και ρούφηξε το ούζο μονοκοπανιάς.
-Μη..τι κάνεις εκεί..πήγε να της πάρει το ποτήρι αλλά δεν πρόλαβε.
Τον πρόλαβε ένας νταής από το διπλανό τραπέζι αρπάζοντας του το χέρι.
-Τι συμβαίνει κύριος; Γιατί κάνετε την όμορφη κυρία να κλαίει;
-Άσε μας ρε! τι σε νοιάζει εσένα, ο Ρομπέν των δασών είσαι;
-Σας συμπεριφέρεται βάναυσα ο μίστερ; Θα τον κανονίσω εγώ! Είπε ο νταής και σέρβιρε μια μπουνιά στον Πετράν.
Το μάτι του Πετράν θόλωσε, η Μέλανυ σέρβιρε μια άλλη μπουνιά στον νταή, το τραπέζι αναποδογυρίστηκε, το μάτι του νταή μελάνιασε, ο κόσμος πήρε γρήγορες στροφές κι όλοι μαζί βρέθηκαν στο δρόμο να ψάχνουν ποιοι είναι.
Η Μέλανυ Γκρίνουιτς ήταν μια ψηλή Ελληνοκαναδέζα που είχε γεννηθεί στον Καναδά αλλά είχε μεγαλώσει στην Ελλάδα. Στα είκοσι πέντε της χρόνια, τέλειωσε πανεπιστημιακές σπουδές ιδιαιτέρας γραμματέως, υψηλών προδιαγραφών κι έβλεπε τα όνειρα της να πηγαίνουν χαμένα στην Ελλάδα της κρίσης. Γνώρισε τον Πετράν μια μέρα και ύστερα από πέντε μήνες σχέσης αποφάσισε να τον παντρευτεί. Της άρεσαν τα όνειρα του, ταίριαζαν με τα δικά της.
-Πετράν τι θα γίνουμε; Τον ρώτησε όταν κάθισαν μεσάνυχτα σε ένα παγκάκι μετά τα επεισόδια στην ταβέρνα με τα ούζα.
-Τίποτα.
-Θα γίνουμε τίποτα; Με αγωνία.
-Όχι, δε θα γίνουμε τίποτα.
Η Μέλανυ χάιδεψε το πονεμένο του μάτι.
-Πονάς;
-Ε, λίγο..
-Του ριξα όμως κι εγώ μια..
-Ρε Μέλανυ ... πότε θα ηρεμήσεις;
-Γιατί να ηρεμήσω; ... ο κόσμος είναι κακός. Να τώρα αυτός ο Ζερβό και τα λοιπά.. τι θα κάνουμε τώρα;
-Λοιπόν, άκου, δε θα πούμε τίποτα, άσε θα τα μπαλώσω εγώ. Καλύτερα έτσι, θα βρεις αλλού δουλειά, εντάξει; Μη χάσω κι εγώ τη δικιά μου και μείνουμε στο δρόμο. Εσύ δε θα εμφανιστείς ποτέ στον Ζερβο και τα λοιπά.
-Καλά! Ότι πεις αγάπη μου! είσαι ο καλύτερος άντρας του κόσμου!

[συνεχίζεται]





Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

ΕΜΟΙΑΖΕ ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΜΑΚΡΙΑ.

Ήταν μια ψηλή, μελαχρινή γυναίκα. Έμοιαζε περήφανη, τίναζε συχνά τα μεγάλα, μαύρα μαλλιά της, που έφτανα σχεδόν μέχρι τη μέση της και νόμιζες πως δεν νοιάζεται πολύ για ότι γίνεται γύρω της. Όπου στεκόταν, τραβούσε επάνω της όλα τα βλέμματα, αντρών και γυναικών. Οι άντρες την επιθυμούσαν και οι γυναίκες τη ζήλευαν για το παράστημά της, το ελεύθερο περπάτημα, την εξουθενωτική ομορφιά. Από την πρώτη στιγμή που την είδε, του είχε κάνει εντύπωση.

Απόγευμα στην θάλασσα, δίπλα στο κύμα. Εκείνη στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη προς αυτόν και κοίταζε το απέραντο γαλάζιο. Έμοιαζε να κοιτάζει μακριά, πέρα στο βάθος του ορίζοντα, εκεί που ενώνονταν τα δυο γαλάζια: του ουρανού και της θάλασσας. Συνεπαρμένος από την ομορφιά της, προσπάθησε μάταια να τη μαγνητίσει, να της κλέψει κάποιο χαμόγελο. Αυτή δεν έλεγε να γυρίσει τα μάτια της αλλού, βρισκόταν στον κόσμο της.
Πράγμα παράξενο, δεν τον ενόχλησε που δεν γύριζε να τον κοιτάξει. Σαν να του άρεσε κιόλας που είχε όλο το χρόνο να την παρατηρήσει καλύτερα.
Ήταν τέλη Σεπτέμβρη και στην παραλία του Μπάτη, οι κολυμβητές λιγοστοί, η θάλασσα λάδι, ήσυχη, αμέριμνη για τα πάθη των ανθρώπων.
Αργότερα που έπαιζε ρακέτες με τον ψηλό και την είδε πάλι να προσπερνάει, έχασε την  προσοχή του  και το μπαλάκι τον βρήκε στο στήθος. Αριστερά εκεί που είναι η καρδιά.
-Που κοιτάς ρε! ου φώναξε ο ψηλός. Α, κατάλαβα ... έκανε μόλις την πήρε είδηση, σου πήρε το μυαλό η γυναίκα.
Εκείνη γύρισε και του χάρισε ένα χαμόγελο. Ύστερα χάθηκε στα σκαλοπάτια για την έξοδο, αφήνοντας τον μετέωρο με την αναπόληση των ματιών της για μέρες.

Την επόμενη φορά που τη συνάντησε, τυχαία, σε μια λεωφόρο της Ηλιούπολης, όπου έμενε, ξαφνιάστηκε, δεν πρόλαβε να της μιλήσει. Αντάλλαξαν ένα βλέμμα που κάτι έλεγε, προσπεράστηκαν, λες και ήταν συνεννοημένοι, γύρισαν πίσω να ξανακοιταχτούν. Ύστερα πάλι εκείνη έφυγε με γρήγορο περπάτημα. Χάθηκε πίσω από τα κτίρια.
Αυτός έκανε να τρέξει ξωπίσω της αλλά δεν το έκανε. Κάτι τον συγκράτησε. Κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι του και σκέφτηκε πάλι πως ήταν χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά. Οι έρωτες του έλειπαν τώρα ...
Όμως τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους, λες και μια αδιόρατη μεμβράνη τα κινεί, λες και κάποιο αόρατο χέρι τα οδηγεί.

Έτσι, μετά από μερικές μέρες που καθόταν σε ένα μπαράκι της κεντρικής πλατείας στην Ηλιούπολη, με κάποιο γνωστό του, την είδαν να μπαίνει. Φάνηκε λίγο αναποφάσιστη, κοίταξε γύρω, είδε ένα κενό κάθισμα δίπλα τους κάθισε, παράγγειλε καφέ, άναψε τσιγάρο.
Τώρα ήταν πολύ κοντά του, μπορούσε να την παρατηρήσει καλύτερα. Τα μάτια της ήταν μεγάλα, κατάμαυρα όπως τα μαλλιά της, το πρόσωπό  στενόμακρο, με λίγο ανασηκωμένα τα ζυγωματικά, χείλη σαρκώδη, βαμμένα μοβ που κάποια στιγμή, καθώς τον κοίταξε, τρεμόπαιξαν σε μια υποψία χαμόγελου.
Ο γνωστός του που συνέλαβε τη σκηνή, έσκυψε και του είπε στο αφτί:
-Τρέχει τίποτα; Έλα, ρε, τι δουλειά έχουμε εμείς με τις κωλοαλβανίδες!
Ενοχλήθηκε με την αγένεια του. Εκείνη, τον άκουσε αλλά δεν έδειξε να δίνει σημασία.
-Δεν μιλάνε έτσι σε καμιά γυναίκα! Του ύψωσε την φωνή. Όποια και να είναι!
-Σιγά ρε μάγκα! Που θα δώσουμε λογαριασμό για τους Αλβανούς, επέμενε ο άλλος.
-Σήκω και φύγε! Φύγε τώρα, γιατί θα γίνει της πουτάνας! Αγρίεψε, σφυριχτά.
Ο γνωστός του, που δεν περίμενε τέτοια αντίδραση, μούδιασε. Τον μέτρησε που είχε σηκωθεί έτοιμος για καυγά, οπισθοχώρησε. Κι ευτυχώς που κατάλαβε το λάθος του.
Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε.
-Σ' ευχαριστώ, είπε μόνο. Αυτός δεν είπε τίποτε. Την παρατήρησε που έσβησε το τσιγάρο της, πλήρωσε τον καφέ κι έφυγε, χάθηκε στην έξοδο. Δεν του έμοιαζε για Αλβανίδα, αλλά, ο άλλος, το είχε πει καθαρά: «Κωλοαλβανίδες!» Οι σχέσεις του με αυτούς τους ανθρώπους ήταν τυπικές. Δεν είχε γνωρίσει καμιά Αλβανίδα.
Τους έβλεπε παντού, καθώς είχαν κατακλείσει την Ελλάδα, ξεχώριζαν σαν την μύγα μες το γάλα αλλά δεν του είχε ταιριάξει. Φυσικά, τίποτε δεν άλλαξε μέσα του και συνέχισε να την ψάχνει, ώσπου ένα απόγευμα την πέτυχε.

Είχε μπει σε μια καφετέρια με κουλοχέρηδες-ποτέ δεν πήγαινε σ' αυτά τα μαγαζιά, ούτε ήξερε πως παίζουν και γιατί παίζουν. Κάθισε και περίμενε να έρθει κάποιος για να παραγγείλει, όταν την είδε να φτάνει κοντά του γελαστή.
-Τι θα πιει ο κύριος; Τον κοίταξε αινιγματικά.
-Α, έκανε ξαφνιασμένος ... ναι, έναν καφέ..
-Τι καφέ;
-Ένα καπουτσίνο και..
-Και;
-..θέλω να μιλήσουμε.
Θα μιλήσουμε, του έγνεψε και πήγε να ετοιμάσει τον καφέ. Δεν είχε κόσμο εκείνη την ώρα, ένας γέρος έπαιζε μόνο. Έτσι μαζί με τον καφέ του, έφερε και τον δικό της. Κάθισε στο τραπέζι του, άναψαν τσιγάρο.
-Δουλεύεις εδώ ε; είπε για να ξεκινήσουν την κουβέντα.
-Ναι, δυο χρόνια.
Χωρίς χρονοτριβές, του διηγήθηκε πολλά από την ζωή της. Ήταν ευχάριστη και συχνά τον ρωτούσε  για τα δικά του. Πιο πολύ όμως, μιλούσε για τον εαυτό της, για τη ζωή της αποφεύγοντας να λέει πολλά για την Αλβανία. Ασυναίσθητα, σκεφτόταν να μην μπλέξει μαζί της αλλά και ταυτόχρονα τον τραβούσε η ομορφιά της, το παράξενο και γκροτέσκο φέρσιμό της κι έτσι πολύ γρήγορα, συμφώνησαν να βγούνε το ίδιο βράδυ μετά την δουλειά της.
Πήγε στο σπίτι, έκανε ένα μπάνιο, ξεκουράστηκε να είναι έτοιμος για την βραδινή τους έξοδο. Και μέχρι να τη συναντήσει, μόνον αυτή είχε στο μυαλό του.
Αλλά και η Αντιγόνη-έτσι ήταν το όνομα της- δεν πήγαινε πίσω. Έμοιαζε ήδη ερωτευμένη μαζί του. Μόλις την ανέβασε στην μηχανή του, σφίχτηκε πάνω του τρυφερά.
-Μου αρέσει η μηχανή, του είπε.
-Ωραία, της απάντησε κι εξαφανίστηκε στην παραλιακή.

Κάθισαν στο Εδέμ, σε μια από τις παραδοσιακές ταβέρνες. Έφαγαν και ήπιαν λίγο κρασί κι έπειτα σα να βιάζονταν γι αυτό που ήθελαν να κάνουν, φιλήθηκαν κι έφυγαν . Περπάτησαν λίγο στην παραλία, στην ερημιά, δίπλα στην θάλασσα. Και σαν να μην τους ένοιαζε τίποτε, αγκαλιάστηκαν, κόλλησαν τα σώματα τους, έκαναν έρωτα πάνω στα τρωτά φύκια.
Την πήρε γρήγορα με μια ανάσα δεντρολίβανο ένα κομμάτι αλαβάστρινο κι αυτό δεν του αρκούσε. Ούτε σε κείνη.
Γυμνώθηκαν στο λιγοστό φως του φεγγαριού.
Από εκείνη την στιγμή, έγιναν αχώριστοι. Την άλλη μέρα συμφώνησαν να μετακομίσει στο σπίτι της, γιατί να πλήρωναν δυο ενοίκια; Και σιωπηλά συγκατοίκησαν.
Πέντε, έξι μήνες πέρασαν ωραία. Γνώρισε το σινάφι της  Αντιγόνης, οι περισσότεροι ήταν Αλβανοί που τον συμπάθησαν γιατί ζούσε με μια δικιά τους. Αρκετοί όμως από τους φίλους του, τον έκαναν πέρα εξ αιτίας αυτού του γεγονότος. Στην αρχή δεν του κακοφάνηκε, αργότερα δικαιολόγησε κάποιους. Γνωρίστηκε και με κανά δυο αλήτες που τους παρουσίασε σαν αδέρφια της. Μια άμεση αντιπάθεια υπήρξε εκατέρωθεν.
-Αυτούς δεν θέλω να τους ξαναδώ, της είπε θυμωμένα.
-Δεν είναι κακοί ...τόλμησε.
-Αυτό που σου είπα! Μούτρωσε.
-Τι έγινε; Απόρεσε.
Δεν θέλησε να της πει. Μέσες άκρες τον είχαν χαμηλώσει με τα λεγόμενα τους. Διαλαλούσαν πως ήταν πολύ άτυχη η αδερφή τους που είχε μπλέξει μαζί του.
-Εγώ θα τους έριχνα από μια κλωτσιά ! Του είπε ένας φίλος. Άκου να μην τους κάνεις..τι θέλανε δηλαδή οι Αλβανοί για την Αντιγόνη; Κανένα βασιλόπουλο;
Το αντιπαρήλθαν όμως κι αυτό μη έχοντας παρτίδες μαζί τους.
Το πιο δύσκολο ήταν η ανεργία. Αυτός είχε μήνες να εργαστεί, κάτι λίγες οικονομίες που είχε, τελείωναν. Τις δουλειές τις είχαν πάρει οι Αλβανοί και γενικότερα οι μετανάστες που είχαν κατακλείσει την Ελλάδα. Η Αντιγόνη εργαζόταν πάντα στα ηλεκτρονικά, στους κουλοχέρηδες κι αυτός, ύστερα από μεγάλες προσπάθειες, κατάφερε να ξαναβρεί δουλειά σε ξυλουργείο. Βελτίωσαν κάπως τα οικονομικά τους, έβγαιναν κανένα βραδάκι και τα Σαββατοκύριακα, πήγαιναν στην θάλασσα, Χειμώνα-Καλοκαίρι. Κολυμπούσαν, έπαιζαν ρακέτες, το αγαπημένο του παιχνίδι. Είχε μάθει και την Αντιγόνη, ήταν καλός δάσκαλος αλλά αυτή από εκεί άρχισε να δείχνει κάποιον υπέρμετρο εγωισμό, ένα είδος ανταγωνιστικότητας.
-Τι παθαίνεις; Απορούσε όταν την έβλεπε να αντιδράει έτσι.
-Τίποτε, σούφρωνε τα χείλια της κι έμενε αμίλητη.
Δεν ήταν ακριβώς ανταγωνισμός αλλά ένα είδος ζήλιας που έκανε την εμφάνιση του και σε άλλα στάδια της ζωής τους.

Ένα βράδυ ήταν καλεσμένοι στα εγκαίνια ενός καφενείου. Το άνοιγε ένας γνωστός του κι αποφάσισαν να πάνε. Ντύθηκαν και χαρούμενοι, κεφάτοι, έφτασαν. Αφού του ευχήθηκαν καλές δουλειές, κάθισαν σε ένα τραπεζάκι. Ήρθε η γκαρσόνα να παραγγείλουν και η Αντιγόνη, μούτρωσε με κάποια περισσή ευγένεια που μίλησε μαζί της.
-Τι έπαθες; Της είπε.
-Να μη μιλάς με τις γκαρσόνες! Του πέταξε με νεύρα.
Η αντίδραση της ήταν υπερβολική. Μέχρι τότε, δεν είχε ξανακάνει τέτοιο πράγμα και παραξενεύτηκε.
-Τι έχεις παιδί μου; Ανησύχησε και πήγε να της πιάσει το χέρι.
Εκείνη του πέταξε μακριά με χειρότερα νεύρα. Γύρω ο κόσμος τους κοίταζε απορημένος. Τα νεύρα του τσιτώθηκαν.
-Σήκω να φύγουμε! Της είπε σιγανά αλλά μέσα του έβραζε.
Μόλις βγήκαν στους δρόμους, τσακώθηκαν άγρια.
-Τι είναι αυτά που κάνεις; Την τράνταξε. Αν μου ξανακάνεις τέτοια σκηνή, τελειώσαμε. Φεύγω αύριο το πρωί.
Η Αντιγόνη έκλαιγε αλλά το πείσμα της πελώριο. Επαναλάμβανε τον τρόπο που μίλησε στην γκαρσόνα και η ζήλια της φούντωνε. Αυτός, που δεν είχε κάνει τίποτε επιλήψιμο, νευρίαζε περισσότερο.
-Τι θέλεις δηλαδή; Να μην μιλάμε στους ανθρώπους; Της φώναξε
-Στους ανθρώπους! Τον ειρωνεύτηκε. Στις πουτάνες θέλεις  να πεις.. γιατί τι νομίζεις πως ήταν αυτή; Μια πουτάνα είναι που ήθελες να τη γαμήσεις!
Έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Δεν ήξερε τι να πει. Συμμαζεύτηκε στις σκέψεις του και κατάλαβε πως αυτό θα γινόταν τεράστιο πρόβλημα.
Εκείνο το βράδυ, το ξεπέρασαν σχετικά εύκολα. Πήγαν στο σπίτι, και πράγμα περίεργο η Αντιγόνη, σε λίγο καλμάρισε. Δεν μίλησαν άλλο γ' αυτό. Ξάπλωσαν έκαναν έρωτα κι όλα ήταν μέλι -γάλα, μέχρι το επόμενο παρόμοιο γεγονός.
Ακολούθησαν εκατοντάδες τέτοια καμώματα. Αυτός προσπάθησε με παντοίους τρόπους να της εξηγήσει πως δεν έπρεπε να είναι κατά φαντασία ζηλιάρα αλλά στάθηκε αδύνατο. Η Αντιγόνη σε λίγο θα ζήλευε και τον ίσκιο της. Μετά από κάθε σκηνή ζηλοτυπίας, επακολουθούσε καυγάς, ύστερα  κλάματα, φωνές υστερίας πως τάχα ένιωθε όντως αδικημένη. Δεν σταματούσε με τίποτε. Μόλις της καρφωνόταν η ιδέα ότι κοίταξε μια γυναίκα, τελείωσε.

-Γαμάς την γειτόνισσα μωρέ! Του φώναξε μια μέρα και τους άκουγε κόσμος.
Και μετά από κάθε γεγονός κλαίγοντας του ζητούσε συγνώμη λέγοντας πως δεν θα το ξανάκανε. Αλλά, αυτός κουνούσε το κεφάλι και δεν την πίστευε. Έκανε υπομονή, την αγαπούσε, δεν ήθελε να τη χάσει. Απηύδησε όμως,τον έβγαζε από τα ρούχα του. Δεν ήταν μια συνηθισμένη ζήλια για να το πάρεις αστεία. Εδώ επρόκειτο για αρρώστια. Σιγά-σιγά τον απομόνωνε από τον κόσμο. Απέφευγε να βγαίνουν μαζί έξω γιατί φοβόταν πως θα τον έκανε ρεζίλι.
Στις αρχές έτρεφε κάποιες ψεύτικες ελπίδες, δεν μπορούσε να πιστέψει πως η ζήλια ήταν τόσο φοβερή αρρώστια. Σιγά αλλά σταθερά, η ζωή τους έγινε κόλαση. Η ασυνεννοησία τα νεύρα μεταξύ τους μεγάλωναν την κατάντια. Πολλές φορές έκαναν βδομάδες  ανταλλάξουν ματιά, ν αγγίξει ο ένας τον άλλον. Κοιμόνταν στο ίδιο κρεβάτι, μα τους χώριζε ένας τοίχος.
Έκανε μερικές προσπάθειες ακόμη. Κάποιο βράδυ, κάλεσε έναν κοινό τους φίλο στο σπίτι για φαγητό και αντελήφτηκε ότι είχε αρχίσει να ζηλεύει και τους άντρες.
-Σε κλαίω, του είπε, ο φίλος στην πόρτα, όταν προφανώς αηδιασμένος από την αφόρητη και πιεστική κατάσταση, κατάλαβε το μέγεθος της συμφοράς. Σήκω φύγε, όσο είναι νωρίς. Η ζήλια την έχει τρελάνει.

Όταν έφυγε, έγινε το μάλε-βράσε. Η Αντιγόνη του επιτέθηκε, τον χτύπησε, τον γρατσούνισε. Αυτός δεν την χτύπησε-δεν την είχε χτυπήσει ποτέ, θεωρούσε ανέντιμο να δέρνει κανείς μια γυναίκα, και απλά προσπαθούσε να τη συγκρατήσει. Αλλά εκείνο το βράδυ δεν άντεξε. Μόλις την άκουσε να του λέει πως γαμιόταν με το φίλο του, πετάχτηκαν οι φλέβες στο λαιμό του και της έσκασε δυο σκαμπίλια. Τότε, έγινε το χειρότερο. Ούρλιαξε σαν μανιακή, φώναζε, έβριζε, σήκωσε την γειτονιά στο πόδι. Ήρθε η Αστυνομία και τους πήρε στο τμήμα. Οι μπάτσοι, που την είδαν ματωμένη, την παρότρυναν να του κάνει μήνυση. Τον κοίταζαν σαν εγκληματία και τον κράτησαν αυτόφωρο.
Παρ' όλα αυτά, η Αντιγόνη, πήγε και τον πήρε το πρωί από την Αστυνομία. Δε μίλησαν. Βγήκαν στο δρόμο και προχωρούσαν. Του πρότεινε να καθίσουν κάπου για καφέ. Παραξενεμένος  την ακολούθησε. Κάθισαν και για χιλιοστή φορά, του είπε πως θα άλλαζε, πως έφταιγε και του ζητούσε συγνώμη κλαίγοντας. Με κρύα καρδιά, μισοσυμφώνησε. Δεν την πίστευε, είχε πάρει την απόφαση να φύγει από κοντά της  αλλά χωρίς να το καταλάβει γιατί, έμεινε.
Πέρασαν μερικές μέρες, το σπασμένο γυαλί δε κολλούσε, ούτε οι πέτρες κολλάνε, απλά υπήρχαν εκεί, μέχρι ένα βράδυ που γύρισε λίγο αργά, σκοτωμένος από την ανημπόρια του ν αλλάξει  τη ζωή, ν' αλλάξει τους ανθρώπους, μπήκε στο σπίτι και η διάθεση του ήτανε χάλια. Πήγε στην τουαλέτα, είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη και λυπήθηκε για την εικόνα του. Αξύριστος, ακούρευτος-πως είχαν μεγαλώσει τόσο τα μαλλιά του;- κακοντυμένος, ποτέ δεν θυμήθηκε τον εαυτό του έτσι. Η ψυχή του ήτανε άδεια.
Άκουσε το τέρας να φωνάζει και να τον βρίζει από την κρεβατοκάμαρα κι ανταριάστηκε περισσότερο.
-Που ήσουνα ρε αλήτη! Πάλι σ' αυτή την πουτάνα ήσουν;
Συφοριασμένος, στάθηκε στην πόρτα και την κοίταξε με απεριόριστη λύπη. Λύπη και απόλυτο οίκτο.
-Τι θέλεις; Είπε ήσυχα
-Τι θέλω; Έκανε λες και είχε έρθει η καταστροφή του κόσμου. Μου τα είπαν ρε μαλάκα! Σε είδαν να μιλάς με την ξανθιά ! να της πιάνεις το χέρι!
Ποιος ξέρει ποιος ανόητος καλοθελητής την είχε βάλει στην πρίζα
Δεν της απάντησε. Τι να της έλεγε; Πήγε στην κουζίνα, κάθισε στο τραπέζι, σκεφτικός.
-Αλλά δεν σε συμφέρει, γι αυτό δεν απαντάς, συνέχισε να φωνάζει. Την γάμησες ρε! Είναι καλύτερη αυτή από μένα; Έχεις μια γυναικάρα μωρέ μαλάκα και πηγαίνεις με τις πουτάνες! Αλλά θα πάω κι εγώ! Θα γίνω κι εγώ πουτάνα να μου το θυμηθείς!
Επέστρεψε και συνέχισε να την κοιτάζει με τα νεύρα τεντωμένα. Του επιτέθηκε. Αυτός προσπάθησε να τη συγκρατήσει, πάλεψαν άγρια, στο διάδρομο, γδάρθηκαν στους τοίχους, παρέσυραν το τραπέζι της κουζίνας, έσπασαν τα ποτήρια που βρέθηκαν επάνω του. Σύρθηκαν ξανά στην κρεβατοκάμαρα και συνέχισαν να παλεύουν, ώσπου κάποια στιγμή, κατάφερε να την ακινητοποιήσει . Της κράτησε τα χέρια καρφωμένα στο κρεβάτι και με το σώμα του ακουμπισμένο στην κοιλιά της, την κοίταξε στα μάτια. Αυτή τον κοίταξε με μίσος. Αυτός δεν ένιωθε, παρά μόνο απελπισία, δεν ήθελε τίποτε, μόνο να πάρει τα πράγματά του και να φύγει. Να φύγει όσο πιο μακριά γινόταν και να μην την ξανάβλεπε ποτέ.
Όπως την είχε ακινητοποιημένη, προσπάθησε μάταια να απεγκλωβιστεί, τον έφτυσε κατάμουτρα, αυτό δεν του το είχε κάνει κανείς άνθρωπος, ένιωσε αηδία, έσμιξε τα μάτια, κοίταξε πίσω δεν έβλεπε τίποτε, κοίταξε μπρος η Αντιγόνη έμοιαζε με κέρινο ομοίωμα, την άφησε, δεν μπορούσε άλλο, σκούπισε τα σάλια από το πρόσωπο του, σηκώθηκε να φύγει, πήγε στην ντουλάπα πήρε μια βαλίτσα κι άρχισε να μαζεύει τα ρούχα του, δεν μιλούσε, δεν είχε τίποτε να πει, ο κόσμος ήταν ένα ξυράφι, το ξεραμένο στόμα του η μυρωδιά του σκόρου, τα ξύλινα ράφια και οι κρεμάστρες άδειαζαν ορμητικά το ποτάμι που ήταν πριν πράσινο, ήσυχο και τώρα γινόταν σκούρο, προς το μαύρο και ένας φοίνικας που είχε κλαδέψει κάποτε, μεγάλωνε τ αγκάθια του.
Η Αντιγόνη έκλαιγε και ξέσκιζε τα σεντόνια.
Τότε αυτός φοβήθηκε, ένα ρίγος έτρεξε στην ραχοκοκαλιά του, ο κόσμος ήταν μια στάλα, οι θάλασσες βούιζαν σαν ξένες ευτυχίες, δεν είχε πια τι άλλο να κάνει εκεί και βιαστικά βγήκε στον διάδρομο να μαζέψει μερικά πράγματα ακόμη. Αναστατωμένος όπως ήταν δεν το περίμενε ποτέ, δεν πρόσεξε που η Αντιγόνη τον ακολούθησε κρατώντας το μεγάλο, γυάλινο βάζο.
Το εξακόντισε πάνω του, τον βρήκε στο πίσω μέρος του κρανίου. Το βάζο έσπασε σα νερό, σαν καταρράκτης, τα κομμάτια σκορπίστηκαν παντού, το αίμα κύλησε ποτάμι, έπεσε απνευστί στο μωσαϊκό δάπεδο.
Σύρθηκε λίγο κι έμεινε ακούνητος με ανοιχτά μάτια. Είχε πεθάνει.

 

                   ΤΕΛΟΣ


Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

ΚΑΤΩ ΑΠ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ..[3]


Ο κύριος Ζερβοκιακινίδης μπήκε βαρυεστημένος στο γραφείο του, εκείνη τη Δευτέρα και δεν απάντησε σε καμιά καλημέρα δεν χαμογέλασε σε κανέναν από το προσωπικό του. Κάθισε στη στριφογυριστή καρέκλα κι άνοιξε τον υπολογιστή. Πρόσεξε πως ο καφες του δεν είχε έρθει ακόμα και φώναξε την Ιωάννα την αδερφή του που την είχε σαν υπηρεσία του τόσα χρόνια. Η Ιωάννα μια στραβοκάνα, ανύπαντρη πενηντάρα μπήκε φουριόζα βροντώντας την πόρτα πίσω της ήταν η μόνη που του αντιμιλούσε εκεί μέσα.

-Τι θες βρε; στάθηκε πάνω απ το κεφάλι του σα χάρος.

-Σου χω πει χιλιάδες φορές να μη βροντάς την πόρτα! της φώναξε. Που είναι ο καφές μου;

-Δεν έχουμε καφέ, τέλειωσε.

-Τι παει να πει δεν έχουμε καφέ; γιατί σε χω εδώ μέσα; για να τρυγυρνάς στους υπαλλήλους μου και να κοτσομπολεύεις;

-Δε μ άφησες λεφτά το Σάββατο...φέρε λεφτά! Το προσπερνώ το σχόλιο σου! φέρε λεφτά!

-Και δεν είχες ένα ευρώ να πάρεις καφέ; έκανε ψάχνοντας στην τσέπη του για ψιλά.

-Δεν κάνει ένα ευρώ ο καφές.

-Πόσο κάνει; απορημένος

- Εξακόσια ένα!

-Εξακόσια ένα; αποχαυνωμένος.

-Το προσπερνώ. Ξεχνάς που δε μου πλήρωσες τον δέκατο τρίτο μισθό μου, με έχεις δω μέσα σα σκλάβα σαράντα χρόνια και συ γυρνάς με τις τσούλες..

-Σκάσε μωρή! θα μας ακούσουν.

-Αυτό θέλω κι εγώ να μας ακούσουν! φέρε τα λεφτά μου!

Ο Ζερβο και τα λοιπά, φώναξε τον λογιστή του.

-Πετράν, έλα μέσα.

Ο Πετράν άνοιξε την πόρτα και στάθηκε προσοχή.

-Με φωνάξατε;

-Άκου δω: δος της εξακόσια ευρό..

-Εξακόσια ένα! τον έκοψε η Ιωάννα.

-Δος της εξακόσια ένα κι εσύ να μου φέρεις τον καφέ σε ένα λεπτό! τ ακούς; στην Ιωάννα.

-Μάλιστα αφεντικό, ψέλλισε ο Πετράν. Και ξέρετε ήθελα να σας μιλήσω κάποια στιγμή.

-Εμένα; τι να μου πεις; για πες..

-Να, για τη γυναίκα μου που σας μίλησα να την πάρετε για γραμματέα σας..

-Ώχ! σου χω πει πως δε θέλω οικογενειακές καταστάσεις εδώ μέσα

-Μα είναι πολύ καλή στη δουλειά της..

-Καλά έλα μετά.

-Ευχαριστώ, έκανε ο Πετράν και βγήκε ακολουθούμενος από την Ιωάννα που κλείνοντας την πόρτα γύρισε και του είπε στριφνά κουνώντας το κεφάλι της..

-Έχεις τα νεύρα σου γιατί δεν έχεις τη γραμματέα σου να μαχμουρλίζεις!

Ο Πετράν με την Ιωάννα έφτασαν στο λογιστήριο και καθίζονταςάνοιξε τα χαρτιά του.

-Μη τα σκαλίζεις αυτά, δεν τον άκουσες;δοσε μου εμένα τα λεφτά μου και κάνε τη δουλειά σου μετά.

-Πρέπει να υπογράψεις κυρία Ιωάννα!

-Ευχαριστώ που με λες κυρία! έκανε ναζιάρικα. Κανένας άλλος δε με λέει κυρία, συνέχισε με παράπονο βάβοντας τα κλάμματα.

-Μην κλαις κυρία Ιωάννα.

-Καλά, το προσπερνώ, σφούγγισε τα δάκρια παίρνοντας τα εξακόσια ευρό.

-Ξεχάσατε το ένα ευρώ..έκανε ο Πετράν

-Κράτησε το καλέ μου! επειδή με είπες κυρία! κι έφυγε βροντώντας την πόρτα πίσω της τόσο που ο Πετράν αναπήδησε ξαφνιασμένος.

-Τι κυρία κι αυτή! μονολόγησε κάνοντας το σταυρό του.

Ωστόσο κείνη τη στιγμή μπήκε ο Θωμάς οδηγώντας  ένα μικρό αυτοκινητάκι απο αυτά που κάνουν βόλτες τα μικρά παιδάκια. Ο Πετράν έμεινε να τον κοιτάζει που πάρκαρε.

-Τι είναι αυτό ρε Θωμά;

-Το τελευταίο μοντέλο της Φίατ, ηλεκτρικό, μονοθέσιο, σε λίγο όλοι με ένα τέτοιο θα κυκλοφορούμε!

-Καλά τώρα, πάρτο και φύγε γιατί έχω δουλειά.

-Μια ζωή ανημέρωτος,

-Φύγε Θωμά, έχω δουλειά.

-Πως κάνεις έτσι; δουλειά, δολειά, δουλειά...έχεις γίνει δούλος εδώ μέσα. Κάτσε λιγάκι να τα πούμε!

-Τι να πούμε, φύγε.

-Του μίλησες;

-Ποιανού;

-Του Ζερβο και λοιπά.

-Α, ναι του είπα..

-Και τι σου είπε;

-Να πάω μετά.

-Α, μετά...απογοητευμένος. Μέχρι το μετά θα έχει πάρει άλλη γραμματέα αυτός. Πριν από λίγο μπήκε μια ξανθθιά στο γραφείο του.

-Ξανθιά; θορυβημένος. Ε, τότε να πάω τώρα1

-Πήγαινε καυμένε, τι τον φοβάσαι!

-Εγώ; τον φοβάμαι....φύγε εσύ και θα πάω μόλις τελειώσω μια λογιστική πράξη...

Ο Θωμάς φεύγει ο Πετράν βιαστικά τελειώνει  γρήγορα και βιαστικός βγαίνει απ το γραφείο του. Φτάνει έξω από το γραφείο του Ζερβο και λοιπά, στρώνει τη γραβάτα του και χτυπάει την πόρτα.

-Εμπρός! ακούγεται η φωνή του Ζερβο και λοιπά, που μιλάει στο τηλέφωνο με τον φίλο του επιχειρηματία.

-Ωστε λες να την πάρω ε; είσαι σίγουρος.

-Οπωσδήποτε και μη καθυστερείς, ακούγεται η φωνή απ το τηλέφωνο.

-Εντάξει, θα το κάνω κλείσε τώρα κι ακούμπησε το ακουστικό στη συσκευή, ενώ ο Πετράν είχε μπει και στεκόταν προσοχή.

-Τι τρέχει Πετράν;

-Ώστε θα την πάρετε!

-Ε, ναι, βέβαια..σχεδόν το χω αποφασίσει. Βέβαια τα λεφτά είναι πολλά..

-Μπα, δεν είναι πολλά! δεν είναι πολλά...θα τα βγάζει τα λεφτά της.

-Ναι, δε λέω...είναι ψηλή, έχει μεγάλα μπαλκόνια..

-Ε, ψηλή είναι αλλά όχι και μεγάλα...κανονικά κύριε διευθυντά.

-Τα χεις δει εσύ; ξαφνιασμένος. Θέλω να πω τα ξέρεις τα στηθαία..
-Τα στηθαία; για τα μπαλκόνια λέγατε...
-Ε, δε φταίνε τα μπαλκόνια αλλά εσύ πως τα ξέρεις;

-Ε, πως κύριε διευθυντά, να μη ξέρω τα μπαλκόνια της γυναίκας μου;

-Τα μπαλκόνια της γυναίκα σου..ψάχνεται. Τι λες μωρέ! για τη γυναίκα σου με ρωτάς αν την πάρω.

-Ε, ναι για ποια άλλη; απορημένος.

-Φύγε μωρέ! άει χάσου! εγώ μιλούσα για την πολυκατοικία που θέλω ν αγοράσω...

-Ω..συγνώμη...με τη γυναίκα μου τι θα γίνει; θέλει να εργαστεί οπωστήποτε λέει.

-Καλά, πήγαινε τώρα, φέρτην αύριο να τη δοκιμάσω..

-Μα τι είναι η Μέλανυ, φρούτο για να το δοκιμάσετε.

-Όλες οι γυναίκες φρούτα είναι..πήγαινε τώρα και μη με σκοτίζεις! φέρτην αύριο να δούμε τι ψάρια πιάνει..

-Μα δεν πιάνει ψάρια! γραμματέας είναι,ξέρει πέντε γλώσσες..

-Πέντε; ανοίγει τα μάτια του. εγώ δεν ξέρω καμία.

-Ναι μα εσείς δεν είστε γραμματέας

-Τι είμαι εγώ;

-Ψάρι

-Εγώ είμαι ψάρι; απορημένος.

-Κολιός...πονηρά.

--Φύγε Πετράν γιατί δεν τοχω σε τίποτα να σε απολύσω!

-Φεύγω. Όπως είπαμε αφεντικό θα τη φέρω αύριο κι έκλεισε την πόρτα σιγανά. Υπόκωφα.

-



Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

ΚΑΤΩ ΑΠ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ...[ΔΥΟ]

0 Πετράν  είχε γυρίσει από νωρίς στο σπίτι, μπήκε στο σαλόνι, βραδάκι ήταν, έψαξε για τη Μέλανυ στην κουζίνα, στην τουαλέτα, παντού, η Μέλανυ πουθενά, έτσι λίγο απεγνωσμένος πήρε το μπουκάλι με το ουίσκι να πιει ένα ποτό και να την περιμένει. Έβαλε ποτό παγάκια, ήπιε ένα-δυο-τρία πέρναγε η ώρα. Στο τρίτο ποτό άνοιξε το ραδιόφωνο ν ακούσει μουσική, έφτιαξε κάπως το κέφι του κι όταν είχε πιει όλο σχεδόν το μπουκάλι και αφού η Μέλανυ αργούσε ακόμη, πήγε στην κρεβατοκάμαρα να ξαπλώσει και να την περιμένει.
Η Μέλανυ άνοιξε την πόρτα αργοπορημένη και μπαίνοντας στο σαλόνι, βλέποντας το άδειο μπουκάλι και το μισογεμάτο ποτήρι κατάχαμα στο δάπεδο έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Κοίταξε από δω κοίταξε από κει, πουθενά ο Πετράν.
-Πετράν! Φώναξε. Που είσαι αγάπη μου;
Τίποτε. Ησυχία.
-Πετράν άσε τα κόλπα! που πήγες αγάπη μου; κι ανασήκωσε τις κουβέρτες να δει κάτω απ το κρεβάτι όπου ο Πετράν κοιμόταν του καλού καιρού.
-Έλα έξω ρε!
Ο Πετραν αργοκουνήθηκε, μισοξύπνησε.
-Άσε με, κοιμάμαι, πέσε κι εσύ, μουρμούρισε.
-Που να πέσω;
-Εδώ στο κρεβάτι, δίπλα μου.
-Το κρεβάτι είναι εκεί;
-Γιατί; έφυγε το κρεβάτι;
-Έλα έξω ρε! και προσπάθησε να τον σύρει τραβώντας τον απ το χέρι.
-Άσε με εδώ καλά είμαι, γιατί θέλεις να ξεβολέψεις έναν άνθρωπο; Και ξαναχώθηκε πάλι πίσω.
Η Μέλανυ φρύαξε αλλά αμέσως άλλαξε διάθεση. Άστον κα κοιμηθεί εκεί, σκέφτηκε. Έβαλε το κομπινεζόν της, κοίταξε το αραχνοΰφαντο σώμα της στον καθρέφτη και την έπεσε μ ένα πήδημα στην άπλα της κρεβατοκάμαρας.
Το πρωί όταν ξύπνησαν ο Πετραν είχε βρεθεί στην αγκαλιά της κι η Μέλανυ τον κοίταζε περίεργα. Ο Πετράν δε θυμόταν τίποτα.
-Μ αγαπάς; Την αγκάλιασε κι αυτή εκείνον.
-Σε λατρεύω μωρό μου! είσαι ο καλύτερος σύζυγος του κόσμου και τον φίλησε.
-Τι ώρα είναι; πετάχτηκε ο Πετράν.
-Μην κάνεις έτσι προλαβαίνουμε να πιούμε καφέ, μέχρι να φύγεις για τη δουλειά, θα τον φτιάξεις εσύ μωρό μου;
-Αφού ξέρεις δε βαριέμαι να φτιάχνω τον καφέ μας ... έκανε και σηκώθηκε.
-Το ξέρω, γέλασε και σηκώθηκε κι αυτή να πάει στην τουαλέτα να φρεσκαριστεί.
Ο Πετράν πήγε στην κουζίνα να φτιάξει τους καφέδες.
-Δε βαριέμαι, που λες να φτιάχνω τον καφέ, βαριέμαι ν ανάβω το γκαζάκι.
-Ε, σιγά το γκαζάκι! Απαντούσε απ την τουαλέτα.
-Μετά βαριέμαι ν ανοίξω τα καφεκούτια!
-Ε, σιγά τα καφεκούτια, έχουμε τα καλύτερα!
-Να μετρήσω το νερό στο τζιβέ και τις κουταλιές της ζάχαρης και του καφέ.
-Ε, σιγά τις κουταλιές! Δυο καφέ ενάμισι ζάχαρη. Μη σου πέσει παραπάνω κακομοίρη μου!
Ο Πετράν μετρούσε τις κουταλιές, ύστερα ανακάτωνε το μείγμα και περίμενε πάνω απ το γκαζάκι να φουσκώσει το καϊμάκι.
-Όχι δε βαριέμαι να φτιάχνω τον καφέ, βαριέμαι να περιμένω τη στιγμή που θα φουσκώσει και να τον βγάλω στο τσακ! Φοβάμαι μη δεν το προλάβω και καεί.. κατάλαβες;
- Κατάλαβα μωρό μου! είπε η Μέλανυ ερχόμενη φρέσκια στην κουζίνα, ενώ αυτός γέμιζε στο τσακ τα φλιτζάνια.
-Ίδρωσες;
-Ε, τι εύκολο είναι να φτιάξεις δυο καφέδες! Σκούπισε τον ιδρώτα που έλουζε το μέτωπο του.
Ύστερα σέρβιρε τους καφέδες στο σαλόνι με ένα μπισκοτάκι στον καθένα.
Κάθισαν ν απολαύσουν τον καφέ τους μη μιλώντας για λίγο.
-Ξέρεις τσακώθηκα με έναν καραγκιόζη χτες στο Κολωνάκι, είπε ρουφώντας μια γουλιά κι ο Πετράν τσουρουφλίστηκε με το τσιγάρο του.
-Ποιος ήταν αυτός ο κακομοίρης;
-Καλά το είπες: κακομοίρης! Δεν έχει σημασία, άστο, το ξέχασα αλλά αν το ξαναπετύχω θα του βγάλω τα μαλλιά τρίχα-τρίχα!
-Είχε μαλλιά;
-Μπα, φαλακρός ήταν!
Ο Πετράν την κοίταξε όπως την κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. Η Μέλανυ του το κλεισε.
-Πάω να φύγω εγώ τώρα, πάω στη δουλειά.
-Ωραία! μη ξεχάσεις να μιλήσεις στ αφεντικό σου για να με πάρει για γραμματέα του, εντάξει;
-Όχι, θα του το πω, έκανε σφίγγοντας τη γραβάτα του.
-Να του το πεις οπωσδήποτε! Ξέρεις πόσο θέλω να δουλέψω.

συνεχίζεται

 

-->


Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

ΚΑΤΩ ΑΠ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ.

[Μια κωμμωδία που γράφω τώρα για πάρτυ των πατθ φριεντς.]

 ΚΑΤΩ ΑΠ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ

Ο γάμος του Πετράν ήταν μια πετυχημένη επανάσταση. Όλοι είπαν πως ήταν ένα ταιριαστό ζευγάρι και σίγουρα θα πετύχαιναν στη ζωή αφού αυτός ήταν άσχημος και η Μέλανυ πανέμορφη.
-Είσαι τυχερό ψάρι! Του σφύριξε ο Θωμάς, που ήταν ο ωραίος της παρέας.
-Θα φάμε ψάρι; Γέλασε ο Πετράν.
-Χελιδονόψαρο! ανταπάντησε.
Έπιναν τον καφέ τους λίγες μέρες μετά τον γάμο του και περνούσαν υπέροχα. Ήταν φίλοι χρόνια, μαζί στο σχολείο, παρέα και στο στρατιωτικό, σκάρωναν φάρσες, γελούσαν με το παραμικρό.
Κατά τύχη είχαν και το ίδιο αφεντικό στη δουλειά τους τον Τάσο Ζερβικιακινίδη που είχε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων, ανύπαντρος πενηνταπεντάρης λάτρης του γυναικείου φύλου.
-Ρε! ξυπνήστε, οι γυναίκες είναι όλες τρελές! Τους υπενθύμιζε κάθε μέρα.
Ο Πετράν εργαζόταν στο λογιστήριο κι ο  Θωμάς στο παρκινγκ.
-Του μίλησες για τη Μέλανυ;
-Μπα, όχι ακόμα..
-Τι περιμένεις να φέξει; Ή να πάρει άλλη τη δουλειά; Τώρα είναι ευκαιρία που ζητάει γραμματέα, τι κάθεσαι; Εξ άλλου δεν την ξέρει, την ξέρει; Ούτε στο γάμο σου ήρθε.
-Περιμένω την κατάλληλη στιγμή, είναι βλέπεις και μουρντάρης, να τη βάλω στο στόμα του καρχαρία;
-Έλα ρε! η Μέλανυ είναι πανέξυπνη γυναίκα και σ αγαπάει ... θα τα καταφέρει. Κοίταξε να του μιλήσεις γλυκά..
-Πόσο γλυκά; Άνοιξε τα μάτια του.
-Να, έτσι, αφού ξέρεις τις γαλιφιές του.
Σηκώθηκε υποκριτικά με κινήσεις ηθοποιού.
-Πες ότι είμαι εγώ εσύ ...
-Είσαι εσύ εγώ;
-Πες είπαμε! και εσύ είσαι ο Ζερβικιακινίδης.

-Α, εντάξει, κατάλαβα, εγώ είμαι ο Ζερβικιανίδης..

-Μπράβο! Θα μπεις λοιπόν στο γραφείο με μελιστάλαχτο ύφος, αφεντικό θέλω να μου κάνεις μια χάρη: να πάρεις τη Μέλανυ για γραμματέα σου.
-Α, όχι δεν παίρνω τις γυναίκες των υπαλλήλων μου στη δουλειά μου! πετάχτηκε ο Πετράν προσποιούμενος τον Ζερβικιακινίδη.
-Ναι, αλλά αν δεν πάρεις και τη γυναίκα μου στη δουλειά σου θα φύγουμε για τη Γερμανία, δεν αντέχουμε τη φτώχεια αφεντικό. Έτσι θα του πεις κι αυτός που σε έχει ανάγκη επειδή είσαι ο καλύτερος λογιστής στην αγορά θα υποκύψει!

Ωστόσο κείνη τη μέρα είχε βγει για καφέ και η πανέμορφη Μέλανυ. Περπάτησε προς το Κολωνάκι ενώ οι άλλοι σφύριζαν στο πέρασμα της. Η Μέλανυ δεν έδινε σημασία είχε την αγάπη της για τον Πετράν και για ένα καινούργιο φόρεμα που ήθελε να της αγοράσει. Στάθηκε σε μια βιτρίνα  το λαχταρούσε και θυμήθηκε πως της είχε υποσχεθεί να της το πάρει.
Ναζιάρικα στριφογύρισε την τσάντα της και προχώρησε για το καφέ.
-Θέλεις να σου το πάρω εγώ; Την ρώτησε ένας περαστικός χοντρούλης.
-Ποιο καλέ; Του μπήκε πάνω από τη μούρη του γνωρίζοντας την τσαχπινιά της.
-Το αυτοκίνητο ...
-Σου ζήτησα εγώ αυτοκίνητο;
-Το φόρεμα;
-Άιντε ρε χοντρούλη να φας τη σούπα σου! χαχαχα! Γεια σου χοντρούλη!
Κάθισε στην πλατεία, παράγγειλε καφέ. Έβγαλε τα τσιγαράκια της, άπλωσε τα ποδαράκια της, ήρθε ο εσπρέσο.
Απέναντι της καθόταν στο άλλο τραπέζι ο Ζερβικιακινίδης απολαμβάνοντας την πάστα του παρέα με τον Μίλτον έναν άλλον επιχειρηματία συνομήλικο του που επίσης απολάμβανε ένα γλυκό κουταλιού.
-Θα την πάρω! Που να σκάσει ο διάολος! του επαναλάμβανε συνέχεια, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην καινουργιοφερμένη Μέλανυ [κι συχνότερα ενοχλητικές].
-Αυτήν; Άνοιγε τα μάτια του ο Μίλτον, δείχνοντας την Μέλανυ.
-Όχι μωρέ! Την πολυκατοικία στη Μετσόβου, που έχεις το μυαλό σου για δουλειές μιλάμε! Συγνώμη δεσποινίς, χαμογέλασε στη Μέλανυ, πιάνοντας της το μάγουλο. Ο φίλος μου είναι λιγάκι αναιδής.
-Κάντε τη δουλειά σας! Φύσηξε στο πρόσωπο του τον καπνό της.
Ο Ζερβοκιακινίδης σκούπισε τα μάτια του, αναψοκοκκίνισε, έβγαλε ένα δάκρυ κι ένα γέλιο, σοβαρεύτηκε.
-Δεσποινίς ...
-Κυρία! Τον πρόλαβε γελώντας σατανικά, ξαναφυσώντας τον καπνό πάνω του.
-Τόσο το χειρότερο! Είστε αναιδέστατη! Προσέξτε που φυσάτε τον καπνό σας! Εδώ έχουμε δημοκρατία, δεν είναι ότι κι ότι!
-Πως είναι το ονοματάκι σας κύριε;
-Εμένα; Κοίταξε γύρω του.
-Εσένα, βλέπεις να μιλάω με κάποιον Βεζούβιο;
-Μίλτον λένε τον φίλο μου, δεν ξέρω κανέναν Βεζούβιο. Εμένα με λένε Ζερβοκιακινιδη!
-Εντάξει κύριε Κυανοζερβοκιακινίδη, φάτε το γλυκό σας!
-Ζερβοκιακινίδης! Πάστα τρώω, σε ενοχλεί;
-Πάστα τρώτε; Είπε η Μέλανυ ανασηκωμένη και πλησιάζοντας στο τραπέζι του.
-Ναι, πάστα με Σαντιγύ, σας πειράζει; Ρώτησε σοβαρός τρώγοντας μια κουταλιά ο Ζερβιακιανίδης. Εδώ έχουμε Δημοκρατία ...
-Ε, φάτε την όλη! Είπε η Μέλανυ  πετώντας το πιάτο με την πάστα στο πρόσωπο του. Κι αυτό για να μην ενοχλείτε τις παντρεμένες γυναίκες! Και αποχώρησε ενώ η πλατεία σειόταν από τα γέλια.

συνεχίζεται


Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΩ.



ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΩ.


Ιούλιος μήνας, ζέστη κι απελπισία στην Αθήνα. Μια πόλη, λουσμένη στον ιδρώτα, καύσωνας στα όρια της επικινδυνότητας, άχνιζε η άσφαλτο του θανατά, καθώς ανέβαινε την Βουλιαγμένης, μπαϊλντισμένος κι έφτασε στο μαγαζί του, σα να το είχε προαποφασίσει, συμμάζεψε λίγα πράγματα, ταχτοποίησε βιαστικές εκκρεμότητες, έβαλε ένα χαρτί στην πόρτα: ΑΠΟΥΣΙΑΖΩ ΓΙΑ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΩ.

Όταν πάτησε το πόδι του στην Κέρκυρα, σκεφτόταν την έκπληξη των γειτόνων και γελούσε με την ωραία ατάκα στην πρόσοψη αλλά, μαγεύτηκε από το πράσινο και το γαλάζιο, γέμισε από την ωραιότητα του πελάγου, ανάσανε αέρα αλλιώτικο, ένιωσε την μυρωδιά μιας άλλης ζωής από αυτή που ονειρευόταν γιατί μπορούσε σαν άξιος άνθρωπος να την έχει. [Γιατί όχι και τη μοιραία γυναίκα;]

Ταχτοποιήθηκε σε κάποιο ξενοδοχείο της προκοπής ούτε ακριβό, ούτε φτηνιάρικο, κατά βάθος δεν τον ένοιαζε και πολύ, ένα κρεβάτι χρειαζόταν για να κοιμάται τα πρωινά, επειδή τα βράδια στα νησιά, σπάνια κοιμάται κανείς ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, ψάχνοντας πάντα τη μοιραία γυναίκα.

Ήταν μεσημέρι όταν έφτασε γι αυτό, ξάπλωσε να ξεκουραστεί και θορυβήθηκε που του ήρθε ξανά στο νου η γραφή στην πόρτα του μαγαζιού του. Λες να μην ξαναγύριζε στ αλήθεια; του κόλλησε λίγο σαν έμμονη ιδέα αλλά την έδιωξε σα μύγα ενοχλητική απ το μπράτσο του και το απόγευμα κατέβηκε νωρίς στη ρεσεψιόν όπου μια γλυκιά Κερκυραία τον καλησπέρισε γυρνώντας το ωραίο της βουνό.

-Θα βγείτε τόσο νωρίς; του χαμογέλασε οπίσθια.

-Θα πάω για μπάνιο κι αργότερα βόλτα να γνωρίσω την πόλη, της χαμογέλασε ανεβαίνοντας στα μαθητικά του θρανία εννοώντας το κυνήγι της μοιραίας γυναίκας, καλή του φάνηκε, κάποια άλλη φορά μπορεί να την σκεφτόταν μα τώρα είχε έρθει για διακοπές και συνήθως δεν έκανε γνωριμίες με Ελληνίδες, τουλάχιστον απ όσο θυμόταν τον εαυτό του δεν του άρεσαν οι Ελληνίδες Ιοκάστες, γούσταρε τις γυναίκες και δεν το κρυβε, έξ άλλου ποιος δεν τις γουστάρει ... Ο ίδιος έψαχνε από μικρός το τέλειο, έλα όμως που δεν υπάρχει τέλεια γυναίκα. Ποιος το έλεγε αυτό; ίσως ο Παναγιώτης, ένας παλιός, επαρχιακός φίλος του, που να βρισκόταν τώρα; είχαν κάνει πολλή παρέα κάποτε μαζί, το πολύ με το πολλή έχει μεγάλη διαφορά αλλά μη πλεονάζεις και τις περισσότερες φορές συνέβαινε να συναντιόνται κατά τις διακοπές, ίσως γι' αυτό τον θυμήθηκε τώρα.

Πήγε για μπάνιο σε μια κοντινή παραλία, χάρηκε το κρυστάλλινο νερό, τον ήλιο, το ωραίο φως και επέστρεψε στην πόλη, περιδιάβηκε τα καλντερίμια, τα πλακόστρωτα κι ένιωθε χαρούμενος, υγιής, είχε μια ωραία ατμόσφαιρα γύρω του και ποτέ δε φανταζόταν πως μπορούσε να του συμβεί κάτι κακό μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς, θεωρώντας τον εαυτό του άτρωτο, φυλάγοντας τα νώτα του, αυτός ένας φιλήσυχος ξυλουργός που δεν πείραζε κανέναν, που βοηθούσε τους ανάπηρους και που τέλος πάντων είχε σε μεγάλο βαθμό ανεπτυγμένο το ένστικτο της δικαιοσύνης. Κοίταζε τα μαγαζιά, εξέταζε τον περίγυρο, τον κόσμο που ήταν πήχτρα, έναν κόσμο δίκαιο και πολύχρωμο όπως ήταν η ζωή του δίκαια και ειλικρινής, έχει σημασία αυτό για την ιστορία του και πήχτρα αλλά πολύ αλλιώτικη από της Αθήνας, ακόμα και η πίτα που έφαγε μια πίτα-γύρο, γύρω- γύρω κι αργότερα πήρε ένα παγωτό-χωνάκι στο χέρι κι αφού το γλειψε στο δρόμο, κάθισε για καφέ στο Ληστών, όπου ο κόσμος πλήθαινε, κόσμος πολύβουος, πολύχρωμος, ελληνικά δεν άκουγες, όλο Εγγλέζικα, σε λίγα χρόνια θα μιλάμε συμβατικά Αγγλικά, σκέφτηκε και μελαγχόλησε με την τόση δικαιοσύνη του και μιλούσε καλά τώρα-είχε κάνει ιδιαίτερα μαθήματα-αλλά μπροστά στην Ελληνική γλώσσα, δεν έβαζε καμιά! Σωβινισμός κι αυτό, αντισκέφτηκε, τελειώνοντας ή τέλειωσε τον καφέ του με μπόλικα τσιγάρα στο Ληστών κι έψαξε να βρει ένα καλό εστιατόριο, αόριστος διαρκείας ή πεινούσε και η ώρα, χωρίς να το καταλάβει είχε πάει δέκα, οπότε έφαγε με όρεξη, ήπιε ένα καλό κρασί αλλά ταυτόχρονα, σκεφτόταν τι να κάνει, δεν ήξερε που να πάει, αμυδρά στο νου του ήρθε ένα όνομα, μια τοποθεσία που είχε ακούσει: Παλιοκαστρίτσα. Σηκώθηκε, πλήρωσε τον λογαριασμό, βγήκε ασυναίσθητα στον κόσμο που δεν ήθελε να υπάρχει, ίσως της αδικίας και παρ όλα αυτά κάλεσε ένα ταξί, Παλιοκαστρίτσα, του είπε και

έκανε μια βόλτα σαν έφτασε, όταν φτάνεις σε ένα μέρος πρέπει κάτι να προσέχεις; κάτι να θυμάσαι; Ή να έχεις στο νου να φυλαχτείς επειδή οι άνθρωποι είναι κακοί αλλά ήσυχα, ονειρεμένα του φάνηκε, έτσι ήταν και η παμπ που διάλεξε να πιει το ποτό του, ένας δίκαιος άνθρωπος σαν αυτόν, δεν είχε όρεξη για περιπέτειες, θα έπινε το ποτό του και θα γυρνούσε νωρίς στο ξενοδοχείο για να κοιμηθεί και πέρασε λίγη ώρα απολαμβάνοντας την μουσική και μια τεκίλα σαν-ραις όπως αγκαλιάζεις μια γυναίκα ή μια συμφωνία του Μπετόβεν ή έναν πίνακα του Ντερέν, έτσι καθώς είχε γυρισμένη την πλάτη στην πίστα, έβλεπε στον καθρέφτη μια αντροπαρέα να χορεύει- πέσιμο εκατό τοις εκατό από κάποιο σύννεφο, αλά δέκα-δώδεκα άτομα και κάπου ανάμεσα τους, να ξεχωρίζει μια γυναίκα, ξένη θα ήταν, μάλλον μιγάδα, μάλλον τέτοια ήταν η ομορφιά της κι ενώ οι άντρες προσπαθούσαν να την φλερτάρουν σαν νεοέλληνες, φαινόταν από τον τρόπο τους, παλιόπαιδα, του είπε ο τύπος δίπλα του, που κατάλαβε πως τους παρατηρούσε, πρόσεξε, αναστατώνουν την πόλη με τις βλακείες πιστεύοντας πως είναι κάποιοι, πίνουν, καπνίζουν ότι βρουν, άσπρη, μαύρη και μετά δεν ξέρουν τι τους γίνεται και κάνουν τα χειρότερα, τον ενημέρωσε, ενώ αυτός τον κοίταξε συνοφρυωμένος.

Τι τον ένοιαζε; Παντού τα ίδια γίνονται, σκέφτηκε και γύρισε στο ποτό του. Α ς έκαναν όσες βλακείες ήθελαν. Αυτός θα έπινε το ποτό του και θα έφευγε.

Έτσι σκεφτόταν, όταν άκουσε την φωνή της δίπλα του.

-Μου ντύνεται την φωτιά σας; του είπε με σπαστά ελληνικά και τον κοίταζε με μαύρα μάτια.

Της έδωσε φωτιά.

-Θέγκιου. Πως σε λένε εσένα; Ποιο είναι το όνομα σου; Μι Τζέιν, τόνιζε μια -μια τις λέξεις.

Της είπε τ όνομα του μισοχαμογελώντας με τους μορφασμούς, τον τρόπο της. Ωστόσο, απ τον καθρέφτη, παρακολουθούσε τους ανθρώπους που έκαναν συνέδριο και τον εξέταζαν, δεν του άρεσε και σκυθρώπιασε. Οι άνθρωποι έδειχναν απειλητικοί.

-Τι συμβαίνει; Αλαφιάστηκε η Τζέιν, γύρισε προς τους ανθρώπους κι ύστερα, αμέσως σ' αυτόν.

-Αυτοί άνθρωποι ντεν είναι καλοί ! Σε παρακαλώ με πας έξω να πάρουμε αέρα; Η φωνή της ήταν, φοβισμένη.

Ένα επίθετο δίνει το στίγμα. Φοβισμένη.

Μηχανικά, πλήρωσε το ποτό του και σηκώθηκε να φύγουν, έτσι απλά, χωρίς λόγο, όλα γίνονταν γρήγορα και περνώντας δίπλα τους αισθάνθηκε ένα ρίγος να τρέχει στην ραχοκοκαλιά του. Δε μίλησαν αλλά το ύφος τους έλεγε πολλά. Προσπέρασαν, βγήκαν έξω στα σκαλιά, κοιτάχτηκαν ήταν όμορφη η Τζειν ίσως μια μοιραία γυναίκα, μα δεν ήταν ώρες για τέτοιες σκέψεις, είχε τον νου στους ανθρώπους που τώρα στέκονταν στην είσοδο και γελούσαν ειρωνικά. Η Τζειν ρίχτηκε στην αγκαλιά του και τον φίλησε-γιατί το έκανε τώρα αυτό; Ήταν γλυκό το φιλί της και η ίδια με το σκουρόχρωμο δέρμα το μελαμψό, καθώς του χάιδευε τον λαιμό με τα δυο της χέρια του φάνηκε μακρινή οπτασία του Γκόγια. Έμοιαζε με την τέλεια γυναίκα που πάντα ονειρευόταν και δεν υπήρχε.

-Είμαι από την Βιρμανία, του είπε. Πατέρας μου Έλληνας ... Πάμε να φύγουμε παρακαλώ ... φοβάμαι.

Αυτός δεν ένιωθε φόβο, ίσως μια αόριστη σκιά φόβου, ίσως, γιατί δεν ήταν υποχρεωμένος να την υπερασπιστεί, ο νόμος όμως ορίζει τον άντρα, από τα πρωτόγονα χρόνια, να προστατεύει το θηλυκό, άρα ήταν υπεύθυνος, γι αυτό

την πήρε αγκαλιά και βγήκαν στον κεντρικό δρόμο με τα μεγάλα πεύκα αλλά με τι θα πήγαιναν στην πόλη; Μετάνιωνε που δεν είχε πάρει το αυτοκίνητο αλλά τώρα ήταν αργά, ήταν μεσάνυχτα κόντευε τρεις η ώρα, κι αυτός είχε μπλέξει σε μια ιστορία για αγρίους μέσα σε ένα δάσος ανθρώπων κι αναλογίστηκε πως τα είχε καταφέρει έτσι μέσα σε λίγες ώρες; Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς αλλά καταλάβαινε πως είχε μπλέξει άσχημα, κάτι έπρεπε να κάμει και προχώρησαν λίγο στην δημοσιά ελπίζοντας πως οι άλλοι δεν θα τους ακολουθούσαν.

-Ας απομακρυνθούμε λίγο, της είπε. Ύστερα βλέπουμε.

Οι άνθρωποι όμως τους πήραν από κοντά. Ακολουθούσαν σε απόσταση περίπου πενήντα μέτρων. Φώναζαν, έβριζαν, απειλούσαν.

-Μάγκα ! δεν θα γλιτώσεις! Ποιος νομίζεις πως είσαι ρε;

Η Τζειν κόλλησε το σώμα πάνω του. Έτρεμε.

-Μη φοβάσαι, προσπάθησε να την καθησυχάσει. Δεν είναι τίποτε σε λίγο θα βαρεθούν και θα γυρίσουν πίσω.

Δεν το πίστευε αλλά και πάλι σκεφτόταν, που στο διάολο ζούμε, στη ζούγκλα;

είχαν προχωρήσει κανένα χιλιόμετρο μέσα στο δάσος. Ο δρόμος ήταν έρημος, ήχος δεν ακουγόταν, μόνο το περπάτημα τους και το περπάτημα των διωκτών τους που σιγά-σιγά πλησίαζαν κι αυτό αν θέλεις να το δεις καλύτερα είναι μάλλον διαφοβικό επειδή δεν ξέρεις τι είναι να σε κυνηγούν και μετάνιωσε που έφυγαν από την παμπ αλλά δεν το περίμενε, που να το φανταζόταν ότι θα τους ακολουθούσαν, τώρα όμως και να γυρνούσαν πίσω δεν μπορούσαν., οι άλλοι τους ακολουθούσαν κατά πόδας, τι να έκανε; Από τις φωνές τους, καταλάβαινε ότι πρέπει να ήταν πέντε ή έξι. Φώναζαν, έβριζαν, απειλούσαν ασταμάτητα.

Ξαφνικά, πήρε μια απόφαση. Θα γυρνούσε πίσω να τους μιλήσει, τι διάολο και οι έξι τρελοί ήταν;

-Μείνε εδώ, είπε στην Τζειν αποφασιστικά.

Προχώρησε προς τα πίσω. Οι τύποι ήταν πράγματι έξι. Μόλις τον είδαν να πλησιάζει, σταμάτησαν. Κώλωσαν προσωρινά αλλά όταν έφτασε σε απόσταση πέντε μέτρων άρχισαν το βρίσιμο.

-Τι θέλετε; τους είπε με σημασία.

Ακούστηκαν τα ίδια. Φωνές βρισιές, δυο-τρεις πλησίασαν πιο κοντά σηκώνοντας τα χέρια τους απειλητικά.

-Άμα θέλετε την κοπέλα, εκεί είναι, σας περιμένει, είπε ήρεμα.

Τον κοίταζαν σαν να μην τον πίστεευαν. Ταυτόχρονα από πίσω, ξεχώρισε ένας ψηλός, ξανθός με ουλές στο πρόσωπο. Βγήκε μπροστά, κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ο ξανθός κατάλαβε πως δεν θα άφηνε ποτέ την γυναίκα, κι αυτός πως το πρόβλημα ήταν άκρως επικίνδυνο.

-Το παίζεις μάγκας ε; έσμιξε τα φρύδια του ο ξανθός. Κι όλα έγιναν πολύ γρήγορα.

Όρμησαν επάνω του, πρόλαβε να ρίξει μερικές, όσες μπορούσε κι έπεσε μισοαναίσθητος, καταματωμένος στο έδαφος. Δυο -τρεις, άρχισαν να τον δένουν με κάτι αλυσίδες που κουβαλούσαν, ενώ ο ξανθός πετάχτηκε σαν ελατήριο με γρήγορες χάπες και βούτηξε την Τζειν που προσπαθούσε να ξεφύγει ουρλιάζοντας αλλά ποιος να την ακούσει;

Τους τράβηξαν μέσα στο δάσος, πίσω από τα δέντρα. Αυτόν τον έδεσαν σε ένα κορμό κι όλα του φαίνονταν απίστευτα, σα να μην συνέβαινα σε εκείνον. Τον έφτυναν τον κλωτσούσαν σα να ήταν ένα σκυλί του δρόμου. Μισοζαλισμένος μέσα σ αυτή τη φρίκη, παρακολούθησε τον βιασμό της Τζειν. Άθελά του γινόταν μάρτυρας ενός αποτρόπαιου εγκλήματος. Έκλεισε τα μάτια, να μην βλέπει που την βίαζαν ένας -ένας με την σειρά.

-Καθάρματα ! σταματήστε ! φώναξε και δεν μπορούσε να κλάψει.

Ο θυμός του ήταν μεγάλος, αν μπορούσε θα τους σκότωνε επί τόπου. Αλλά, μια κλωτσιά τον βρήκε στο μέτωπο άλλη μια στο στομάχι κι έμεινε αναίσθητος.

Με το μυαλό σπασμένο μισοσυνήλθε κάποτε. Η Τζειν με όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει, είχε συρθεί κοντά του και τον έλυσε, οι άνθρωποι είχαν φύγει. Καθόταν στην αγκαλιά του κι έκλαιγε. Ανάμεσα από δάκρυα, κουρέλια αίματα απόκαμε με την μαύρη τύχη του, ψαχούλεψε το πρόσωπο του και το πρόσωπο της Τζειν, ήταν αγνώριστα από τις μελανιές, τα ξεραμένα αίματα και τους πόνους. Η Τζειν δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της, αυτός σε λίγο ένιωθε κάπως καλύτερα, ήταν γερό σκαρί, τη φορτώθηκε στην πλάτη και σιγά-σιγά μάζεψαν τα σπασμένα μέλη τους και την ψυχή τους για να φτάσουν κάποτε ξημερώματα στην ανήξερη πόλη.

Πήγαν στην Αστυνομία, διηγήθηκαν πολλές φορές την επώδυνη κατάσταση. Ύστερα στο ιατρικό κέντρο, σωματικά δεν είχαν τίποτε σπουδαίο, οι μελανιές και τα γρατσουνίσματα θα περνούσαν γρήγορα, είπαν οι γιατροί. Οι γρατσουνιές της ψυχής, δεν θα περνούσαν ποτέ.

Η Τζειν χρειαζόταν ψυχολογική υποστήριξη κι αυτός, έναν-έναν τους ανθρώπους για να τους σκοτώσει.

Η Αστυνομία έψαχνε μα δεν μπορούσε να τους ανακαλύψει. Είχαν εξαφανιστεί. Μάλλον θα έχουν φύγει από το νησί, αποφάνθηκε ο αστυνόμος. Αλλά θα τους πιάσουμε όπου και να πάνε.

Που θα πάνε; Αναρωτιόταν κι αυτός με απίστευτο μένος. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους πως του συνέβηκε τέτοιο πράγμα, σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον. Αλλά οι άνθρωποι παντού ίδιοι είναι, ομολόγησε και πίστεψε μια για πάντα στο ανθρώπινο χτήνος.

Θα είχε περάσει μια βδομάδα και οι πληγές του είχαν σχεδόν επουλωθεί. Μόνο το μεγάλο μελάνιασμα στο δεξί μάτι θ αργούσε λίγο ακόμα να φύγει. Η Τζειν επισκεπτόταν τον ψυχολόγο της κι αυτός, λογικά, έπρεπε κάποτε να επιστρέψει στην Αθήνα. Της το είπε κι εκείνη κούνησε θλιμμένα το κεφάλι της. Ύστερα έβαλε τα κλάματα ακουμπισμένη στο στήθος του.

-Έχεις τον πατέρα σου τώρα εδώ, της είπε και της χάιδεψε τα μαλλιά.

Πράγματι ο πατέρας της είχε καταφτάσει από την πρώτη βδομάδα. Ήταν συμπαθητικός εξηντάρης, πο δεν μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό του αυτό που είχε συμβεί στην κόρη του και συχνά έπιανε το μέτωπό του με συμφορά.

Η Τζειν σπάνια μιλούσε. Τον κοίταζε και τα χείλια της έτρεμαν. Τα μάτια της δάκρυζαν, το μυαλό της σάλευε, έβαζε τα κλάματα και τον αγκάλιαζε.

Ο γιατρός έλεγε πως θα το ξεπεράσει με τον καιρό και με την φυγή.

-Είναι καλύτερα να φύγετε, είπε στον πατέρα της. Εδώ θα θυμάται πιο έντονα αυτό που της συνέβηκε.

Έτσι, ένα απόγευμα τον αποχαιρέτησαν με δάκρυα. Θα πήγαιναν στο Λονδίνο. Του έδωσαν την διεύθυνση και του είπαν, πως θα ήταν μεγάλη τους χαρά να τους επισκεπτόταν όποτε ήθελε. Κι έφυγαν. Του μεινε μια αδιόρθωτη σκέψη πως δε θα τους ξανάβλεπε.

Την άλλη μέρα το πρωί πέρασε από την Αστυνομία.

-Κανένα νέο, του είπε ο αστυνόμος. Αλλά θα τους βρούμε, που θα πάνε ...

-Θα τους βρείτε, που θα πάνε ... τον ειρωνεύτηκε κι αυτός φεύγοντας.

Περπάτησε στους δρόμους σκεφτικός. Υπολόγιζε πως έπρεπε να φύγει, να επιστρέψει στην Αθήνα, στις δουλειές του. Αύριο θα φύγω, μονολόγησε και για να περάσει λίγο την ώρα του, πήγε στο Αχίλλειο. Το είχε προγραμματισμένο να πάει αλλά τον είχαν προλάβει τα γεγονότα.

Ο καιρός ήταν υπέροχος, ο ήλιος έλαμπε σε χιλιάδες καθρέφτες, το πράσινο αντάμωνε με το γαλάζιο όσο έπιανε το μάτι του. Χάζευε τον υπέροχο τόπο, όταν έφτασε και σκέφτηκε πως, είχαν δίκιο οι Εγγλέζοι που έκαναν δώρο στις βασίλισσες τους τέτοια μέρη. Τέτοια σπάνια, τόσο φανταστικά τοπία, μεγαλοπρέπεια κι ομορφιά, είναι δύσκολο να τα ανακαλύψεις αλλού.

Επισκέφτηκε το μουσείο, είδε τα αγάλματα, τις παλιές εικόνες, τους πίνακες που μύριζαν παρελθόν και πλουτοκρατία.

Ο πίνακας-πέντε μέτρα, ίσως και παραπάνω- με τον Αχιλλέα στο άρμα να σέρνει τον σκοτωμένο Έκτορα, έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση. Έμεινε εκεί, πάνω από μισή ώρα να τον θαυμάζει κι άκουγε από δίπλα του να λένε, πως ο ζωγράφος, έκανε δέκα χρόνια να τον τελειώσει. Μετά, αυτοκτόνησε επειδή στον ένα τροχό που ξεφεύγει από το άρμα, οι ακτίνες δεν δείχνουν την κίνηση, δηλαδή δεν γυρίζουν, όπως η πραγματικότητα που δε μένει ποτέ στάσιμη, όπως μέσα στο πλήθος των επισκεπτών, ξαφνικά, έκοψε μία κίνηση. Το μάτι του πήρε μια μορφή που έμοιαζε του ξανθού με τις ουλές. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Σκέφτηκε τι δουλειά να είχε εκεί πέρα αυτό το καθίκι αλλά κρυφοκοιτάζοντας πίσω από άλλους, είδε πως πράγματι ήταν αυτός.

Αστραπιαία κινήθηκε κατά εκεί, έσπρωξε πολλούς δεξιά-αριστερά, πρόλαβε και τον άρπαξε από τον λαιμό. Τα μάτια του πετάχτηκαν έξω, τον έσφιξε τόσο δυνατά, που του κοψε την ανάσα, τέοιοι άνθρωποι δεν πρέπει να ζουν ήταν η κυρίαρχη σκέψη και θέληση, καθώς και τα δικά του μάτια πεταγμένα κι αυτά από την ένταση, η βία δεν καλή αντισκέφτηκε αλλά που ο χρόνος που χρειαζόταν για να μεταπειστεί από αυτό που πήγαινε να κάνει; Θα κατέστρεφε τη ζωή ένα Καλοκαίρι στην Κέρκυρα! Καλά είχε γράψει στο τζάμι, μπορεί να μη ξαναεπιστρέψω!

-Με θυμάσαι ! του χτύπησε το κεφάλι στο τσιμέντινο δάπεδο, χτύπησε με όλη την δύναμη το πρόσωπο και το μετέτρεψε σε κιμά, σε κρέας. Όλοι οι άνθρωποι είναι κρέας, συλλογίστηκε, τίποτε σπουδαίο κι ο κόσμος ανίδεος είχε κάνει κύκλο γύρω τους, κοίταζαν σαστισμένοι το ματωμένο πρόσωπο του ξανθού και με άγριες διαθέσεις το πρόσωπου αυτού, δεν ήξεραν, ήταν ένα αθώο πλήθος που είχε πάει για διακοπές και τώρα βρίσκονταν να παρακολουθούν ένα φονικό καθώς ο ξανθός έμεινε ακίνητος με ολάνοιχτα μάτια.

-Τι κοιτάτε ρε; φώναξε εξαγριωμένος ο ξυλουργός. Φωνάξτε τους φρουρούς να με πάρουνε εγώ φταίω για όλα!

Αμέσως κατέφτασαν οι δυο αστυνομικοί φρουροί και τον συνέλαβαν, αυτός έφταιγε για όλα.

-Να πείτε χαιρετίσματα στον Αστυνόμο, τους παρήγγειλε.

Και με αργά βήματα κίνησε προς τη φυλακή, για εκεί που δεν τελειώνει το πουθενά.


ΤΕΛΟΣ





Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Η ΤΣΕΠΗ


κοκκινο καραβι.png

Η ΤΣΕΠΗ

Είχα σχισμένη την αριστερή μου τσέπη. Το παντελόνι που φορούσα ήταν καινούργιο, το αγόρασα πριν χρόνια στις εκπτώσεις κι επειδή η μνήμη μου με μπερδεύει συνέχεια, ρίχνω συχνά τα ψιλά σ αυτή την αριστερή τσέπη. Μόλις νιώθω το κρύο νόμισμα να τσουλάει στο μπούτι μου, στον αστράγαλο και τελικά στην άσφαλτο, βλαστημάω που πάλι την έπαθα. Πιάνω τα κέρματα, όσα βρίσκω και προσπαθώ με το αριστερό χέρι να τα βάλω στη δεξιά τσέπη που όλως περιέργως παραμένει άσχιστη. Δύσκολο αλλά τα καταφέρνω. Ο κόσμος που διαβαίνει, με κοιτάζει περίεργα έτσι που μοιάζω με πίθηκα σ αυτή την ανάποδη κίνηση. Γιατί δεν τα βάζει με το δεξί που είναι το κανονικό; Σκέφτεται. Και να πεις ότι δεν έχω δεξί χέρι ...

Όμως εγώ συνεχίζω χρόνια αυτή την αναποδιά. Αλλά προχτές που πήρα το επίδομα ανεργίας-θα το λαβαίνουν όλοι οι άνεργοι από δω και πέρα, -μη φοβάστε, αν μείνετε άνεργοι- αποφάσισα να ράψω αυτή την τσέπη. Έψαξα στα συρτάρια να βρω κλωστή και βελόνι, θυμήθηκα τη μάνα μου, μια ζωή να ράβει, να ξηλώνει. Νευρίασα που δεν εύρισκα τίποτε. Αυτά τα αντικείμενα έχουν εξαφανιστεί από τα σύγχρονα σπίτια. Πήγα σε πέντε-έξι ψιλικατζίδικα, το πέτυχα. Κάθισα να βελονιάσω, γάμησε τα! Άιντε να βρεις την τρύπα με τόση στραβομάρα. Τέλος πάντων τη βρήκα. Την τρύπα. Θαύμασα τον εαυτό μου κι άρχισα να ράβω την αριστερή, σχισμένη τσέπη μου. Βέβαια, μη νομίσετε πως την έβγαλα έξω όπως έπρεπε, όχι. Την έραψα απ έξω, έτσι δηλαδή που να μην έχω αριστερή τσέπη και μετά γελώντας έραψα και την δεξιά! Έτσι που αυτό το παντελόνι να μην έχει τσέπες, ούτε κωλότσεπη. Και μ αρέσει, γιατί, όταν περπατάω στο δρόμο δε μου πέφτουν τα ψιλά, δε νιώθω την κρύα επαφή του μετάλλου στο μπούτι μου, στον αστράγαλο και γελάω ευτυχισμένος, ακόμα πιο πολύ, επειδή δεν έχω τι να κάνω τα χέρια μου. Που να τα βάλω. ..



Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

TSIPREXIT!


Έχει αποκαταστρέψει την Ελλάδα και κανείς δε μιλάει! περίεργη φυσιογνωμία, θεωρητικά είναι έξυπνος, πρακτικά φάνηκε πολύ λίγος, διασπάθισε τις ελπίδες μιας Ελλάδας, έγινε έρμαιο των Γερμανών, ενός λαού που υπήρξε αιτία δυο παγκοσμίων πολέμων και ενός τρίτου οικονομικού πολέμου που ζούμε σήμερα. Η Έλληνες ζούμνε μια δεύτερη κατοχή, ένα μεγάλο μέρος του λαού δεν έχει να πάρει ψωμί κι αυτός βάζει φόρους σ αυτούς που δεν έχουν να φάνε! βγαίνει μάλιστα στα κουτιά χωρίς ντροπή και λέει όλες αυτές τις ψευτιές; τι του έχουν κάνει; τον έχουν ποτίσει νεραιδοβότανο; είχε την ευκαιρία να γίνει ήρωας και θα μείνει στην Ιστορία σαν ένας από τους πιο δειλούς πρωθυπουργούς. Ξευτίλισε την όποια ιδέα της αριστεράς αποποιώντας τίτλους που δεν ανήκουν στο κόμμα του και στη συγκεκριμένη ιδεολογία. Κρίμα στον Ελληνικό λαό να διοικείται από τέτοιους ανθρώπους.


κυκλωπους 002.jpg


Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

ΜΑΤΙΑ ΜΕΓΑΛΑ στο χρώμα της βροχής... [2]


Κάποια άλλη μέρα που ήταν χαρούμενη γιατί έβρεχε ή γιατί δεν έβρεχε-δε θυμόταν καλά- είδε γραμμένο στον κορμό της ένα παράξενο σχήμα και τα παρακάτω
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ
ΤΗ ΡΩΞΑΝΗ
ΑΡΕΤΙΩΝΑΣ ΤΟΥ 333 Π.Χ
Την πονούσε το κορμί της και δεν μπορούσε ν' αντιληφτεί το μέγεθος της ιστορίας τις πρώτες μέρες. Γι' αυτό βάλθηκε να κλείσει πρώτα τις πληγές. Αλλά αυτό ήταν πολύ δύσκολο και σχεδόν ακατόρθωτο, η φλούδα δεν έκλεινε εντελώς επειδή αυτοί που είχαν χαράξει τις λέξεις είχαν χρησιμοποιήσει και κάποια χημικά για να μείνουν ανεξίτηλα.
Η κουτσουπιά στεναχωρήθηκε με όλα αυτά αλλά δεν τα βάψε και μαύρα. Για εκείνο που στεναχωριόταν περισσότερο ήταν που ο Γρύλος Γιάννης δεν την καταλάβαινε. Τον έβλεπε από μακριά να μπαίνει στη θάλασσα, με κείνα τα μπλε και τα άσπρα χρώματα της εντιμότητας και νευρίαζε που δεν ερχόταν πρώτα κοντά της, να της μιλήσει , να της πει μια καλημέρα κι ύστερα, αφού κόψει ένα φύλλο της και το χτυπήσει στην απαλάμη του για να κάνει κρότο, να φύγει αηδιασμένος από τη μοναξιά του, τυλιγμένος σ' ένα πράσινο ρούμι. Φαίνεται πως θα ήταν πολύ άσχημη τώρα η κουτσουπιά. Ο κορμός της είχε ροζιάσει, τα κλαριά της λύγιζαν, οι χυμοί της μάλλον πικροί,. Έτσι σκεφτόταν ο Γρύλος Γιάννης που κάποτε την είχε ερωτευτεί με πάθος και τώρα δεν μπορούσε να απαλλαγεί από δαύτη.
«Καλύτερα να ερωτεύεσαι την ασχήμια» έλεγε παρ' όλα αυτά. «Η ομορφιά δεν αγαπιέται, θέλει μόνο να την αγαπούν».
Ύστερα όμως πάλι μαράζωνε. Πάλι άλλαζε. Έβλεπε τον βράχο που ήταν τόσο όμορφος μες τις μουντές , μοβ σχισμές του και κινδύνευε να χαρακτηρίσει τον εαυτό του ηλίθιο γιατί έκανε τέτοιες μαύρες σκέψεις.
Αναμφισβήτητα είχε όμως δίκιο, γιατί κανένας δεν μπορούσε να του παραβγεί στη μνήμη και τη γνώση των πραγμάτων. Για όλα τα' άλλα θα ήταν ασήμαντος. Κοντός, μικρογόνατος, με σημάδια ηλιοκαμένα στο πρόσωπο, με μακριές τρίχες στα λεπτά πόδια του, δεν είχε και πολύ ενδιαφέρον ακόμα κι όταν φορούσε τα καλά του.
Ανέβαινε τότε στα βράχια και απάγγελνε το ποίημα του κάνοντας βαθιές υποκλίσεις στη θάλασσα.

Την άκρη-άκρη πήγαινα
Και μάζευα ρεβίθια
Ποιος είναι αυτός που θα μου πει
Αν κλαίν' τα κολοκύθια.

Κι απάνω στη δαμασκηνιά
Μου είπαν την αλήθεια.

Τα τζιτζίκια μόλις αντιλαμβανόταν την καλοκαιρινή του παρουσία σταματούσαν το τζ ...τζ ...τζ ... και κρυφόβλεπαν τις κινήσεις του. Αυτός, έσμιγε τα φρύδια κι έλεγε με οργή πως « όποιος κρυφοβλέπει δεν του αξίζει να ζει». Ύστερα παρακολουθούσε τις κινήσεις των τζιτζικιών ώρες πολλές, ώσπου αυτά πέθαιναν κάποτε αφού, δεν εύρισκαν άλλο δέντρο να τραγουδήσουν. «Μερικοί ζουν από τραγούδι» αποφάνθηκε με σιγουριά και πήγε παραπέρα. Κι από τότε πέρασαν αιώνες μέσα στη μνήμη, στο σκληρό δίσκο. Άνθρωποι  ζωγράφιζαν το λευκό της μέρας ίδιο με το λευκό της νύχτας.
Αργότερα σκέφτηκε πως δεν μπορούσε να πει κανένας ότι αυτοί ήταν φίλοι. Απλά υπήρχαν εκεί στημένοι για παιχνίδια που δεν τους άρεσαν.
Στην πραγματικότητα ευτυχισμένο, ήταν μόνο το πέτρινο δέντρο.
Ο Γρύλος Γιάννης μίσησε για άλλη μια φορά τη φθορά του και είπε πως καλό θα ήταν ν' αλλάξει ζωή. Την ημέρα που το είπε, ούτε ήπιε, ούτε έφαγε, ούτε μίλησε για πράγματα που του ήταν αγαπημένα από πριν.
Όπως η συντροφιά της θάλασσας και η αιώνια ασυνάρτητη σκέψη του που αφηνόταν ελεύθερη να λέει ότι θέλει. Είπε μόνο «Θέλω να ξέρω την αλήθεια»

Ξύπνησε την άλλη μέρα νωρίς και πήγε στη δουλειά του. Έφτιαξε μερικά ξύλα στην πλάνη του, που τα προγραμμάτισε να γίνουν ένα σωστό κρεβάτι. Τα πλάνισε νηφάλιος με τη σιγουριά πως έκανε αυτό που έκανε. Στις τρεις η ώρα έφυγε για την παράγκα, σαν καλός νοικοκύρης, να πλυθεί, να φάει και να κοιμηθεί.
Όταν άνοιξε πάλι τα μάτια του η παραλία είχε μια άγρια και όμορφη ζέστη. Έτσι όπως ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα, ο Γρύλος Γιάννης , κατάλαβε πως η αλήθεια ήταν θέμα μονάχα εξυπνάδας και όχι σκληρής δουλειάς.
Τον κούρασε αυτή η σκέψη και λιποτάχτησε στην απεραντοσύνη της παραλίας. Πετάχτηκε πάνω γυμνός κι άρχισε να τρέχει σαν τρελός. Τώρα δεν έβλεπε τίποτε, καθώς το ζεστό σύννεφο είχε τυλίξει τον ορίζοντα. «Καλό είναι το σκοτάδι» σκέφτηκε. «Δεν ξέρεις που βρίσκεσαι, αν βρίσκεσαι και αν γεννήθηκες ποτέ.»
Συνέχισε να τρέχει ξυπόλυτος και γυμνός, μελετώντας την ησυχία και τη σιγουριά. Ήξερε ότι δεν υπήρχαν και τα δυο, γι΄ αυτό απολάμβανε τη μυστηριώδη ύφανση της ύπαρξης.
Σαν απομεσημεριάτικο όνειρο, γύρισε στην παράγκα, άρπαξε ένα μπουκάλι ρούμι γυμνός και τρομαγμένος. Το κατέβασε μονορούφι ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν να ανάψει κάποιο φως.
Βγήκε ξανά έξω και ξανασκέφτηκε πως έπρεπε ν ανάψει εκείνο το φως για να γλιτώσει από το σκοτάδι.
Το άναψε. Με σιγανά βήματα πήγε κοντά στην κουτσουπιά . Κουλουριάστηκε στο κορμί της, ήθελε να πάρει δύναμη. Εκείνη ρίγησε, θρόισε τα φύλλα και χαμογέλασε από τα χαϊδέματα στην κουφάλα της. Αυτός συνέχιζε να την αγκαλιάζει και να την χαϊδεύει παντού. Έπιασε τις μασχάλες, την γαργάλισε να γελάσει πιο πολύ. Φίλησε τους ρόζους και τα γυμνά κλαριά, ρούφηξε τους χυμούς πιο χαμηλά, πιο χαμηλά.
Λαχταρούσε αυτό το κορμί που τόσες φορές είχε αγκαλιάσει με πάθος. Θυμήθηκε τις πρώτες ανυπομονησίες τους και σφίχτηκε, νοσταλγώντας με πίκρα τον τοτινό του εαυτό.
Τα είχε όλα τότε.
Νιάτα, κορμοστασιά, χέρια γερά, όμορφο κεφάλι, στερεωμένο περήφανα στους μεγάλους ώμους.
«Ο έρωτας» σκέφτηκε ή μονολόγησε και ξαναείπε πολλές φορές τη λέξη.
« Ο έρωτας,  ο έρωτας, ο έρωτας. Τι ρωτάς;
Ο έρωτας ο έρωτας, ο έρωτας, μη ρωτάς.

Ο έρωτας. Δε ρωτάς, τι ρωτάς, μη ρωτάς.
Ο έρωτααααααααααααααααααααααααας!»
Σταμάτησε. Μπερδεύτηκε με τη λέξη και το περιεχόμενο της , έτσι απέφυγε να την ξαναπεί.
Άφησε την κουτσουπιά και διψασμένος περπάτησε λίγο πιο πέρα κατά το πέτρινο δέντρο. Σταμάτησε. Ακούμπησε το κεφάλι πάνω του. Η κρύα επαφή του μαρμάρου, του θύμισε τις όμορφες κυρίες των πολυτελών μεγάρων αλλά αυτός τις περισσότερες φορές προτιμούσε τις βρώμικες χωριάτισσες. Εκείνες που ήταν χωμένες στην αλισίβα και τις στάχτες.
Όπως ονειρευόταν δεν ήταν ο κόσμος. Όμως νόμιζε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, αυτός, ένας μικρός γρύλος να τα έχει όλα. Αυτή ήταν μια άλλη εικόνα του εαυτού του, που δεν μπορούσε να την απαρνηθεί.
Άρχισε αργά να φεύγει και να πηγαίνει προς το φως, προσπαθώντας να βρει την αισιοδοξία. Ήθελε όμως και κάποιον να τα πει όλα αυτά. Έτσι, πήρε πηλό κάτω απ' το νερό κι άρχισε να φτιάχνει έναν άνθρωπο για να ταξιδεύει μαζί του.

 

-->


Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

ΜΑΤΙΑ ΜΕΓΑΛΑ στο χρώμα της βροχής.



Ας γράψουμε μια φανταστική ιστορία για γρύλους.
Τι κάνει όμως μια ιστορία φανταστική; ρώτησε Άλλωστε ποιος τους ξέρει τους γρύλους.
Κανένας δεν τους ξέρει τους γρύλους, ακόμα κι αυτός ο βραδινός ήχος μέσα στους θάμνους, μοιάζει να βγαίνει από τους θάμνους. Θέλω να πω, πως δεν ξέρεις από πού έρχεται αυτός ο ήχος.
Από το πουθενά.
Κανένας δεν τους ξέρει λοιπόν τους γρύλους. Πολλοί μάλιστα, τους γράφουν γλύρους, ή τους φωνάζουν λγύρους. Ούτε κι εγώ τους ξέρω καλά και ούτε θυμάμαι αν έχουν τέσσερα ή δυο πόδια ή αν έχουν πόδια κι αν σκέφτονται ποτέ.
«Το παν είναι η σκέψη» είπε και δεν ήξερε αν κάνουν έρωτα κι αν υπάρχουν τέλος πάντων αυτοί οι γρύλοι, που ο γρύλος Γιάννης τους ήξερε καλά τους γρύλους. Ήταν το σινάφι του
«Το παν είναι να ξέρεις, είπε κι αποκοιμήθηκε έναν αιώνα.
Οι γρύλοι λοιπόν, λένε πως μοιάζουν με τα τριζόνια, δε σκέφτονται καθόλου, δεν ξέρουν τίποτε κι όλο τριζωνίζουν ή γρυλίζουν. Γνωρίζετε κι εσείς άλλωστε, πως όλα τα καλοκαιρινά βράδια, λίγο πριν μεσονυχτίσει και σωπάσουν οι χαρές, οι γρύλοι, λένε πάντα εκείνο το μονότονο τραγούδι και κρύβονται.
«Το παν είναι να ξέρεις να κρύβεσαι» είπε και μετάνιωσε.
Όλα τα πράγματα θαρρείς πως είχαν την αρχή τους. Άξια για τον κόπο του τέλους και της βιασύνης.
Τον τρόπο να γνωρίσει όλα τα πράγματα, πριν πεθάνει, μελετούσε ο γρύλος Γιάννης. Γι' αυτό μιλούσε για το τέλος αλλά δεν τον βόλευε η βιασύνη. Ήθελε όλα να γίνονται αργά. Πολύ αργά, σχεδόν βασανιστικά.
Ο πατέρας του ο γρύλος Νικόλαος του Νικολάου, είχε κι αυτός περίπου τις ίδιες απόψεις και ήταν μαραγκός. Μάλλον άσχετος με τα σανίδια και τα σκεπάρνια αλλά όλο και κάτι κατάφερνε να φτιάχνει.
«Τι φτιάχνεις;» τον ρώτησε μια μέρα που τον βρήκε να μαστορεύει ο μικρός τότε γρύλος Γιάννης.
«Μια σανίδα σωτηρίας» του απάντησε.

Ο γρύλος Γιάννης δεν το κατάλαβε και σιώπησε για έναν αιώνα και τρεις μέρες.
Ο πατέρας του συνέχιζε να φτιάχνει βαρέλια. Βαρέλια για κρασί και κουβέντες. Έφτιαχνε ατέλειωτες κουβέντες. Τις έβαζε στη σειρά κι έφτανε μέχρι πέρα στους λόφους. Αυτό το είχε κληρονομήσει δίκαια και ο γιος του. Έτσι, πολλές φορές, τους έπιανε το ξημέρωμα στην παραλία να περπατάνε κουβεντιάζοντας. Μπροστά πήγαινε ο πατέρας, με μια φουσκωτή σακούλα στον ώμο, γεμάτη χιλιάδες μικροπράγματα, μικροεργαλεία και πίσω ακολουθούσε ο γιος. Μιλούσε ο πατέρας κι επαναλάμβανε ο γιος.
Τι έλεγαν;
Ούτε κι αυτοί ήξεραν. Πάντως, μιλούσαν δυνατά, ασταμάτητα, ακατάληπτα, νοητά:
«Ή έβρεχε ο θεός την ημέρα που γεννήθηκε ο κόσμος, μασουλώντας το αιώνιο βότσαλο της άμμου ή το παράθυρο άνοιξε ξαφνικά και αναπάντεχα. Η μέρα είχε σκοτάδι και το σκοτάδι φως που είχε χαθεί από προσώπου Αβραάμ από προσώπου θείου και ιερού την ώρα που εποίησε την εικόνα του ο μεγαλοδύναμος. Τα λόγια είχαν χαθεί και τα ζώα, με τα μαλλιά όρθια, μελετούσαν τα βήματα του Ιησού, στην έρημο, όταν τα δικά τους είχαν λιγοστέψει..»
Ο λόγος τους ήταν άναρθρος και άναρχος. Τις περισσότερες φορές απαισιόδοξος. Τόσο που, όσοι μεγάλωναν εκεί δίπλα τους, δύσκολα άντεχαν τόση απελπισία και μοναξιά. «Ήταν σαν μια μικρή σχισμή μεταξύ ραχοκοκαλιάς και συνείδησης» είχε πει κάποτε ο γρύλος Γιάννης που, πρέπει να ομολογήσουμε, πως αυτός, δεν την γούσταρε και τόσο πολύ την απαισιοδοξία.
Αυτός ήθελε να γίνει ένας χαρούμενος γρύλος.
Πέθανε όμως κάποτε ο γρύλος Νικόλαος του Νικολάου, ο πατέρας του γρύλου Γιάννη κι έτσι έμεινε αυτός ο μοναδικός μαραγκός στην παραλία.
Ο Γρύλος Γιάννης καταγόταν από αρχοντικό σόι που τώρα όμως είχε ξεπέσει καθώς, σαν τελευταίος απόγονος των γρύλων, παρουσίασε σημάδια αυτοεξόντωσης και καταστροφής όλων, όσων οι προηγούμενοι γρύλοι με μεγάλο κόπο είχαν δημιουργήσει.
Ο πατέρας του ο γρύλος Νικόλαος του Νικολάου και η μητέρα του η Ρεβέκκα των αετών, είχαν απατηθεί, πιστεύοντας πως όταν τον γέννησαν είχαν πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο όνειρο τους. Επειδή είχαν κουραστεί πολλά χρόνια στο κρεβάτι, μάλλον από μια σχετική ανικανότητα που βάραινε κληρονομικά την Ρεβέκκα των αετών την νεώτερη. Το μεγάλο κακό άρχισε όταν ο γρύλος Γιάννης, τριών ή τεσσάρων χρόνων τράβηξε για πρώτη φορά το αυτί του παπά της ενορίας των αυτοεξόριστων. Ο κόσμος δεν του το συγχώρησε ποτέ αυτό κι αρνήθηκε να εντάξει τον μικρό στον οίκο των αυτοεξόριστων.
Δεν τον πείραξε όμως αυτό γιατί ήταν ένας έξυπνος γρύλος. Προτού μεγαλώσει το σκεφτόταν πολλές φορές και το πίστευε ακράδαντα. Δεν χωρούσε καμιά αμφιβολία πως ήταν έξυπνος, αφού πάντα έβαζε τους άλλους να του πλύνουν τα πόδια, να του βάφουν τα παπούτσια, να του κόβουν τα νύχια και να του σιδερώνουν τα πουκάμισα, γιατί δεν υπήρχε μεγαλύτερο βάσανο από αυτό. Μην του έλεγες να σιδερώσει, μπορούσε να κάνει δέκα μέρες να φάει. Τέτοια αποστροφή είχε. Ήθελε να πει μ' αυτό πως δεν τα καταφέρνουμε όλοι σε όλα τα πράγματα και μάλλον είχε δίκιο. Εξ άλλου, είπαμε, πως ήταν ο τελευταίος γρύλος και φυσικά είχε κληρονομήσει όλη την ευφυΐα και την ομορφιά του σιναφιού. Γι αυτό το τελευταίο παινευόταν περισσότερο, για την ομορφιά του. Ήταν ωραίος στον καθρέφτη του ποταμού, όταν έσκυβε να πιει νερό, παιχνίδιζε πανέμορφα τα μάτια του που είχαν το χρώμα της βροχής. Του άρεσε να κοιτάζεται, καθόταν ώρες πολλές να βλέπει τον εαυτό του κι έτσι όταν τον σύγκρινε με τους άλλους, έβλεπε πως είχε δίκιο. Αυτός ήταν ο πιο ο ωραίος γρύλος. Δεν ήξερε όμως αν υπάρχουν ωραίοι και για ποιο λόγο γινόταν άλλοι ωραίοι κι άλλοι άσχημοι. Αυτό, παρέμενε μια αμφιβολία από τις πολλές που δεν έλυσε ποτέ του. Και μια άλλη απ' αυτές, ήταν που δεν γνώριζε τι ήταν η αξία. Τι άξιζε περισσότερο μια οκά φασόλια ή μια ουγκιά χρυσάφι. Αργότερα, μεγαλώνοντας αμφισβήτησε όλες τις αξίες. Έκανε πολλά που θεωρήθηκαν ανόητα από τους άλλους και τα ίδια αυτά τα πράγματα τον ανάγκασαν να γίνει στο τέλος της ζωής του έρημος και μόνος μαραγκός στην παραλία.
Τα περισσότερα βράδια κοιμόταν μεθυσμένος στην παράγκα του που βρωμούσε από χρόνια ποδαρίλα. Αυτό δεν ήταν κληρονομικό των γρύλων αλλά το είχε δημιουργήσει ο ίδιος επειδή δεν πλενόταν ούτε ξυριζόταν ποτέ. «Τα γένια και τα ποδάρια μοιάζουν με την αλήθεια της ζωής των ανθρώπων που γεννήθηκαν πριν την φιλία» έλεγε σαρκάζοντας. Πριν την φιλία ήταν πολλά άλλα πράγματα κι ο γρύλος Γιάννης που δεν είχε ζήσει αυτή την εποχή αλλά την φανταζόταν πίστευε πως τελικά χωρίς φίλους δεν είναι ωραία η ζωή. Έτσι προσπαθούσε τώρα να αποκτήσει φίλους. Τα δέντρα, τα ζώα, τις πέτρες. Κι όλο έψαχνε. « Όποιος ψάχνει κάτι βρίσκει» έλεγε και περπατούσε συνέχεια στην παραλία, μέρα νύχτα.
Οι περιπλανήσεις του ήταν μικρές και σύντομες. Δεν ξεμάκραιναν από εκατό εκατοστά σ΄αυτή την παραλία του Νότου. Την παραλία που είχε δυο κομμάτια βράχους, ύψους τριών εκατοστών, δυο δέντρα, λίγο ψηλότερα και άμμο. Πολύ άμμο που κάποτε θέλησε να μετρήσει τους κόκκους της αλλά μετά από προσπάθεια δεκαπέντε και πλέον χρόνων, παραδέχτηκε πως όλα τα πράγματα στη ζωή παραμένουν αμέτρητα. Την ίδια μέρα είχε θυμηθεί και τις παιδικές μονομαχίες στον περίβολο. Τον περίβολο που τον ονόμαζαν και «κονταρομαχείο», χώριζε κατά μήκος ένας φράχτης και οι αντίπαλοι ορμούσαν ο ένας εναντίον του άλλου τρέχοντας παράλληλα από τις δυο πλευρές του φράχτη
Ο ίδιος είχε πάρει μέρος σε πολλές απ΄αυτές τις μονομαχίες και είχε βγει νικητής, εκτός από την τελευταία. Εκείνο το πρωινό είχε προσπαθήσει να χτυπήσει τη μύτη του κονταριού του αντιπάλου, αντί, όπως έκανε τις περισσότερες φορές, κατευθείαν στο πρόσωπο. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να κρατήσει τόσο καλά το κοντάρι του, που ήταν έξι μέτρα μακρύ κι έπεσε στο χώμα, καθώς το κοντάρι του αντιπάλου τον βρήκε στην περικεφαλαία.
Μέσα στη ζάλη του και τις ατέλειωτες ζητωκραυγές του πλήθους, είδε σαν σε σλόου μόσιον, τον άλλον να του πατάει το στήθος και φαντάστηκε το ανούσιο τέλος του αλλά πάρ' όλα αυτά θυμήθηκε πως στα τελευταία «πα ντ' αρμ» * είχε απαγορευθεί η θανάτωση του ηττημένου.
Από τότε είχαν περάσει τρεις αιώνες, δεκατέσσερα χρόνια και τα μισά κι ακόμη η μνήμη του ήταν καρφωμένη στο χώμα. Παρ' ότι ο ίδιος είχε υπάρξει ένα από τους σπουδαιότερους και ενδοξότερους μονομάχους αφού είχε κερδίσει σε εκατόν δέκα τρεις συνεχόμενες μονομαχίες.
Τότε του αποδόθηκε και ο τίτλος του ιππότη της «εξαλλοσύνης». Τίτλος, που σε ελάχιστους η στην καλύτερη περίπτωση σε κανέναν δεν είχε αποδοθεί.
Ο Γρύλος Γιάννης ποτέ δεν περηφανευόταν πια γι' αυτές τις νίκες. Τις θυμόταν σαν παιδική αφέλεια, κάτι σαν αόριστη ανυπαρξία. Ξέχναγε κιόλας, πολύ εύκολα ο Γρύλος Γιάννης και πίστευε όμως πως κι αυτό ήταν θετικό σημείο.
Όπως πρώτα θυμόταν πολύ, έτσι τώρα ξεχνούσε. «Η μνήμη είναι σαν το κουκούτσι του ροδάκινου» έλεγε.
Τα Καλοκαίρια έρχονταν στην παραλία και δυο τζίτζικες. Καθόταν ο καθένας στο δέντρο του και άρχιζαν το αιώνιο και μαρτυρικό τζ.. τζ.. τζ ... Τόσο πού τον ξεκούφαναν που κόντεψε να πάθει τζιτζικισμό.
Τα δέντρα πάλι, έκαναν τεράστιες προσπάθειες να τους αποτινάξουν από πάνω τους αλλά ποτέ δεν τα κατάφεραν. Πολλές φορές, ο Γρύλος Γιάννης καθόταν στη σκιά τους και γελούσε με την καρδιά του λέγοντας πως το ενοχλητικό για τα δέντρα ήταν η μνήμη της ησυχίας, ενώ γι' αυτόν ήταν ευχάριστο, επειδή πάντα του άρεσαν οι ήχοι. Και περισσότερο οι μονότονοι ήχοι. Και οι μουσικοί ήχοι. Μπορούσε να κάθεται εκατό χρόνια κάτω απ΄την κουτσουπιά-τέτοιο ήταν το ένα δέντρο- και ν απολαμβάνει μονάχα έναν ήχο.
Το άλλο δέντρο ήταν πιο ήσυχο. Μάλλον θα ήταν μεγαλύτερο και σε ύψος και σε ηλικία από την Κουτσουπιά και οπωσδήποτε κάποιος μακρινός ξάδερφος της.
Το όνομα του δεν το έμαθε ποτέ ο Γρύλος Γιάννης. Την τελευταία φορά που το είχε ρωτήσει-κάποιο πρωινό που δεν έβρεχε- εκείνο ούτε που καταδέχτηκε να κουνήσει τα φύλλα του. «Σέβομαι τη σκιά σου, αλλιώς θα σε είχα σκοτώσει!» του είπε θυμωμένα.
Το δέντρο δεν ήταν τόσο χαζό για να μην το καταλάβει αυτό. Το δειχναν άλλωστε, πως είχε κατανόηση, τα χρόνια και οι αιώνες που επιζούσε. Λογικά δε θα πέθαινε ποτέ, αφού δεν έκανε απολύτως τίποτε. Ούτε έτρωγε ούτε μιλούσε, ούτε σφύριζε με τον άνεμο όπως έκαναν όλα τα δέντρα. Ήταν λοιπόν ένα πέτρινο δέντρο, που το είχε σκαλίσει ο γλύπτης Μενέλαος πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια πριν.
Ο Γρύλος Γιάννης, μελέτησε καλά όλα τα σημεία του πέτρινου δέντρου. Τις περισσότερες φορές, ενοχλούνταν από την ακινησία του, από την εναλλαγή των σκιών στα μικρά λαξεύματα, όταν ήταν Καλοκαίρι κι άλλες φορές, όταν ήταν Χειμώνας, έριχνε ασταμάτητα νερό πάνω στο πέτρινο δέντρο κι εκείνο να μην παθαίνει τίποτα. «Αυτό δεν το καταλαβαίνω, όλα τα πράγματα κάποτε είχαν τριβή» έλεγε. Αλλά αυτό το έλεγε πάντοτε όταν δεν καταλάβαινε κάτι.
Ήταν όμως συμβιβαστικός. Συμβιβαστικός και υπομονετικός. Έτσι, έκανε προσπάθεια να μοιάσει στο πέτρινο δέντρο.
Αυτό ήταν ένα σημείο που ανησύχησε το πέτρινο δέντρο. Γιατί, μετά από έναν αιώνα παραμονής δίπλα του ακίνητος, ξύπνησε ένα πρωί και είδε πως το πέτρινο δέντρο βρισκόταν δέκα εκατοστά πιο εκείθε.
Παραξενεύτηκε και πήγε κοντά του να ρωτήσει αλλά απάντηση δεν πήρε κι έτσι το βούλωσε για μια ακόμη φορά όπως συνήθιζε όταν τα δέντρα δε μιλούσαν.
Για μερικά χρόνια ο Γρύλος Γιάννης έγινε ανελέητος σκληρός κι απάνθρωπος. Η κουτσουπιά σκέφτηκε πως δεν μπορούσε να της τύχει χειρότερος γείτονας. Ή καλύτερα φίλος, ένας φίλος που νομίζει πως τα ξέρει όλα και πήγαινε πολύ συχνά κοντά της μ' ένα μαχαίρι σκάλιζε στον κορμό της διάφορα ονόματα και μη.
ΕΛΑΝΗ Σ ΑΓΑΠΩ
14-5-1200 Π. Χ.
Άλλο
ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ ΝΑ ΖΗΣΩ ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε! ΤΗΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ
Την χρονολογία δεν μπορούσε να την διαβάσει γιατί ήταν δυσανάγνωστη και γραμμένη στα Σημιτικά. Από τα συμφραζόμενα έβγαλε το συμπέρασμα, πως θα πρέπει να ήταν κάποιον Αύγουστο δεκατέσσερις ή δέκα πέντε που άρχιζαν τις διακοπές τους οι μοναχοί. Δεν είχε λόγους βέβαια η κουτσουπιά να μάθει για τον Γρηγόριο τον πέμπτο της Μονεμβασίας, αλλά, ήθελε δεν ήθελε άκουγε τόσα πολλά γι' αυτόν από τους περαστικούς που στέκονταν μπροστά της και θαύμαζαν τα γραφόμενα.

[Αυτή τη μικρή νουβέλα την έγραψα περίπου το 1976-77. Δεν έχει ολοκληρωθεί ποτέ, βέβαια υπάρχουν περίπου 55 σελίδες και μπορεί να μη χρειάζονται άλλες, ίσως γιατί δε θα μπορέσω να συλλάβω το ύφος της. Ίδωμεν.]


Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Η ΦΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.



Πάψε να κλαις και να αισθάνεσαι ηλίθια, ήταν μια φράση ειπωμένη το χίλια εννιακόσια εβδομήντα δυο, όταν η Άννυ είχε γεννηθεί, μικρούλα και οι άνθρωποι είχαν πει πως δε θα μπορούσε να ζήσει στον επιβλητικό κόσμο των αναμνήσεων.

Εκείνο το Καλοκαίρι είχε πάει διακοπές στο αόριστο νησί των εξελίξεων, χωρίς να τη νοιάζει αν έπρεπε να ζει ή να πεθαίνει και σκεφτόταν πως κανείς δεν ξέρει γιατί ήρθε σ αυτόν τον κόσμο και γιατί θα έφευγε από αυτόν τον δυστυχισμένο κόσμο, χαράζοντας ένα χαμόγελο, μια αισιοδοξία στον παρατατικό και φτάνοντας στο παραλιακό μαγαζί, κάθισε να πιει ένα ποτό μόνη της. Ανάμεσα από τα σκέλια της κάτι την έκαιγε ήθελε να ξεφτιλίσει αυτόν τον κόσμο με ένα μαχαίρι κοφτερό σαν την όψη να γελάσει μαζί του, τόσο όμορφη ήταν η Άννυ, ο κόσμος μια σταλιά, πίσω από τη σχιζοφρένεια φαινόταν η αλήθεια, τα μάτια που έκαιγαν, ο Καζαντζάκης πουριτανός και ανηλεής, ο Κούντερα μηδαμινός και ο πεσιμισμός του Σοπενάουερ ή μιας ανάλογης συνέργειας την εξωθούσαν να γελάσει μ αυτόν τον κόσμο! Τι ωραίο θα ήταν να την βλέπουν όλοι να οργιάζετε! Η σάρκα μας χρειάζεται έρωτα, το αίμα! η Αννυ τα ήξερε όλα αυτά και περιγελούσε τον κόσμο των καταπατήσεων.

-Τζον μια μέρα θα φύγω να μη με περιμένεις.

-Που θα πας; ρωτούσε με αγωνία.

Η Άννυ είχε πάει με πολλούς άντρες. Ο Τζον ήταν αφελής. Σκληρή πραγματικότητα ζώντων οργανισμών αλλά τι νόημα θα είχε αν, χωρίς να λάβουμε υπ όψιν μας ένα έργο που παίζεται στο σινεμά μιας παρακείμενης συνοικίας; Κάτι πρέπει να πούνε εδώ για την νομιμότητα αυτών των δυο ανθρώπων, οι χαρακτήρες τους είναι απόμακροι. Ποια είναι η Άννυ; Και τι κάνει ο Τζον;

Ο Τζον είπε μια μέρα πως δε σε θέλω πια έτσι. Είσαι ένα σκουπίδι. Άσχημη λέξη.

Η Άννυ σκουπίζοντας ένα ξένο πεζοδρόμιο κοίταζε πέρα τον ορίζοντα.


Το μαγαζί ήταν άδειο, νωρίς ακόμα όπως είπε ο μαγαζάτορας που την κοίταξε όπως την κοίταξε, που την είδε όμορφη και η Άννυ φρόντισε να κρύψει τα λευκά της πόδια πίσω από ένα κατάλευκο φουστάνι, μελέτησε πως δεν την ένοιαζε ότι και να έλεγαν γι αυτήν, καθώς ο σερβιτόρος της έφερνε το ποτό της, τζιν ή βότκα που τα αγαπούσε όπως και οΤζον, ένας άντρας που την είχε αγαπήσει περισσότερο απ τη ζωή του, και που τώρα αυτή τον είχε εγκαταλείψει θεωρώντας πως δεν είχε τίποτε άλλο να της προσφέρει μετά από πέντε χρόνια γάμου, που φυσικά την άφησε ανικανοποίητη, γιατί ο θρόνος της ήταν πιο ψηλά, γιατί, πίνοντας την πρώτη γουλιά απ το ποτήρι της άφησε να της ξεφύγει ένας ερωτικός αναστεναγμός που ήχησε στο άδειο μαγαζί όπως μια άρια της Μαρίας Κάλλας, έτσι που οι σερβιτόροι, οι μάγειροι, τα αφεντικά έτρεξαν από πάνω της.

-Α, δεν τρέχει τίποτε καλέ! Τους πέταξε με το ανάλαφρο ύφος της. Τρέχει τίποτε; Έσμιξε τα φρύδια της κατά πρόσωπο του αφεντικού, φάτσα με φάτσα, θυμό με θυμό, όχι, γαλήνεψε αυτός κι αργά χάθηκαν όλοι στο βάθος, στις δουλειές τους να κόψουν κρεμμύδια, να πλύνουν τις λάντζες να σιδερώσουν τις άσπρες ποδιές τους, οι άνθρωποι αυτοί ήτανε ξένοι, το μεροκάματο τους ήθελαν να βγάλουν και η Άννυ ένιωσε μια λαχτάρα για τον Τζον γελώντας στον Παρακείμενο.

-Θα πας μόνη σου όπου θες; Μα εγώ σου προσφέρω τα πάντα! Δεν μπορώ να σε καταλάβω Άννυ!

-Ούτε εγώ Τζον. Είμαστε δυο γέφυρες που δεν ενώθηκαν ποτέ. Δυο φυτά που ξεφύτρωσαν σε έρημο, εμένα ο κόσμος μου είναι κάτω απ τα σκέλια μου και χάιδεψε ξανθιές αφέλειες σκεφτόμενη πως έπρεπε να βγάλει την άσπρη κυλόττα της, τι στο διάολο τις ήθελαν οι άνθρωποι τις κυλόττες; Αναλογίστηκε σκίζοντας την κατάχαμα, κάτω απ το τραπέζι, έτσι που να την βλέπουν όλοι όσοι άρχισαν να μπαίνουν στο μαγαζί κι αυτή, η Άννυ να περιφέρει την οξύτητα της στον ραγισμένο καθρέφτη του πρώτου τυχόντα εραστή, των πρώτων τυχόντων επιβητόρων που όντως είχαν αρχίσει να κάθονται στα τραπέζια τους, να παραγγέλλουν, να τρώνε, να συζητάνε ενοχλημένοι απ την πολιτική κατάσταση του τόπου αλλά ταυτόχρονα να κοιτάνε τη σχισμένη κυλόττα της κάτω απ το τραπέζι της , έτσι που η Άννυ να μεγαλώνει τους αναστεναγμούς, να τρίβεται πίσω απ το τραπεζομάντηλο, να ερεθίζεται, να αρχίζει να χάνεται στον κόσμο της ηδονής, ααα, τι ωραίο ήταν που την έβλεπαν όλοι τρώγοντας το φαί τους και ξύνοντας ανέμελα τους κροτάφους οι άντρες, ενώ οι γυναίκες ενοχλούνταν από την χαλαρότητα του πνεύματος, από την μη οξυδέρκεια των ιθυνόντων, δεν ήταν για καθώς πρέπει πελάτες αυτό το μαγαζί, έπρεπε να φύγουν και να μη ξανάρθουν αλλά η Άννυ, ω αυτή η Άννυ που δεν έπρεπε να γεννηθεί, άρχισε να φωνάζει, γες, ναι, έλα! σηκωνόταν στα πίσω πόδια της καρέκλας, ένιωθε μόνη σε ένα κρεβάτι, χωρίς εραστή μόνη με τα ανοιχτά της πόδια, ο κόσμος όλος είναι μια ηδονή, το γέλιο της σκόρπισε τους πελάτες, εκμηδένισε την πραγματικότητα, έφυγαν όλοι ντροπιασμένοι από μια αδιάντροπη ηρεμία, όταν την πλησίασαν απειλητικά τα αφεντικά με τα μαχαίρια της κουζίνας ξυραφισμένα στα ασπρισμένα από μίσος χείλια τους.

Το βλέμμα πάγωσε.

-Τζον αυτός ο κόσμος δεν είναι για μας.

-Γιατί το λες αυτό Άννυ; Μίλησε ο Τζον

-Εμένα δε με χωράει ανθρώπου νους.

Πάψε να κλαις και να αισθάνεσαι ηλίθια! ούρλιαξε.

Ήταν μια φράση που έλεγε στον Ενεστώτα η Άννυ που δεν έπρεπε να είχε γεννηθεί.

τελος

Profile

56painter ΚΩΣΤΑΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ
ΕΞΑΡΧΕΙΑ
Το προφίλ μου

O Κώστας Πλιάτσικας είναι ζωγραφος και συγγραφέας.Το εργαστηριο του βρισκεται στην οδο Μαυρομιχάλη 76 στα Εξαρχεια. τηλ.6983610743

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Αύγουστος 2016
ΚΔΤΤΠΠΣ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031   

Tags

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ:
Powered by pathfinder blogs